Η γεωγραφία και ο υλικός πολιτισμός της Ευρώπης

Φεβρουαρίου 02, 2017

Από τις αρχές του 20ου αιώνα κυρίαρχη τάση στην Γεωγραφία είναι η Πιθανοκρατία. Αυτή αναγνωρίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ανθρώπου στην εξέλιξη του και στην διαδικασία αλλαγής του χώρου, καθώς μπορεί να ανταποκριθεί με διάφορους τρόπους στις επιρροές του φυσικού. 





Γράφει ο Φώτης Μπαξεβάνης

Από τις αρχές του 20ου αιώνα κυρίαρχη τάση στην Γεωγραφία είναι η Πιθανοκρατία. Αυτή αναγνωρίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ανθρώπου στην εξέλιξη του και στην διαδικασία αλλαγής του χώρου, καθώς μπορεί να ανταποκριθεί με διάφορους τρόπους στις επιρροές του φυσικού. 

Oι τεράστιες κοινωνικές ανάγκες, που διαπιστώνονται στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για σχεδιασμό πόλεων και οικιστική ανάπτυξη, για μεταφορές, ενέργεια, επικοινωνία, υποδομές, βιομηχανία, απαιτούν τη συλλογή, ποσοτικοποίηση και στατιστική επεξεργασία ικανού όγκου γεωγραφικών δεδομένων. 


Αναπτύσσεται έτσι η Ποσοτική Γεωγραφία, χάρη στην διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στη χρήση οικονομετρικών ποσοτικών μεθόδων και μοντέλων βελτιστοποίησης, στην προσπάθεια χωρικής και οικονομικής ανασυγκρότησης των καπιταλιστικών χωρών. 

Στις δεκαετίες 1950-1960 παρατηρείται στην Ευρώπη ραγδαία εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη, μια προσπάθεια ανασυγκρότησης του χάους που επέφερε ο πόλεμος με σοβαρές χωρικές συνέπειες. Χάνεται η αυτάρκεια και συνεπώς η αυτονομία των τοπικών κοινωνιών, κάτω από την ομοιογενοποιητική δύναμη του φορντισμού, ο οποίος οργανώνει το χώρο παράγοντας όμοια αστικά-βιομηχανικά τοπία. 

Η επανάληψη δημιουργίας τέτοιων χώρων θεωρείται απόρροια της λειτουργίας νόμων που ρυθμίζουν τη χωρική. Η αντιμετώπιση άμεσων αναγκών, που σχετίζονται με τη χωρική και οικονομική ανασυγκρότηση των καπιταλιστικών χωρών, σηματοδοτεί μια έμφαση ποσοτικοποίησης και πειραματισμού. 

Το υπόβαθρο της αποδοτικής λειτουργίας του βιομηχανικού συστήματος, ορίζεται από τις «αρχές της επιστημονικής διαχείρισης της εργασίας» στο εργοστάσιο, τις οποίες περιγράφει στο βιβλίο του ο Taylor (1911). 

Τις αρχές αυτές προσαρμόζει ο Ford στην γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων. Η μαζική παραγωγή προϋποθέτει τη δημιουργία μεγάλων εταιριών, δραστηριοποιημένων σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους, με βασικές μεταφορικές και κτιριακές υποδομές, συστήματα πληροφορικής και καταμερισμό εργασίας. 

Η τεράστια αύξηση του όγκου παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας, επιβεβαιώνει ότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας αποτελεί τη βάση της δημιουργίας αξίας στον καπιταλισμό. 

Το 1914 ο φορντισμός αποτελεί το νέο καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ο όρος υποδηλώνει τις τεχνικές και κοινωνικοοικονομικές αρχές, που επιβάλλονται από τον Αμερικάνο μεγαλοεπιχειρηματία, οι οποίες δημιουργούν την εποχή της αυτοματοποιημένης μαζικής παραγωγής. 

Στο απάνθρωπο αυτό σύστημα, ο εργάτης αποτελεί εξάρτημα της γραμμής παραγωγής, αφού πρέπει σε συγκεκριμένο χρόνο να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη πανομοιότυπη εργασία. Μαζική παραγωγή σημαίνει και μαζική κατανάλωση, οπότε απαιτούνται μεγάλοι αποθηκευτικοί χώροι για τα προς πώληση προϊόντα. 

Ο κεϋνσιανισμός αποτελεί τον ρυθμιστικό οικονομικό παράγοντα, που υπαγορεύει την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης των εργατών, για την αύξηση της παραγωγής, την επανεπένδυση κεφαλαίων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. 

Ο ενταγμένος άνθρωπος σε αυτό το σύστημα είναι και καταναλωτής των προϊόντων του συστήματος. Αποτελεί ένα «μηχανικό αυτόματο» που επιλέγει τα πάντα βάση της ωφέλειας που αναμένει από την χωροθέτηση του. Είναι ο homo economicus που εξιδανικεύεται από την Ποσοτική Επανάσταση. Υπηρετώντας το σύστημα παραγωγής περιέρχεται σε πλήρη απoδεξιοτητοποίηση. Επαναλαμβάνοντας μια συγκεκριμένη ρουτίνα, αποκλίνει των δεξιοτήτων, της σκέψης, του στοχασμού, της σύνθεσης. 

Η «κοινωνία της ευημερίας» βασίζεται στη μαζική τυποποιημένη παραγωγή αγαθών, για την ικανοποίηση πανομοιότυπων καταναλωτικών αναγκών. 



Οι Keynes και Ford δίνουν αίγλη στον καπιταλισμό της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας. Το κοινωνικό κράτος, με τις αναδιανεμητικές πολιτικές του, στηρίζει την καπιταλιστική κοινωνία. O θετικισμός αποτελεί ένα ιστορικά διαφοροποιημένο φιλοσοφικό κίνημα που θεωρεί την επιστημονική ως την μόνη αποδεκτή γνώση, αρνούμενος το κύρος μεταφυσικών εικασιών. 

Μετά την εποχή των Hume (1711-1776) και Comte (1798–1851) γνωστότερη γενιά θετικιστών είναι αυτή του Κύκλου της Βιέννης που δημιούργησε στην δεκαετία του 1920 τον Λογικό Θετικισμό (Barnes, 2009-β:557-558). 

Η Ποσοτική Γεωγραφία αναπτύσσεται την δεκαετία του 1950 στην Αμερική. Ωστόσο οι βάσεις της τέθηκαν από τη «Γερμανική Σχολή Χωροθέτησης», η οποία πραγματοποίησε σειρά αναλύσεων της χωροθέτησης των οικονομικών δραστηριοτήτων και της διαμόρφωσης των αγορών τους.

Πρώτη ένδειξη μετάβασης από την Περιφερειακή στην Ποσοτική Γεωγραφία, αποτελεί η θεώρηση της Γεωγραφίας από τον Schaefer (1953) ως νομοθετικής επιστήμης, βασισμένη σε οικουμενικά μοντέλα και καθολικούς νόμους, κατά τα πρότυπα των φυσικών επιστημών. Είναι ο πρώτος γεωγράφος που εφαρμόζει τις τυπικές αρχές του Λογικού Θετικισμού στη γεωγραφία. 

Η Γεωγραφία οφείλει να θέτει καθοριστικούς νόμους για την κατανομή δραστηριοτήτων στη γήινη επιφάνεια. Όπως τα φυσικά, έτσι και τα γεωγραφικά φαινόμενα και οι ανθρώπινες συμπεριφορές μπορούν και πρέπει να μετρηθούν, να αναλυθούν, να προβλεφθούν, βάση ποσοτικοποιήσιμων στοιχείων και όχι βάση υποκειμενικών αξιών και κινήτρων. Ό,τι δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί δεν αποτελεί αντικείμενο γεωγραφικής μελέτης. Αναπτύσσεται η χωρική ανάλυση που εξηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, όπως εκφράζεται στο χώρο με μαθηματικούς και γεωμετρικούς όρους. 

Ο γεωγραφικός χώρος αποτελεί ένα αδρανές, μονοδιάστατο και αμετάβλητο πεδίο σημείων που καθορίζεται από τη γεωμετρία των αποστάσεων και των μεταφορικών ροών από το ένα σημείο στο άλλο. 

Οι υποστηρικτές της Ποσοτικής Γεωγραφίας Chorley και Haggett (1967), δανειζόμενοι την ορολογία του Kuhn, θεωρούν τη γαλλική περιφερειακή σχολή Γεωγραφίας ως ένα παρωχημένο ταξινομητικό παράδειγμα το οποίο βρίσκεται σε σοβαρή κρίση. Προβάλλουν ένα νέο παράδειγμα βασιζόμενο στην αλληλεπίδραση μεταξύ Γεωγραφίας και Λογικού Θετικισμού, το οποίο θεωρείται «επιστημονική επανάσταση». 

Ο Λογικός Θετικισμός αποτελεί το επιστημολογικό υπόβαθρο της Ποσοτικής Γεωγραφίας και της χωρικής ανάλυσης. Υποστηρίζει την ύπαρξη συμμετρικότητας μεταξύ επιστημονικής γνώσης και διαδικασιών επαλήθευσης των εμπειρικά μετρήσιμων γεγονότων. Τα γεγονότα αυτά απορρέουν είτε από την επαγωγική γενίκευση τους που οδηγεί σε επιστημονικές θεωρίες είτε ως υποθέσεις μιας υποθετικο-παραγωγικής μεθόδου, με σκοπό τον προσδιορισμό ενός υπό μελέτη εμπειρικού φαινομένου. Η επαλήθευση των υποθέσεων θα οδηγήσει στη διατύπωση νόμων και στην κατασκευή θεωριών που εξηγούν επιστημονικά το φαινόμενο. 

Συνέπειες του κατακερματισμού της γεωγραφικής επιστήμης

Η επικράτηση της Ποσοτικής Επανάστασης και του Λογικού Θετικισμού προκαλούν οπισθοδρόμηση της Γεωγραφίας, οδηγώντας την στην εξειδίκευση και στον κατακερματισμό. Η Φυσική Γεωγραφία διαιρείται σε Γεωμορφολογία, Κλιματολογία, Βιογεωγραφία, Περιβαλλοντική Γεωγραφία. Η Ανθρωπογεωγραφία διασπάται σε Οικονομική, Κοινωνική, Αστική, Πολιτική, Πληθυσμιακή και Πολιτιστική και Ιστορική Γεωγραφία. Φαινόμενα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά, (παγκοσμιοποίηση και μετανάστευση, κοινωνικός αποκλεισμός στο χώρο, ανάπτυξη και παρακμή πόλεων και περιφερειών, αποβιομηχάνιση κ.ά.) δεν μπορούν να κατανοηθούν και να ερμηνευθούν από τον μονοδιάστατο θετικισμό της Ποσοτικής Γεωγραφίας. 

Η χωρική ανάλυση, η εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο χώρο μέσα από μαθηματικούς και γεωμετρικούς όρους, δημιουργεί τη θεωρία της χωροθέτησης. 

Η εξορθολογισμένη ανθρώπινη δράση αποκομμένη από κάθε πολιτικοκοινωνική και πολιτιστική διάσταση, δημιουργεί μια νέα περίοδο ντετερμινισμού που θα ονομαστεί «φετιχισμός του χώρου»

Η δημιουργία εξειδικεύσεων οδηγεί σε σκληρά επιστημονικά στεγανά και στην απαγόρευση επικαλύψεων. Η ενιαία αλλά πολύπλοκη πραγματικότητα προσεγγίζεται αναλυτικά και αφαιρετικά. 

Αναζητούνται ιδιότητες που αφορούν μια συγκεκριμένη επιστήμη˙ κάθε επιστήμονας εξειδικεύεται στο δικό του πεδίο˙ η ανάπτυξη της γνώσης σε ένα πεδίο πραγματοποιείται με ανακάλυψη εμπειρικά επιβεβαιωμένων νόμων. 

Η συνολική θεώρηση της πραγματικότητας επιτυγχάνεται μέσα από συνεργασία επιστημόνων διαφορετικών κλάδων (πολυεπιστημονικότητα), ακυρώνοντας έτσι την διεπιστημονική δραστηριότητα του γεωγράφου. Η επιβαλλόμενη συγκόλληση συνεργαζομένων επιστημών δεν εκφράζει την δυναμική τους. Η διεπιστημονικότητα αποτελεί χαρακτηριστικό των επιστημών του χώρου και του χρόνου. Δεν αφορά στη μεταφορά γνώσης από την μια επιστήμη στην άλλη, αλλά στην μετατόπιση των ορίων μεταξύ αυτόνομων επιστημονικών αντικειμένων και στην ανασύνταξη της επιστήμης. Επιμέρους πλευρές των φαινομένων μελετώνται σφαιρικά σαν σύνθεση πολλαπλών καθορισμών. Μια θετικιστική και κατακερματισμένη Γεωγραφία δεν μπορεί να γενικεύει χωρίς να ενδιαφέρεται για χωρικές διαφοροποιήσεις. Πολλά φαινόμενα απαιτούν σύνθετες προσεγγίσεις. 


Η Κοινωνική Γεωγραφία ασχολείται με την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, αδιαφορώντας για τον παραγωγικό και εργασιακό τομέα. Η Οικονομική Γεωγραφία μελετά την παραγωγή και διανομή αγαθών αποκομμένη από την κοινωνία. Η Πολιτική Γεωγραφία εστιάζει σε περιφερειακές εκλογικές συμπεριφορές, ενώ η Ιστορική Γεωγραφία εξετάζει συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. 

Η Ποσοτική Επανάσταση αρχικά επηρεάζει καθαρά θεωρητικά την Οικονομική και Αστική Γεωγραφία, οι οποίες μετασχηματίζονται με την εισαγωγή φυσικών, οικονομικών και κοινωνιολογικών θεωριών. 

Κάθε μια εξειδικευμένη Γεωγραφία ορίζεται διαφορετικά, αφού πραγματεύεται περιορισμένο φάσμα ερωτημάτων. Το περιορισμένο αυτό φάσμα παραλείπει σύνθετα φαινόμενα που λειτουργούν ανεξαρτήτως διαχωρισμών. Συνέπεια του κατακερματισμού είναι μια πλαστή υπεραπλούστευση και η τάση του εξερευνητή να προϋποθέτει αυτό που πρέπει να ανακαλύψει. Ο θετικιστικός κατακερματισμός δημιουργεί ένα διογκούμενο απόθεμα εξειδικευμένης γνώσης και τον ακαδημαϊκό καταμερισμό της εργασίας. Λόγω της αύξησης αυτής, η διατήρηση του διαχωρισμού σε Φυσική Γεωγραφία και Ανθρωπογεωγραφία θεωρείται αναγκαία για την εκπαιδευτική διαδικασία, αφού η γνώση κλιμακώνεται σταδιακά και αρθρωτά. Τη λύση θα δώσει η διεπιστημονική προσέγγιση της Κριτικής Γεωγραφίας. Οι κοινωνικό-γεωγραφικές της προσεγγίσεις είναι ταυτόχρονα οικονομικο-γεωγραφικές και γεωπολιτικές. Είναι αναγκαία η επίγνωση της βιομηχανικής αναδιάρθρωσης και της παγκοσμιοποίησης στον μετασχηματισμό των κοινωνιών, διότι όλα τα σύνθετα φαινόμενα απασχολούν την έρευνα. 

Η σχετικότητα των γεωγραφικών ορισμών. 

Η σχετικότητα των γεωγραφικών ορισμών υποσκάπτει την επιμονή της Ποσοτικής Επανάστασης να θεωρεί τη Γεωγραφία ως επιστήμη που μοντελοποιεί τα πράγματα. Κάθε γεωγραφικός ορισμός δημιουργεί ζεύγματα (ομοιογένειας-διαφοροποίησης, γενίκευσης-σύγκρισης, παγκόσμιου-τοπικού) που προκαλούν εντάσεις. Οι ορισμοί των Hartshorne (1939) και Harvey (1969) αντανακλούν μια παρωχημένη περιφερειακή γεωγραφική σκέψη, η οποία υπογραμμίζει την χωρικά διαφοροποιημένη ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι την ομοιομορφία μοντέλων. Ωστόσο απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην αλληλεπίδραση του χώρου με κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές παραμέτρους. Στο έργο του ο Hartshorne δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στον Λογικό Θετικισμό. Είναι ο μεθοδολογικός του αντίπαλος, ο Schaefer, ο οποίος θεωρεί την Γεωγραφία ως μη περιγραφική επιστήμη, αλλά ως επιστήμη που ασχολείται με τη διατύπωση νόμων που διέπουν τη χωρική κατανομή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών στην επιφάνεια της γης. 


Ο Hartshorne πιστεύει ότι οι φυσικές επιστήμες πρέπει να μελετούν και δυνάμεις όχι άμεσα παρατηρήσιμες, ενώ οι νόμοι που διέπουν τα γεωγραφικά φαινόμενα θα πρέπει να αναθεωρούνται με βάση τις χωρικές ιδιαιτερότητες. Ο ορισμός του προτάσσει την χωροθετική τάση του ανθρωπογεωγραφικού προβληματισμού, παραβλέποντας την οικολογική και διαρθρωτική. 

Η επιστημονική ερμηνεία της Γεωγραφίας του Harvey φέρει ελάχιστα ίχνη Λογικού Θετικισμού, ενώ μαρτυρά μια προτίμηση μάλλον υπέρ του Λογικού Εμπειρισμού. Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι όχι μόνο σε επίπεδο ορισμού μιας επιστήμης, αλλά και σε επίπεδο ορισμού της επιστήμης από τον ίδιο άνθρωπο, διαπιστώνονται αλλαγές και μεταβολές. 

Κυριότερη αντίθεση που εγκολπώνεται στους πολλαπλούς ορισμούς αποτελεί το ζεύγμα ανάμεσα στη νομοθετική γεωγραφική αντίληψη, που αναζητά γενικούς νόμους αναλύοντας το χώρο και στην ιδιογραφική περιφερειακή τάση που μελετά διαφοροποιημένες γεωγραφίες, ιστορίες, περιβάλλοντα, συνθήκες. 

Είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτός αποκλειστικά ένας μόνο γεωγραφικός ορισμός λόγω της δυναμικής εξέλιξης της Γεωγραφίας η οποία αλληλεπιδρά με το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. 

Το επιστημολογικό πλαίσιο της Ποσοτικής Επανάστασης οδηγεί στην εξειδίκευση γεωγραφικών κλάδων, δημιουργώντας μια σύνθετη επιστήμη. 

Η εξειδίκευση αποτελεί μια πολιτισμική σύλληψη που δημιουργεί ανθρώπους που απασχολούνται σε ένα αντικείμενο. 



Η επιβολή γενικών νόμων χωρικής οργάνωσης από την Ποσοτική Γεωγραφία, συσχετίζεται με την ραγδαία εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών και τις επιπτώσεις της στο χώρο. 

Η Ποσοτική Γεωγραφία, χρησιμοποιώντας την επαγωγή, φυσικοποιεί τα γεωγραφικά φαινόμενα. Ωστόσο τα ανθρωπογεωγραφικά φαινόμενα δεν μπορούν να προσεγγιστούν με όρους φυσικών επιστημών. Η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, μέσα στο χρόνο, δημιουργεί πρόβλημα στην επαγωγική γενίκευση, στον τρόπο φιλοσοφικής σκέψης, στη δημιουργία επιστημονικών κανόνων. Οι γεωγραφικοί ορισμοί στερούνται καθολικότητας και διαχρονικής ισχύος. 

Η γεωγραφική δυναμική αλληλεπιδρά με τις φερτές ύλες της κοινωνικής εξέλιξης προκαλώντας νομικές και θεσμικές αλλαγές. Ο θετικισμός περιορίζει τις ερωτήσεις που αφορούν σε σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα. 


Ωστόσο φαινόμενα όπως παγκοσμιοποίηση, άνιση ανάπτυξη, μεταναστευτικές ροές και κοινωνικός αποκλεισμός αποτελούν ταυτόχρονα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά φαινόμενα στο χώρο απαιτώντας διεπιστημονικές προσεγγίσεις, κάτι που θα εφαρμόσει η Κριτική Γεωγραφία. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Κουρλιούρος, Η., (22013), «Δύο επιστημολογικές τομές στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή γεωγραφία» στο: Λεοντίδου, Λ. (επιμ.) Γενική Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης. Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός, Πάτρα: ΕΑΠ σ.151-176. Κουρλιούρος, Η., (2011), Διαδρομές στις Θεωρίες του Χώρου. Οικονομική γεωγραφία της αναδιάρθρωσης και της άνισης ανάπτυξης, Αθήνα: Προπομπός. Κουρλιούρος, Η., (2007), «Οικονομική Γεωγραφία: Επιστημολογικές Τομές και Κριτικές Αντιπαραθέσεις» στο: Τερκενλή, Θ., Ιωσηφίδης, Θ., Χωριανόπουλος, Ι., (επιμ.) Ανθρωπογεωγραφία: Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Αθήνα, Κριτική σ.272-297. Λεοντίδου, Λ., (82011). Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στους Επιστημολογικούς Αναστοχασμούς της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός. Barnes T. (2009-α), «Logical Positivism», στο Gregory D., Johnston R., Pratt G., Watts M., Whatmore S. (επιµ.) The Dictionary of Human Geography- 5th Edition, Chichester UK: Willey Blackwell, σ. 430. Barnes T. (2009-β). «Positivism», στο Gregory D., Johnston R., Pratt G., Watts M., Whatmore S. (επιµ.) The Dictionary of Human Geography- 5th Edition, Chichester UK: Willey Blackwell, σ. 557-559.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook