Στέλλα Πετρίδου: Η απραγία είναι το μεγαλύτερο έγκλημα για τον άνθρωπο

Μαΐου 01, 2017


Η Στέλλα Πετρίδου είναι ανθυποπλοίαρχος του Λιμενικού Σώματος και υποδιοικήτρια στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού στις Οινούσσες.

Ζει στο νησί με τον άντρα της και τα τρία τους παιδιά απ' όταν εγκατέλειψαν τη Νέα Σμύρνη. 


Συνέντευξη στη Γεωργία Λινάρδου 

Αφορμή για τη γνωριμία μας στάθηκε η τελευταία της μελοποιημένη ποιητική συλλογή «Θάλασσα κι Ουρανός» από τις εκδόσεις «άλφα πι», η παρουσίαση της οποίας έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή 5 Μαΐου στην Οδύσσεια στη Χίο. 



Δεν θέλησα, όμως, να την γνωρίσω μόνον γι' αυτό, αλλά για την ιστορία της που θεωρώ πως είναι ένα μικρό διαμάντι ανάμεσα στα τόσα πολλά... κάρβουνα των Μνημονίων. 

Γιατί; 

Διότι απαντά επί της ουσίας στην ερώτηση: τι συμβαίνει στους ανθρώπους όταν ακολουθούν το ένστικτό τους για μια καλύτερη ζωή; Όταν εγκαταλείπουν την πανάκριβη -σε οικονομικό και ψυχολογικό επίπεδο - ζωή της Αθήνας και εγκαθίστανται σ' ένα νησί -με όχι περισσότερους από 1.000 κατοίκους - μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων και τις κάθε είδους παροχές. 

-Γεννηθήκατε σε ένα ορεινό χωριό στη Λέσβο. Πώς γαλουχήθηκε η σχέση σας με τη θάλασσα; 

«Κατάγομαι από ένα ορεινό χωριό της Λέσβου, τον γραφικό Σκουτάρο. Στο χωριό αυτό έζησα μέχρι τα δεκαοκτώ μου χρόνια, οπότε κι έφυγα για σπουδές. Όμως το χωριό μου, όπως και κάποια άλλα χωριά της Λέσβου, έχει μια πολύ όμορφη ιδιαιτερότητα, η οποία καθιστά τους κατοίκους της αρκετά προνομιούχους σε σύγκριση με τους κατοίκους άλλων χωριών. Θα έχετε ακούσει, φυσικά, ονομασίες χωριών, οι οποίες συνοδεύονται με τα επιρρήματα άνω και κάτω. Ε, λοιπόν, το χωριό μου έχει κι αυτό το αδερφάκι του, το οποίο δεν ονομάζεται, βέβαια, κάτω Σκουτάρος ή άνω Σκουτάρος, όπως θα περίμενε κανείς με βάση αυτή την ιδιαιτερότητα, αλλά Άναξος. Η Άναξος είναι το παραθαλάσσιο χωριό, στο οποίο οι κάτοικοι του Σκουτάρου εγκαθίστανται τα καλοκαίρια τους, ενώ από το φθινόπωρο και πάλι και μέχρι την Άνοιξη παρατηρείται η επιστροφή τους στον ορεινό Σκουτάρο, προκειμένου να ξεχειμωνιάσουν. Καταλαβαίνετε, επομένως, πως η αγάπη μου κι η επαφή μου με τη θάλασσα υπήρξε άμεση από παιδί και, φυσικά, είναι μια αγάπη παντοτινή κι αληθινή». 

-Ανθυποπλοίαρχος και Υποδιοικήτρια στη Σχολή Πλοιάρχων Οινουσσών. Ένα κατ’ εξοχήν ανδρικό επάγγελμα. Πώς τα καταφέρνετε; 



«Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που το επάγγελμα του Λιμενικού ήταν ανδρική υπόθεση. Το ποσοστό των γυναικών στο Λιμενικό Σώμα έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και η αποτελεσματικότητα κι η αποδοτικότητα του δύσκολου έργου που επιτελούν οι γυναίκες σήμερα οφείλεται καθαρά στη σωστή συνεργασία μεταξύ αυτών και των συναδέλφων ανδρών. Δεν είμαι λοιπόν ούτε η μόνη Αξιωματικός στο σώμα αυτό, ούτε κι η μόνη Υποδιοικήτρια στο επάγγελμά μου. Θεωρώ πως η εμπειρία μου κι η άριστη συνεργασία που έχω με τους συναδέλφους μου, αλλά και οι ευνοϊκές συνθήκες εργασίας στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Οινουσσών με βοηθούν, ώστε να φέρνω εις πέρας το δύσκολο έργο που έχω να επιτελέσω, αν σκεφτεί κανείς πως έχουμε να κάνουμε με σπουδαστές, με νέους ανθρώπους που είναι μακριά από το σπίτι τους, που ζουν σε μια κλειστή κοινωνία, όπως είναι η κοινωνία των Οινουσσών και που ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να πάρουν το πτυχίο τους και να γίνουν ναυτικοί». 

-Πώς είναι η ζωή στις Οινούσσες; Ερημώνουν τα νησιά; 



«Δυστυχώς στις μέρες μας δεν ερημώνουν μόνο τα νησιά, καθώς η τάση που χαρακτηρίζει τους Έλληνες για φυγή από τον τόπο τους είναι γενικότερο φαινόμενο και παρατηρείται και στις μεγαλουπόλεις. Η μετανάστευση δεν είναι μόνο εσωτερική υπόθεση, αλλά κι εξωτερική. Βασική αιτία είναι η αναζήτηση μιας θέσης εργασίας, η οποία είναι δυσεύρετη εντός των ελληνικών συνόρων. Στην επαρχία, βέβαια, είναι πιο εμφανής αυτή η τάση, λόγω της αραιοκατοίκησης των περιοχών. Όμως είναι γεγονός ότι τα νησιά ερημώνουν. Δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχουν προοπτικές εξέλιξης, οπότε τι πιο σύνηθες για τα παιδιά των μικρών κοινωνιών να επιλέγουν μια μεγαλύτερη κοινωνία για να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Θα έλεγα, όμως, πως οι Οινούσσες έχουν ένα προτέρημα που δεν το έχουν άλλα μικρά νησιά κι αυτό είναι η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. Η Ακαδημία λοιπόν φιλοξενεί παιδιά από όλη την Ελλάδα, παρέχει θέσεις εργασίας στο διοικητικό κι εκπαιδευτικό προσωπικό της, οπότε κι αποτρέπει τον κίνδυνο της ερήμωσης και της εγκατάλειψης του νησιού από τη νεολαία της, καθώς της εξασφαλίζει διάφορες θέσεις εργασίας που πηγάζουν από την ανάγκη των σπουδαστών και των υπολοίπων φιλοξενούμενων στο νησί για διασκέδαση, για διαμονή, για σίτιση, για ψυχαγωγία κτλ. Καταλαβαίνετε επομένως πως ναι μεν η κοινωνία των Οινουσσών είναι μικρή, όμως λόγω του μεγάλου ποσοστού νεολαίας στο νησί οι παροχές που υπάρχουν είναι αξιοσημείωτες και δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν από τις παροχές που υπάρχουν στις μεγαλουπόλεις». 

Φωτογράφιση για τις ανάγκες ενός νέου μελοποιημένου ποιήματος/Πηγή:katarraktisvillage 

-Λένε πως εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, η Ελλάδα «τρώει» τα παιδιά της. Ειδικά στα χρόνια των Μνημονίων που διανύουμε. Μήπως πρόκειται για έναν βολικό μύθο; Μήπως οι άνθρωποι που ζουν μακριά από το Κέντρο και με τη συμβολή της τεχνολογίας έχουν πια περισσότερες - αναγκαστικά - ευκαιρίες με κυρίαρχο δεδομένο την καλύτερη ποιότητα ζωής; Δεν έχουν εχθρό το χρόνο, έχουν αμεσότερη επικοινωνία με τη φύση και τους ανθρώπους. Βέβαια, από την άλλη, έχουν λιγότερες παροχές και σε επίπεδο κράτους. Ταλαντεύομαι και δεν έχω καταλήξει. Εσείς τι πιστεύετε; 



«Θα σας πω ότι εγώ κι ο σύζυγός μου επιλέξαμε να μετατεθούμε στο νησί των Οινουσσών, ενώ είχαμε ήδη προγενέστερα αποφασίσει να μείνουμε μόνιμα στην Αθήνα και μάλιστα για το λόγο αυτό είχαμε αγοράσει (με δάνειο φυσικά) και σπίτι στη Νέα Σμύρνη. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να ανταπεξέλθουμε στους γρήγορους ρυθμούς της πόλης. Δε μπορούσαμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με τον τρόπο που εμείς επιθυμούσαμε, ήρεμα κι αρμονικά μέσα σε μια τεράστια τσιμεντούπολη, όπου ο κίνδυνος μας χτυπούσε καθημερινά την πόρτα και που η οικονομική μας κατάσταση, λόγω του ακριβού κόστους ζωής ήταν κακή. Για το λόγο αυτό επιλέξαμε να μετατεθούμε σε ένα νησί, το οποίο αφενός μεν μας ήταν γνώριμο, λόγω επαγγέλματος, αφετέρου δε μας παρείχε όλα όσα εμείς θεωρούσαμε σημαντικά κι αναγκαία για το ασφαλές μεγάλωμα των παιδιών μας. Οι άνθρωποι στην επαρχία δεν είναι στερημένοι από τους ανθρώπους της πόλης. Ίσα ίσα στην επαρχία είναι πιο ελεύθεροι κι έχουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ασχοληθούν με πολλά περισσότερα πράγματα, εφόσον το θελήσουν. Βέβαια, όπως είπατε, οι παροχές εδώ είναι περιορισμένες. Μα αν δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος και διάθεση, πώς να αξιοποιήσει κανείς τις παροχές που του δίνονται πλουσιοπάροχα; Ο χρόνος λοιπόν είναι σύμμαχος των ανθρώπων που ζουν στην επαρχία κι αυτό είναι πολύ σημαντικό κριτήριο για να αλλάξει και τη διάθεση τους, αλλά και για να τους ανεβάσει την ποιότητα της ζωής τους». 

-Η τελευταία σας ποιητική συλλογή «Θάλασσα κι Ουρανός» είναι αφιερωμένη στους ναυτικούς μας. Πια γεννά ναυτικούς η νησιωτική αυτή χώρα; Ανθρώπους ν’ αγαπούν τη θάλασσα και να θέλουν να δουλέψουν στις θάλασσες; «Καπετανέικα αρχοντικά» γεννούν πια τα νησιά μας; 




«Η χώρα μας είναι μια παγκόσμια ναυτική δύναμη. Για το μόνο πράγμα που έχει να υπερηφανεύεται η Ελλάδα μας πια, εκτός από τον πολιτισμό της, είναι η ναυτοσύνη της. Η χώρα μας γεννάει ναυτικούς. Όμως τα κίνητρα που ωθούν τους νέους σήμερα για να ασχοληθούν με τη θάλασσα, είναι τελείως διαφορετικά από τα κίνητρα που ωθούσαν τους ανθρώπους παλαιότερα. Και φυσικά αυτά έχουν να κάνουν με τη μεγάλη οικονομική κρίση που δυναστεύει την κοινωνία μας κι αναγκάζει τους ανθρώπους της να βρουν τον καλύτερο και ασφαλέστερο τρόπο διαφυγής από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, που δεν είναι άλλος από τη θάλασσα. Έτσι λοιπόν η αύξηση του αριθμού των ναυτικών στις μέρες μας δεν απορρέει τόσο από τη μεγάλη αγάπη των ίδιων για τη ναυτοσύνη, όσο από την ανάγκη τους για επιβίωση. Αρκεί να δει κανείς το μορφωτικό επίπεδο των νέων στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού και τα υψηλά ποσοστά επιτυχίας τους στις πανελλαδικές εξετάσεις. Όσον αφορά τώρα τα "καπετανέικα αρχοντικά" στα οποία αναφέρεστε, δε γνωρίζω κατά πόσο οι νέοι καπεταναίοι αποφασίζουν πια να χτίσουν αρχοντικά σπίτια, λόγω του ξενόφερτου τρόπου ζωής κι έκφρασης των Ελλήνων που παρατηρείται ακόμα και στα οικήματα, όμως έχω τη χαρά στο νησί που ζω να βλέπω καθημερινά τα επιβλητικά αρχοντικά καπετανόσπιτα παλαιότερων γενεών, τα οποία αποπνέουν μια αίγλη και προκαλούν ανυπέρβλητο δέος για τον κάθε περαστικό». 



-Στο βιβλίο σας «Προσφυγιά» γράφετε: «Το σημαντικό της υπόθεσης είναι ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να κάνει όνειρα ακόμη κι όταν όλα φαντάζουν νεκρά. Τα όνειρα δεν έχουν όρια. Τα όνειρα νικούν τα πάντα». «Στη γη την ξένη», σε μια Ευρώπη που κινείται στα όρια πια, πόση διέξοδος απομένει στα όνειρα των κυνηγημένων; 

«Αν σταματήσει ο άνθρωπος να ονειρεύεται, αν σταματήσει να ελπίζει σε κάτι καλύτερο, τότε για ποιο λόγο να ζει; Για ποιο λόγο να φύγει ο πρόσφυγας από τον τόπο του, αν δεν έχει να περιμένει κάτι καλύτερο στην ξένη χώρα που πηγαίνει με μόνη βαλίτσα του τον εαυτό του; Τα όνειρα ναι, μπορούν να νικήσουν τα πάντα. Μπορούν να νικήσουν τον άσχημο καιρό, την αγριότητα της θάλασσας, την περιφρόνια του κόσμου, την προσμονή, την κακουχία, την πείνα, την αθλιότητα, την κακομεταχείριση, ακόμα και το θάνατο του διπλανού. Τα όνειρα δεν περιορίζονται, όμως οι άνθρωποι μπορούν και έχουν το χάρισμα να προσαρμόζονται στις εκάστοτε καταστάσεις και συνθήκες και να μετρούν διπλά και τριπλά τις πιθανότητες επίτευξής τους. Πρωταρχικός στόχος του κυνηγημένου είναι η ασφάλεια. Όταν την κατακτήσει μετά από πολύ χρόνο και κόπο, μπορεί έπειτα να ονειρεύεται και κάτι περισσότερο. Άλλωστε ποιος άνθρωπος δεν προσδοκεί πάντα το καλύτερο για τον εαυτό του και ποιος δεν το κυνηγά;» 

-Ως Ανθυποπλοίαρχος του Λιμενικού Σώματος –και με προϋπηρεσία 15 χρόνων- τι έχουν δει τα μάτια σας και με τι έχει λυγίσει η ψυχή σας ειδικά τα τελευταία χρόνια με τις καραβιές των απελπισμένων στο Αιγαίο;


«Είναι γεγονός ότι από την πρώτη μου μέρα στο Λιμεναρχείο της Κω, όπου και μετατέθηκα ως νέα Κελευστής, αλλά κι αργότερα στο Κεντρικό Λιμεναρχείο της Χίου, όπου υπηρέτησα για τρία χρόνια, η επαφή μου με το προσφυγικό πρόβλημα ήταν άμεση. Οι Λιμενικοί δυστυχώς είναι οι άνθρωποι που πρώτοι απ’ όλους έρχονται σε άμεση επαφή με τους πρόσφυγες κι οι εικόνες που αποκομίζουν καθημερινά στη δουλειά τους δεν είναι και πολύ ευχάριστες. Δεν είναι καθόλου ευχάριστες θα έλεγα. Στη βάρδια μου έχω δει απελπισμένους ανθρώπους να παρακαλάνε για ένα κομμάτι ψωμί, γυναίκες να ζητούν να προστατέψουμε τα παιδιά τους, εγκυμονούσες εξαντλημένες κι εξαθλιωμένες από το ταξίδι τους στη θάλασσα να ζητούν ιατρική φροντίδα για να νιώσουν το παιδί τους στην κοιλιά τους, ανάπηρους να ζητωκραυγάζουν γιατί σώθηκαν, γέρους να κοιτούν με περιέργεια τον νέο τους τόπο, παιδιά να ζητούν να παίξουν ανέμελα. Και ναι, θα έλεγε κάποιος. Αυτά τα βλέπουμε κι εμείς στους δρόμους των νησιών, αλλά και στην πρωτεύουσα, όπου η κατάσταση χειροτερεύει καιρό με τον καιρό. Ποιος έχει δει όμως κατάματα τον σπαραγμό; Ποιος έχει δει τον ίδιο το θάνατο στα πόδια του; Ποιος έχει δει πνιγμένους στη σειρά, γονείς να ψάχνουν τα παιδιά τους, παιδιά να ψάχνουν τους γονείς τους; Ποιος δε λυγίζει στο λυγμό; Ποιος δεν λυγίζει στο θρήνο; Και το χειρότερο, τι μπορεί από μόνος του να κάνει για να το αποτρέψει; Μεγάλη κουβέντα και δυστυχώς καθόλου ευχάριστη». 

-Είστε μητέρα τριών παιδιών. Έχετε εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές εκ των οποίων οι τρεις με μελοποιημένη ποίηση. Εσείς κάνετε και τη μελοποίηση των ποιημάτων σας. Αρθρογραφείτε στον τοπικό τύπο, δημοσιεύετε σε λογοτεχνικά περιοδικά, έχετε το δικό σας blog. Παράλληλα εργάζεστε και όπως μαθαίνω αποτελείτε μία από τις βασικές «ψυχές» ζωής του νησιού. Θέλετε να μου περιγράψετε το καθημερινό σας πρόγραμμα;


«Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να ασχολούμαι με ποικίλες δραστηριότητες. Άλλοτε τα καταφέρνω και άλλοτε όχι. Όμως δεν το βάζω ποτέ κάτω. Η απραγία είναι το μεγαλύτερο έγκλημα για τον άνθρωπο, για την οποία κάποια στιγμή στη ζωή του σίγουρα θα μετανιώσει. Έχοντας αυτό ως βασικό μότο στη ζωή μου, προσπαθώ να ασχολούμαι με πράγματα που γεμίζουν δημιουργικά την καθημερινότητά μου και παράλληλα με ευχαριστούν και με ομορφαίνουν ενδόμυχα. Προς στιγμήν έχω αφήσει στην άκρη κάποιες από τις βασικές μου ενασχολήσεις, κυρίως στον τομέα της άθλησης, όπου είχα δραστηριοποιηθεί παλαιότερα, λόγω έλλειψης χρόνου, γράφω στον τύπο πια όποτε ευκαιρήσω και όχι καθημερινά κι έτσι χαλαρώνω κάπως τους καθημερινούς μου ρυθμούς. Το καθημερινό μου πρόγραμμα φυσικά περιλαμβάνει τη δουλειά μου, τις δουλειές του σπιτιού, την ψυχαγωγία των παιδιών μου και τέλος οπωσδήποτε την ενασχόληση μου με την ποίηση, καθώς η ποίηση είναι αυτή που με χαλαρώνει και με ξεκουράζει αφάνταστα. Δε βλέπω τηλεόραση, δε συνηθίζω να βγαίνω έξω, οπότε ο χρόνος χαλάρωσής μου είναι πάντα δημιουργικός κι έχει να κάνει με όσα εσείς αναφέρατε και με κάποια άλλα που κρατάω για μένα. Φυσικά οφείλω να πω πως έχω την τύχη στην μέχρι στιγμής πορεία μου να έχω δίπλα μου ανθρώπους που με στηρίζουν και με ενθαρρύνουν σε ό,τι κι αν κάνω. Η οικογένειά μου είναι το βασικό στήριγμά μου, ο εκδοτικός μου οίκος είναι φυσικά πάντα δίπλα μου, ενώ δεν πρέπει να παραλείψω τη συμβολή των συνεργατών μου στο φωτογραφικό και μουσικό κομμάτι της κάθε ποιητικής συλλογής». 


-Τι κληρονομιά θέλετε ν' αφήσετε στα παιδιά σας; 

«Την αγάπη και το πάθος μου για δημιουργία και ζωή».

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook