Παναγιώτης Παπανικολάου: Να μην είχα φύγει ποτέ και να μην γύρναγα...

Οκτωβρίου 06, 2016


Ποιος είναι ο πλέον περιζήτητος Σεφ στην Ελλάδα;















Συνέντευξη: Γεωργία Λινάρδου

Φωτό: Γ. Λινάρδου και προσωπικό αρχείο Π.Παπανικολάου


Το ραντεβού μας ήταν στην πλατεία της Κυψέλης, έξω από τα ΕΛΤΑ στη μία το μεσημέρι. Και μετά σ' ένα καλοίσκιωτο μέρος για να κάνουμε την συνέντευξη. Καταλήξαμε στον Μπακαλόγατο του επίσης Κασιώτη Σεφ, Γιώργου Καντέλη. Βασικά εκείνος με οδήγησε. Εγώ δεν έχω ιδέα από Κυψέλη.

Με το μαγαζί να κυριαρχεί στο λευκό, τον Παναγιώτη Παπανικολάου ντυμένο ως συνήθως στα μαύρα, άρχισε μια κουβέντα για τη ζωή αυτού του ανθρώπου που ξεκίνησε από την Αίγυπτο - με καταγωγή από την Κάσο - και περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες του κόσμου με σημεία σταθμούς το Βέλγιο, την Αγγλία και φυσικά την Αμερική. 

Ιδιαίτερος συνομιλητής αυτός ο τρίτης γενιάς Έλληνας Εξ Αιγύπτου που η οικογένειά του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1966, λίγο πριν από τον πόλεμο με το Ισραήλ. 

«Ήταν πολύ επικίνδυνο να ζεις πλέον εκεί. Ήρθαμε στην Ελλάδα και μείναμε εδώ στην Κυψέλη, σε ένα από τα δύο διαμερίσματα της θείας μου που μας φιλοξένησε». 

Ο πρώτος από αριστερά. Δίπλα του τα δυο του ξαδέλφια και δεξιά ο Νικόλας ο μικρότερος αδελφός του

Όταν ήρθαν από την Αίγυπτο δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητοι. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν επτά ετών. 

«Υπήρχαν προβλήματα που ήταν και θετικά. Τα προβλήματα στην αρχή τα βλέπεις με αρνητικό μάτι, αλλά στην εξέλιξή τους μπορεί να είναι και θετικά γιατί ωριμάζεις γρηγορότερα. Όταν είσαι σε μία οικογένεια που δεν είναι αρτιμελής...» 

-Ναι, αλλά μήπως χάνεις και πολλά; 

«Χάνεις άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, εγώ έλεγα πάντα πως δεν ξέρω πώς να φερθώ σε μία γυναίκα γιατί δεν είχα ζήσει το μοντέλο του άντρα στην οικογένεια. Είναι κλασσικό αυτό. Κάποιοι το γελοιοποιούσαν ή το θεωρούσαν αμελητέο αλλά στην ουσία υφίσταται. Όταν η οικογένεια δεν είναι αρτιμελής - αυτό ισχύει και για ένα χωρισμένο ζευγάρι - το παιδί μεγαλώνει χωρίς είδωλα, πραγματικά είδωλα. Μιμούμαστε. 'Όπως και να το κάνουμε, μιμείσαι τους άλλους. Αυτό συνέβη. Εγώ τα αναλύω τα θέματα, έχω μία λόξα τέτοια. Κακή λόξα...» 




-Γιατί είναι λόξα; 

«Γιατί μπαίνεις σε έναν κυκεώνα...» 

-Είναι, όμως, και λόξα απελευθερωτική... 

«Είναι μία αυτοψυχανάλυση, αλλά από την άλλη μεριά έχει και βάρβαρα στοιχεία, διότι δημιουργείς ένα ενοχικό σύνδρομο. Μπορεί να κατηγορήσεις μέσα σου - όταν έχεις μία ενδόμυχη συζήτηση με τον εαυτό σου - ακόμη και τη μάνα σου. Ενώ δεν μπορείς να την κατηγορήσεις στην πραγματική σου ζωή. Εσωτερικά, όμως, μπορείς να το κάνεις. Εγώ κατηγόρησα και τη μάνα και τον πατέρα μου εσωτερικά και γι' αυτό λέω ότι δημιουργεί σύνδρομο ενοχής. Οι ενοχές είναι και αυτό που σκέφτεσαι. Πολλές φορές είχα εσωτερικές τριβές με τον εαυτό μου που βέβαια μπορεί να ήταν και καλές. Δεν μπορείς να είσαι απόλυτος για τίποτα. Είναι χαζό να είσαι απόλυτος». 


Στην Αίγυπτο. Ο μαθητής με τις τιράντες


Όταν ο Παναγιώτης Παπανικολάου ήρθε στην Αθήνα από την Αίγυπτο, έπρεπε να ξαναδώσει εξετάσεις για να πάρει την ισοτιμία του απολυτηρίου από το τότε εξατάξιο Γυμνάσιο. Έτσι ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα. Η γνώση, η εκπαίδευση, η πιστοποίηση από το εξωτερικό ήταν... μη ευπρόσδεκτη. Για οικονομικούς λόγους αναγκάζεται να μπαρκάρει. Με καταγωγή από την Κάσο, δεν ήταν δύσκολο. 

Οι δάσκαλοι του Γυμνασίου στο Port Fouad. 

-Εάν δεν υπήρχαν οικονομικοί λόγοι θα βγαίνατε στη θάλασσα; 

«Δεν θα πήγαινα. Από τότε είχα βλέψεις για την Σχολή Καλών Τεχνών. Αλλά σε μία συζήτηση που έγινε με τους θείους μου οι οποίοι και θα πλήρωναν την όλη διαδικασία, μου είπαν ότι δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν χρήματα για τέτοια πράγματα. Υπήρχε μία υποτίμηση στα καλλιτεχνικά, ήταν η εποχή τέτοια και οπωσδήποτε το βλέπανε μέσα από ένα ιδιαίτερο πρίσμα: εντάξει. θα πας να κάνεις ζωγραφική και ποιος θα ταΐζει την οικογένειά σου; Είχα την μητέρα μου και τα δυο μου αδέλφια. Θέλανε σώνει και καλά να με ωθήσουν στο επάγγελμα του ναυτικού, ούτως ώστε να αναλάβω την οικονομική κατάσταση. Δεν θα έκανα διαφορετικά. Ήταν μία εποχή που δεν είχες άλλες επιλογές. Το έβαλα στο μυαλό μου και είπα: θα πάω να μπαρκάρω, θα κάτσω ένα χρονικό διάστημα, θα μαζέψω λεφτά και θα σπουδάσω μετά. Έτσι το πήγα. Βέβαια, δεν ήταν τόσο εύκολο όσο το είχα υπολογίσει στην αρχή. Έμεινα επτά χρόνια ναυτικός. Ξεμπαρκάρισα και επέστρεψα Αθήνα. Είχε αρχίσει ο αδελφός μου ο δεύτερος να δουλεύει, οπότε μπορούσε να αναλάβει εκείνος και κατά κάποιον τρόπο να απελευθερωθώ εγώ». 

Επιστρέφει στην Αθήνα και ξεκινά φροντιστήριο για την Σχολή Καλών Τεχνών στου Στέφου, ένα εργαστήριο ζωγραφικής. 

«Το φροντιστήριο είναι διαπλοκή, γι' αυτό δεν μιλάει κανένας. Έχουμε φροντιστήρια για να απασχολούμε τους καθηγητές που δεν μπορεί να τους απορροφήσει το σύστημα. Γι' αυτό μούγκα. Αναγκάστηκα, λοιπόν, να πάω φροντιστήριο. Ευτυχώς είχα χρήματα. Τότε έπρεπε να πληρώνω 2.000 δραχμές το μήνα! Μιλάμε για το 1975!» 

'Έκανε φροντιστήριο σε μία περίοδο που το κλίμα στην Ελλάδα ήταν «περίεργο». 

«Μια μιζέρια υπήρχε στην Ελλάδα. Εγώ δεν την έζησα πρωτογενώς γιατί ήμουν ναυτικός, αλλά εδώ υπήρχε μιζέρια. Ήταν όλοι: ναι και αυτό, και θα δούμε, και δεν γίνεται, και μπορεί να δώσεις και πέντε φορές για να περάσεις, και κάτι τέτοιες μπούρδες». 



Ένα κλίμα που σε κρατά πίσω και δεν σου δίνει ώθηση να εξελιχθείς. Εκείνος δεν έδινε σημασία ή προσπαθούσε να μη δίνει. 

Αλλά...

Προέκυψε ταξίδι για το Βέλγιο λίγο πριν από τις εξετάσεις για την Σχολή Καλών Τεχνών. Η αδελφή της μητέρας του με τον άντρα της, ζούσαν στην Αμβέρσα. 

«Ήθελα να κάνω ένα ταξίδι, να φύγω από εδώ, να ξελαμπικάρω. Είχα κουραστεί με τους Έλληνες». 

Δεν ήταν δύσκολη απόφαση. Επτά χρόνια ναυτικός. Είχε ζήσει λιμάνια, είχε γνωρίσει τον κόσμο.

Με ένα φίδι στο λαιμό. Ταϊλάνδη 1969
«Αυτό με βοήθησε γιατί είχα οικονομική άνεση και μπορούσα να κινηθώ. Μπορούσα να πάω κάπου δίχως να φοβάμαι. Σήμερα πολλά παιδιά που πρέπει να φύγουν να σπουδάσουν ή να δουλέψουν έξω, φοβούνται να φύγουν. Είναι το άγνωστο. Εγώ, όμως, είχα ξεθαρρέψει από τα ταξίδια και ήταν πολύ εύκολο να πάρω το πλοίο και να φύγω. Πήγα στο Βέλγιο για να κάτσω ένα μήνα πριν από τις εξετάσεις. Υπήρχε ένας φόβος μήπως δεν περάσω και τι θα κάνω μετά». 

-Σε τι ηλικία όλα αυτά; 

«Τότε 23 με 24. Τελείωσα το γυμνάσιο μικρός, 16 χρονών. Κερδίζαμε ένα χρόνο. Στην Αίγυπτο είχαν το αγγλοσαξονικό σύστημα, οπότε πήγαινες πιο γρήγορα σχολείο και τελείωνες πιο γρήγορα. Φυσικά, όταν ήρθαμε εδώ, έχασα ένα χρόνο γιατί έπρεπε να περάσω κατατακτήριες. Δεν δέχονταν τις σπουδές από την Αίγυπτο, αν και ήταν κατά μακράν καλύτερες από δω. Εδώ υπήρχε πάντοτε αυτή η λογική ότι οι ξένοι είναι χειρότεροι από εμάς, όταν οι ξένοι είναι πολύ καλύτεροι από εμάς σε όλους τους τομείς. Δεν με ξίνισε. Εντάξει, έδωσα εξετάσεις - μου φάνηκαν και γελοίες στην ουσία - πήρα και το απολυτήριο του Γυμνασίου από την Ελλάδα, ενώ είχα απολυτήριο από την Αίγυπτο, ξαναπήρα και από εδώ, δεύτερη φορά». 

-Εάν ζούσε ο πατέρας σας θα είχατε ακολουθήσει την ίδια διαδρομή; 

«Δεν μπορώ να απαντήσω. Είχα γράψει στο Facebook: "Να μην είχα φύγει ποτέ και να μην γύρναγα". Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα προβλέψεις. Υπάρχουν σκέψεις στο μυαλό μου που κάνουν λούπες. Εάν δεν είχα πάει στην Αμερική, πώς θα ήμουν; Κι αν δεν γύρναγα, πώς θα ήμουν; Αν δεν είχε πεθάνει ο πατέρας μου, αν δεν είχε πεθάνει ο αδελφός μου, γιατί κι αυτό είναι ένα συμβάν στη ζωή μου. Μεγάλωσα μέσα στον θάνατο. Με του που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι υπάρχω, πέθανε η γιαγιά μου και μετά πέθανε ο πατέρας μου. Μετά ο αδελφός μου. Αυτά είναι σημάδια. Ωριμάζεις. Βλέπεις ότι η ζωή δεν είναι ζωή, υπάρχει και θάνατος. Όταν δεν το βιώνεις, δεν το καταλαβαίνεις. Σε προσγειώνει, αλλά σε κάνει και ποιο συγκρατημένο. Σφίγγεσαι. Η οικονομική δυσχέρεια σε κάνει να σφίγγεσαι. Δίχως να το θέλεις γίνεσαι τσιγκούνης και μετά όλο αυτό γίνεται βιωματικό. Είναι σαν μια χρόνια αρρώστια που δεν μπορείς να την αποβάλλεις. Τα αδέλφια μου που δεν το έχουν βιώσει, δεν είχαν αυτό το πράγμα. Εγώ έγινα συντηρητικός και τσιγκούνης από ανασφάλεια. Μπορεί να είναι και ο χαρακτήρας. Δεν αποκλείεται. Αν μας σκαλίσεις, έχουμε στην οικογένεια τσιγκουναράδες (γελάει)». 

-Τελικά, υπήρχε κάποιο γονίδιο (γελάω). 

«Αλλά η τσιγκουνιά είναι ασθένεια,  είναι αρρώστια. Ο κόσμος μπορεί να νομίζει ότι είναι κάτι άλλο, αλλά η τσιγκουνιά είναι αρρώστια, όπως και η ζήλια. Έλεγα κάποτε ότι η ζήλια είναι αρρωστημένος ζήλος. Το έχω βιώσει και αυτό». 

Και ξεκινά για το Βέλγιο. Είχε στόχο. Εκεί, ο θείος του τον παροτρύνει να δηλώσει συμμετοχή σε διαγωνισμό για νέα ταλέντα της Σχολής Τεχνών, ο οποίος πραγματοποιείται υπό την αιγίδα της Βασίλισσας του Βελγίου, της Φαμπιόλα συζύγου του Βαλδουίνου. Ο θείος του ήταν λάτρης της δουλειάς του. Και ο ίδιος ήθελε να γίνει ζωγράφος, αλλά δεν κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Εκείνος τον παρότρυνε και ο τότε νεαρός Παπανικολάου το χρειαζόταν.

Βέλγιο 1976, Rubens Royal Academy of Antwerp


«Καμιά φορά υπάρχει ταύτιση ή προβολή, βρίσκεις κάποιον και τον βοηθάς γιατί δεν μπόρεσες να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Χρειάζεσαι πάντοτε ένα σπρώξιμο. Μου λέει: δώσε εξετάσεις, δεν ξέρεις καμιά φορά, είναι υποτροφία. Δίνω εξετάσεις. Με είχε βοηθήσει το γεγονός ότι είχα κάνει προετοιμασία στην Ελλάδα, αν και σε ένα βέβηλο, αιωρούμενο και μυστήριο σύστημα. Η προετοιμασία ήταν πολύ καλή στο φροντιστήριο του Στέφου και του Δασκαλάκη ο οποίος σήμερα είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους». 

Τι συνέβη; 

Πήρε την δεύτερη μεγαλύτερη υποτροφία στο Βέλγιο, διότι την πρώτη την έδιναν σε Βέλγους - «παρ'όλο που ο διαγωνισμός ήταν διεθνής, οι Βέλγοι έχουν έναν ρατσισμό περίεργο» - και αρχίζει. Δεν ήταν πολλά τα λεφτά. Ένα μικρό διαμέρισμα -τρώγλη- το φαγητό και χρήματα για τα υλικά. Ξεκινά τις σπουδές με φοιτητές που ήταν όλοι μικρότεροι. Εκείνος είχε «χάσει» επτά χρόνια στα καράβια. Αν και μικροέδειχνε, ενδόμυχα το ένιωθε. 

«Οι Βέλγοι αξιολόγησαν την δουλειά μου και με στέλνουν κατευθείαν στο τρίτο έτος, οπότε κερδίζω δύο χρόνια. Αυτό με κράτησε περισσότερο, παρά η υποτροφία διότι το κλίμα δεν μου άρεσε - η νοοτροπία των Βέλγων - αλλά έβλεπα ότι κέρδισα δύο χρόνια που αλλιώς θα τα είχα χαμένα, κι έτσι άρχισα να κάνω υπολογισμούς: έχασα επτά χρόνια στο ναυτικό, άρα κερδίζω δύο, άρα είμαι στα πέντε. Μια χαρά»! 

Ως έντονα κοινωνικό άτομο εύκολα δημιουργεί τον κύκλο του. Από την άλλη, όμως, ο ηφαιστειακός του χαρακτήρας, δημιουργεί προστριβές.

«Επαναστατώ με διάφορες καταστάσεις με τις οποίες διαφωνούσα. Ε, δεν το είδαν με καλό μάτι διότι ήμουν ξένος. Οι Φλαμανδοί έχουν μία σκληροπυρηνική σκέψη. Εγώ νόμιζα ότι μπορώ να κάνω ότι θέλω και στο τέταρτο έτος, ενώ έχω ακόμη έναν χρόνο για να τελειώσω, με διώχνουν από το Βέλγιο. Παίρνω ένα eviction note και ισχυριζόμενοι ότι δουλεύω παράνομα - παρ' όλο που δεν ίσχυε αυτό - μου ζητούν να εγκαταλείψω το Βέλγιο σε 25 ώρες! Είχα βρει σπίτι, είχα αγοράσει πράγματα, είχα τους πίνακές μου! Τα φορτώσαμε κακήν κακώς στο σπίτι του θείου μου κι έφυγα με το πλοίο για Αγγλία. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω καθώς δεν είχα λεφτά να γυρίσω στην Ελλάδα. Το αεροπλάνο ήταν πανάκριβο. Στο πλοίο συναντώ μια τύπισσα η οποία είχε εργαστήριο αγγειοπλαστικής στο Darlington, έξω από το Λονδίνο. Πάω εκεί και μπαίνω σε ένα τρικ με την αγγειοπλαστική. Μου άρεσε η αίσθηση του πηλού και κάθομαι γύρω στους τρεις μήνες. Μετά με καρφώνει ένας Εγγλέζος που ζήλεψε -γιατί η ζήλια είναι διεθνής - έρχονται με πιάνουν και με απελαύνουν από την Αγγλία, γιατί δούλευα παράνομα». 




Επιστρέφει στην Ελλάδα και αποφασίζει ότι θα εγκαταλείψει το μεγάλο του όνειρο. Πιάνει δουλειά στο Κολωνάκι σε ένα εργαστήριο που πούλαγε κασέτες και στερεοφωνικά. Ο Κύπριος ιδιοκτήτης  ήθελε έναν υπάλληλο να γνωρίζει άριστα αγγλικά για να μεταφράζει την δισκογραφία που έρχονταν από το εξωτερικό. 

«Τότε δεν υπήρχε ξένη δισκογραφία στην Ελλάδα, μόνον ελληνική. Η ξένη δισκογραφία διανέμονταν στους disk jockey που τα έπαιρναν στα μαγαζιά και τα έπαιζαν. Γινόταν και πόλεμος τότε γιατί το ήθελε αποκλειστικά η Anabella, το ήθελε η Αυτοκίνηση κτλ». 

Κι εκεί δε μένει για πολύ. Μια μέρα πίνει καφέ στο Κολωνάκι κι ένας φίλος τον ενημερώνει πως φεύγει για Αμερική! 

«Του λέω, πώς πας εσύ στην Αμερική; Εύκολα, μου απαντά, έχω βρει έναν τύπο στο Σύνταγμα ο οποίος βγάζει i20 (student visa). Για να πας στην Αμερική χρειάζεσαι i20, ότι σε έχει δεχθεί κάποιο κολέγιο, έχεις περάσει από το Προξενείο κτλ.,. Αυτός, λοιπόν, τι έκανε; Με πενήντα χιλιάδες δραχμές, σου έκανε όλη την τακτοποίηση να πας στην Αμερική, δίχως να έχεις περάσει από Προξενεία και ιστορίες. Εγώ ήμουν του φευγιού! Πάω και τα δίνω. Τότε 50.000 δραχμές, πρέπει να είναι σημερινά λεφτά γύρω στα 5.000 ευρώ. Πάω στο Findlay Ohio όπου αντιμετωπίζω κάτι τρομερό! Έχει στείλει ο τύπος εκεί 3.000 Έλληνες!!! Ένα κολέγιο στο πουθενά - μαϊμού - ένα κολέγιο που είναι για να κάνουν training horses και τέτοια, καουμπόηδες είχανε! Είχε ναυαγήσει διότι δεν είχε φοιτητές κι έκαναν μπίζνα εκεί ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας από δω και στείλανε 3.000 άτομα!!! Εγώ δεν ήθελα να μείνω εκεί, ήθελα να πάω στην Αμερική. Αναγκαστικά, όμως, έπρεπε να δώσεις michigan και toefl για να κατοχυρωθείς. Δίνω, εντάξει δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα, διότι μίλαγα πολύ καλά αγγλικά. Πιάνω 600 toefl και 580 michigan που ήταν πάνω από το limit που χρειάζονταν τα κολέγια (όριο 450). Συμβαίνει κάτι τυχερό. Να ξέρεις πως η τύχη είναι παράγοντας. Θες δεν θες να το δεχθείς, είναι παράγοντας. Φυσικά η τύχη μπορεί να σου εμφανιστεί και να μην την πάρεις χαμπάρι, να μην την αρπάξεις. Όταν σου εμφανιστεί, πρέπει να την αρπάξεις. Στο "άλογο-σπιρούνια-Κολέγιο" υπήρχε ένα μικρό εργαστήριο ζωγραφικής. Πήγα εκεί και ζωγράφιζα. Με βλέπει ένας από τους instructors και με ρωτάει, έχεις σπουδάσει; Λέω, έχω σπουδάσει, έχω κάνει δύο χρόνια και έναν χρόνο στην Ελλάδα. Μου λέει, τι ήρθες να κάνεις εδώ; Λέω, θα πάω Καλών Τεχνών. Μου λέει, θα σε βοηθήσω. Με βοήθησε - δεν το κάνει άνθρωπος αυτό - φυσικά είδε σε μένα κάτι που ήθελε. Γιατί ξέρεις, καμιά φορά ξέρεις - για παράδειγμα - όταν είσαι στην κουζίνα και έχεις πέντε βοηθούς, βλέπεις ένα ταλέντο, το ταλέντο βοηθάς, δεν μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους που δεν τα παίρνουν τα γράμματα. Τους τα λες, αλλά σε τραβάει αλλού. Με βοήθησε πολύ, μου έκλεισε τα ραντεβού, δεν θα μπορούσα να το κάνω ποτέ εγώ αυτό. Ραντεβού στη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, την Καλιφόρνια. Ξεκινάω από Νέα Υόρκη, αλλά ήταν όλα πολύ ακριβά. Σκέφτηκα πως δεν θα αντέξω. Ακολούθησε το Σικάγο όπου εκεί συνέβη κάτι τρομερό. Ήταν σα να είχα ζήσει εκεί όλη μου την ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι έμεινα στο Σικάγο. Εκεί ζούσε και ένας ξάδελφος μου (ο πατέρας του και η γιαγιά μου ήταν αδέλφια) και αισθάνθηκα ασφαλής. Το καταλαβαίνεις όταν είσαι σε μια ξένη χώρα...» 
Έξω από το σπίτι του στο Σικάγο.1989
-Δε νιώθατε μόνος... 

«Όχι, δεν αισθάνθηκα μόνος μου. Με βοήθησε στην αρχή μέχρι να βρω σπίτι και πήγα έκανα την συνέντευξη. Οι Αμερικάνοι είναι τίμιοι γι' αυτό και θεωρούνται ηλίθιοι. Εμείς έχουμε μάθει να θεωρούμε τους τίμιους ηλίθιους. Αυτή είναι η δικιά μας προσέγγιση. Πόσα χρόνια ήσουν ναυτικός; Επτά. Πόσα χρόνια στο Βέλγιο; Πόσα χρόνια φροντιστήριο; Όλα αυτά τα δέχονται. Και μιλάμε για ιδιωτική σχολή, που δίνεις 20 χιλιάρικα τον χρόνο. Πήρα ένα τρίμηνο, πλήρωσα 7.000 δολάρια και μετά μπαίνοντας στο κολέγιο, άρχισα να ψάχνω πώς θα πληρώσω τα υπόλοιπα, γιατί δεν είχα άλλα λεφτά. Πάλι στο register office βρέθηκε μία κοπέλα που ήταν Ελληνίδα. Μου λέει: είσαι Έλληνας; Ναι. Οι Έλληνες με τους Έλληνες έχουν μία θρησκευτική λατρεία. Βρίζονται μεταξύ τους, αλλά ο ένας γουστάρει τον άλλον. Μου λέει, θα σε βοηθήσω εγώ, θα πάμε στη βιβλιοθήκη να δούμε τις υποτροφίες, μήπως βρούμε κάτι. Πράγματι, βρίσκουμε μία υποτροφία που δίνονταν από το κλαμπ των Ελληνίδων στο Σικάγο και δεν την είχε πάρει μέχρι τότε κανείς. Οκ, εγώ είμαι εδώ. Μου πληρώνουν τα δίδακτρα (35.000 δολάρια), ήμουν καλός μαθητής και κουβάλαγα και μέσα μου μία κουλτούρα η οποία δεν υπήρχε στην Αμερική, δηλαδή ζωγραφική κουλτούρα. Κακά τα ψέμματα, η Ευρώπη είναι πολύ μπροστά σε ότι αφορά στην τεχνική. Η Αμερική έχει να σου προσφέρει κάτι άλλο που δεν έχει η Ευρώπη, δηλαδή τη δυνατότητα να εξελιχθείς. Η Ευρώπη σε φρενάρει, ενώ η Αμερική σου δίνει τη δυνατότητα να πας παρά πέρα. Βρέθηκα, λοιπόν, σε ένα προσοδοφόρο έδαφος. Τους άρεσε η δουλειά μου. Είχαν κορνιζάρει τα γυμνά, γιατί τότε έκανες γυμνά και τα είχανε βάλει στο lobby να τα βλέπουνε οι άλλοι φοιτητές, να παρατηρούν πώς γίνεται. Με προωθούσαν να δώσω σεμινάρια, να διδάξω άλλους νέους φοιτητές. Στην Αμερική αν δουν ότι έχεις κάτι που μπορείς να το μεταδόσεις, θα σε προωθήσουν να το κάνεις. Φυσικά, εγώ είμαι Έλληνας και στην Αμερική οι Έλληνες έχουν μία διαφορετική οντότητα απ' ότι θα είχε ένας Τούρκος ή ένας Αιγύπτιος, κακά τα ψέμματα. Οι Έλληνες έχουν μία καλή ενέργεια. Τελειώνοντας το BFA, το Bachellor Degree, δεν αντιπροσωπεύει τίποτα στην Αμερική, είναι σαν το χαρτί του γυμνασίου που το έχει ο καθένας στην Αμερική, πρέπει να κάνεις master και μετά PhD. Τότε θεωρείσαι ότι μπαίνεις στο professional στοιχείο. Πριν από αυτό είσαι τίποτα. Μου λέει ένας καθηγητής, μπορείς να πάρεις μία υποτροφία του Fulbright, μπορεί να φύγεις από την Αμερική, να πας στον Καναδά, να την πάρεις από τον Καναδά και να γυρίσεις. Εγώ, λοιπόν, πήγα Αγγλία». 


Ετοιμάζει τα χαρτιά του και επιστρέφει στην Ελλάδα για να βαφτίσει τον ανιψιό του. Όχι ότι περίμενε πως θα πάρει την υποτροφία. Aν και διέθετε πολύ δυνατό portofolio, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Η υποτροφία δινόταν κάθε τέσσερα χρόνια σε τέσσερα άτομα! 

Τελικά... 

«Μου ήρθε ένα γράμμα με το ταχυδρομείο με το οποίο οι Αμερικανοί με ενημέρωναν ότι πήρα την υποτροφία. Οπότε, έχω άλλα δύο χρόνια να μην σκέφτομαι και να μπορώ να ζωγραφίζω. Ξεκίνησε μία πολύ ωραία εμπειρία. Όταν μπαίνεις στα εργαστήρια που είναι όλοι οι ζωγράφοι, είναι κάτι σαν άσυλο. Δεν είναι τόσο η ζωγραφική, όσο το ότι συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα μ' εσένα. Δεν έχεις να κάνεις με παράταιρους. Έχεις μια κοινή γλώσσα και στόχους. Φυσικά δημιουργήθηκαν και ρήξεις γιατί οι καλλιτέχνες είναι περίεργες οντότητες. Διέπονται από υπέρτατο εγωισμό και εγωκεντρισμό και κατά συνέπεια ο ένας μπορεί να θεωρεί τον άλλον ότι είναι κοντά, αλλά ο καθένας οριοθετεί την περιοχή του. Ήρθα σε διάφορες ρήξεις περισσότερο για λόγους φιλοσοφικούς, παρά ζωγραφικούς, αλλά με γλίτωνε πάντα η τεχνική της ζωγραφικής, δε με γλίτωνε τόσο πολύ αυτό που έλεγα γιατί δεν το ασπάζονταν. Είχα και καθηγητές που ήταν fun μου και αυτό δημιουργούσε κακή ενέργεια. Άρχισαν να με ζηλεύουν, και κάτι τέτοια παλαβά. Ήταν ένας πολύ διάσημος Ιάπωνας, που ήταν ο πρύτανης της Σχολής Καλών Τεχνών του Σικάγο, αγόρασε έργο μου. Μεγάλη τιμή για έναν ανερχόμενο ζωγράφο ο πρύτανης να αγοράσει έργο δικό του. Δηλαδή, σα να αγοράσει ο Μόραλης δικό μου έργο. Τελειώνει το Fulbright και άρχισα να ασχολούμαι με διάφορα performances, έτσι για την πλάκα μου. Ξεκίνησα μία δουλειά με graffity που τότε δεν υπήρχε καθόλου, κάνοντας το πάτωμα, γιατί το πάτωμα δεν απαγορεύεται, στους τοίχους ναι, αλλά όχι στο πάτωμα. Όλα αυτά άρχισαν να δημιουργούν ένα κλίμα, στα αγγλικά λέγεται "you are well known", σε ξέρουν δηλαδή. Άρχισε, λοιπόν, να με ξέρει κόσμος, χωρίς να τους ξέρω». 

Στα εστιατόρια του Greektown...



Τελειώνει η υποτροφία, αλλά εκείνος πρέπει να δουλέψει. Βρίσκει δουλειά σε ένα εστιατόριο θαλασσινών. «Δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι ήταν gay εστιατόριο (γελάει).  Λέω τι γίνεται ρε, που έχω μπλέξει; Αλλά ήθελα τα φράγκα και ήταν καλοκαίρι. Άντεξα μέχρι να ξεκινήσει η σεζόν». 

Τον διώχνουν και μένει πάλι χωρίς δουλειά. 

«Στην κυριολεξία φρικάρω». 

Καταλήγει στο Greektown. Τον στέλνουν στον Μίτσελ που είχε μπουζούκια, το Village και ένα ακόμη (δεν υπάρχουν πια) ο οποίος ζητούσε σερβιτόρο. Ο Μίτσελ του λέει να πάει να αγοράσει ένα φράκο. Βρίσκει ένα μεταχειρισμένο!  Η δουλειά ήταν σε στριπτιζάδικο!



«Έκανα την παλαβή, τι να κάνω; (γελάει) Κάποια στιγμή μπαίνει μέσα το Ηθών, αλλά εγώ νόμιζα ότι ήταν το immigration. Φοβήθηκα μη με πιάσουν πάλι καθώς είχα τη ρετσινιά του παρελθόντος και την κοπανάω. Το Ηθών κλείνει το μαγαζί κι εγώ μένω πάλι χωρίς δουλειά». 

Τίποτα, όμως, δεν είναι τυχαίο... 

«Εμφανίζεται ένας Σεφ από το ξενοδοχείο Marriott της Αμερικής και μου ζητά να του κάνω μαθήματα ζωγραφικής. Ήταν gay και γι' αυτό στην αρχή ήμουν διστακτικός, φοβήθηκα ότι θα μου έκανε καμάκι και θα μπλέξω. Άρχισα να του κάνω μαθήματα κι εκείνος μου γνώρισε ένα επίπεδο εστιατορίων το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή μου ήταν άγνωστο. Μου πρότεινε να με γράψει στη σχολή για Σεφ του ξενοδοχείου. Δέχθηκα και παράλληλα ξεκίνησα σα βοηθός στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Έβγαζα ένα μεροκάματο. Στο μεταξύ η Σχολή ήταν "μαϊμού" για να στελεχοποιείται το ξενοδοχείο. Έτσι κάνουν, σχολές τσάμπα για να τους έχουν εγκλωβισμένους. Αν και μου άρεσε η κουζίνα, δεν είχε λεφτά. Δούλεψα από το πρωί έως το βράδυ για 40 δολάρια. Είχα κακομάθει, βέβαια, και με το σερβιτοριλίκι που έκανα ένα κατοστάρικο σε δύο ώρες. Πιάνω δουλειά σε ένα ελληνικό εστιατόριο στο Downtown. Σε δύο ώρες έβγαζα ένα κατοστάρικο, οπότε μια χαρά. Παράτησα το ξενοδοχείο, αλλά εξακολουθούσα να διατηρώ connection. Μετά έπιασα δουλειά το βράδυ στα Ελληνικά, στον Παρθενώνα του Σικάγο που έκλεισε τώρα. Να ξέρεις ότι καταστρέφεται το Greektown, έχουν κλείσει σχεδόν όλα. Έχει μείνει μόνο το Greek island και το Athena. Πάω, λοιπόν, στον Παρθενώνα. Είχα έναν αέρα που δεν είχαν οι άλλοι σερβιτόροι, είχα και την γλώσσα και αυτό με βοηθούσε πολύ συγκριτικά με τους άλλους. Πήγαινα τρεις ώρες κάθε βράδυ, έβγαζα ένα ακόμη κατοστάρικο, μια χαρά». 
Σικάγο. Bar Octagon


Η μία δουλειά έφερνε την άλλη. Δουλειά στο γαλλικό Escargot. Έλειπε ο μάγειρας; Έκανε τα ρεπό του. Έλειπε ο μπάρμαν; Έκανε τα ρεπό του. Παράλληλα έχτιζε γνώσεις, εμπειρία και συγκέντρωνε χρήματα. Στο Σικάγο μετέτρεψε ένα συνοικιακό μπαρ του ξαδέλφου του σε night club, ανέλαβε manager και το έφτασε στο σημείο να γίνει talk of the town. Το μαγαζί κάνει business αλλά... 

«Όταν αρχίζει το μαγαζί και βρίσκεται σε ένα όριο - όλα τα πράγματα έχουν τα όρια τους δεν μπορούν να πάνε παραπέρα - ο ξάδελφος μου τρελάθηκε. Εγώ δούλευα με ποσοστό, εκείνος δεν ήθελε να μου το πληρώνει, αλλά να με αναγκάσει να φύγω. Εγώ δεν ήθελα, γιατί όταν ο άλλος είναι συγγενής σου και τσακωθείς, τσακώνεται και όλη η οικογένεια και πριν φτάσουμε σε αυτόν τον παρανομαστή λέω βρήκα άλλη δουλειά και θα φύγω. Μου λέει φύγε εντάξει. Το μαγαζί έκλεισε μετά. Γιατί όταν φύγω εγώ θα το πω. Μου λέει το πες, λέω το' πα σε όλο τον κόσμο, να πω ψέμματα; Ας με κράταγες, σωστά; Ή αν έβλεπες ότι δεν πάνε καλά οι business ας με φώναζες να το φτιάξω ξανά. Το μαγαζί το έφτιαξα εγώ και όταν φύγω εγώ, πεθαίνει. Όπως συνέβη τώρα με την Αιόλου όπως Παλιά. Με διώχνουν και τελειώνουν. Μέσα μου, βέβαια, γίνεται ένας κόμπος γιατί από τη μία χαίρομαι, αλλά από την άλλη στεναχωριέμαι. Είναι αντιφατικές καταστάσεις. Από τη μία λες έκλεισε μπράβο και μετά λες είναι παιδί μου, εγώ το έφτιαξα, θανατώνω το παιδί μου». 
Η τελευταία ημέρα του στο Σικάγο. 1989
Το night club έκλεισε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στις δουλειές που είχε. Αλλά ο Παναγιώτης Παπανικολάου δεν αγαπά να επιστρέφει. Μέσα του, βέβαια, είχε αρχίσει να ωριμάζει η ιδέα να εγκαταλείψει την Αμερική. Μέχρι να το κάνει, του πήρε δύο χρόνια. Με το περίφημο πρόγραμμα της Μετοίκησης γύρισε στην Ελλάδα καθώς είχε την δυνατότητα να μεταφέρει μαζί όλα τα υπάρχοντά του και μάλιστα αφορολόγητα. Όταν επέστρεψε είχε δηλώσει στον εαυτό του ότι δεν θα ξαναμπεί σε εστιατόριο! 

Ποτέ, όμως, μην λες ποτέ. 

Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε την χρυσή της εποχή. Κανάλια, τηλεοπτικές παραγωγές, διαφημίσεις, χρήμα. Εκείνος είχε μία τεχνογνωσία ξεχωριστή. Ξεκινά να δουλεύει ως καλλιτεχνικός διευθυντής σε φωτογραφία με τον Ντίνο Διαμαντόπουλο. Μπαίνει δυναμικά στα τηλεοπτικά πράγματα. Από κατασκευαστής back drops, σκηνικών κτλ. 

«Ήταν πάρα πολύ καλή δουλειά. Είχα την τηλεόραση, άρχισα να έχω και θέατρα, ήταν πολύ καλή εποχή. Υπήρχαν φράγκα. Έκανα μία δουλειά που την ήξερα, αλλά δεν την ήξερα σε τέτοια έκταση. Την έμαθα πάνω στη δουλειά. Θεωρήθηκα κάποια στη στιγμή ότι είμαι ο καλύτερος της αγοράς, αλλά και ο πιο ακριβός. Στην Ελλάδα αν σε πουν ότι είσαι ο πιο ακριβός, είναι καλύτερο να μην το πούνε. Δεν σε παίρνουν μετά, γιατί φοβούνται. Έτσι άρχισε να φθίνει αυτή η κατάσταση και να μην έχω αυτήν την δουλειά που είχα γιατί ήμουν ακριβός. Μετά άρχισε να ανθίζει η οικοδομή και άρχισα να ζωγραφίζω ταβάνια στα σπίτια. Το έκανα μόνον για τα λεφτά. Οι ουρανοί ήταν πολύ καλή δουλειά. Μετά άρχισα να κάνω ουρανούς επαγγελματικά. Καλά λεφτά. Μιλάμε για εκατομμύρια. Κάποια στιγμή αυτά που κάναμε εμείς μπήκανε και τα κάνανε οι μπογιατζήδες. Το κοινό στην Ελλάδα είναι ηλίθιο, στραβό που δεν έχει την παιδεία να δει την διαφορά του μπογιατζή από έναν ζωγράφο. Νομίζει ότι είναι το ίδιο, τόσο χαζοί. Αυτό κάνει ο Έλληνας, παίρνει κάτι που είναι establish και το διαλύει και αυτό γίνεται σε όλες τις μορφές σχέσεων: κράτους - πολίτη, πολίτη με πολίτη. Μη νομίζεις ότι η πολιτική αυτή που διάγουμε είναι διαφορετική από το κοινωνικό γίγνεσθαι, οι έννοιες είναι ταυτόσημες». 

Από τον ΣΚΑΙ και τη δημιουργία των σκηνικών της εκπομπής Ζούγκλα του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου, αρχίζει μία ενδιαφέρουσα διαδρομή στα τηλεοπτικά πράγματα. 

«Κοίταξε να δεις πόσο ανήθικη χώρα είναι η Ελλάδα. Όταν ο Τριανταφυλλόπουλος έφυγε από τον ΣΚΑΙ και πήγε στον Αντέννα, τα σκηνικά τα πήρε κάποια άλλη. Τα ίδια, όμως! Αυτό δεν θα γινόταν ποτέ στο εξωτερικό, να γράψει το όνομα του νέου σκηνογράφου με τα σκηνικά του προηγούμενου. Δεν θα γινόταν ποτέ, γιατί η υπόθεση θα πήγαινε δικαστικώς και θα έχανε το κανάλι. Φυσικά συνέβη. Άρχισα, λοιπόν, να μουλαρώνω, να μην με ενδιαφέρει τίποτα, να παίρνω μόνον τα λεφτά μου, γιατί διαπίστωσα ότι όσο προχωρούσε αυτή η φαινομενική ευημερία, δυσκολευόσουν να πληρωθείς. Δηλαδή, έκαναν και έναν μήνα να σε πληρώσουν, τα έχεις ζήσει και τα ξέρεις. Τα ίδια είναι και τώρα, δεν έχει αλλάξει τίποτα, απλά έχει φύγει η χρυσόσκονη, τινάχτηκε η χρυσόσκονη και είδαμε το μουλάρι. Ένα μουλάρι που υπήρχε πάντοτε». 

Ακολουθεί το New Channel, η σημαντική συνεργασία με τον Antenna και ένας δρόμος που του χαρίζει σημαντικές εμπειρίες με πολλά εμπόδια και τρικλοποδιές. 

«Ό,τι βιώνουμε, οι βιωματικές εμπειρίες του σήμερα, είναι γιατί είμαστε βέβηλοι εμείς. Πάντα έχουμε την τάση να κατηγορούμε τους προηγούμενους. Όπως αυτή η κυβέρνηση μιλάει για την προηγούμενη, έτσι και στην κοινωνία ο μπογιατζής κατηγορεί τον σοβατζή κτλ. Έχω ζήσει εδώ πέρα απείρου κάλλους μαλακίες που δεν μπορείς να τις φανταστείς, αλλά κάποια στιγμή λες ok, δεν με νοιάζει, θα το κάνω έτσι». 




Όταν αρχίζει η κατιούσα στα κανάλια, πουλιέται το New Channel και γίνεται Tempo, κλείνει ο ΣΚΑΙ και ο Παναγιώτης Παπανικολάου μένει χωρίς δουλειά.

«Μάθε τέχνη κι άσ' τηνε κι αν πεινάσεις πιάσ' τηνε (γελάει). Ξεκίνησα να δουλεύω στα εστιατόρια στην Ελλάδα με τον Άρη Τσανακλίδη. Ο αδελφός του ο Γιάννης ίδρυσε το εστιατόριο Melrose στα Εξάρχεια κι εγώ ανέλαβα να κάνω τις πατίνες και τα ζωγραφικά μοτίβο, πίνακες που είχε το μαγαζί. Είχα, όμως, το μικρόβιο με την μαγειρική. Και το μικρόβιο είναι μικρόβιο, δεν το χάνεις ποτέ. Όταν έψαχνε να βρει μάγειρα εγώ χώθηκα και ο Άρης μου έδωσε δύο ημέρες την εβδομάδα, Παρασκευή και Σάββατο που είχε πολύ δουλειά. Δούλευα περισσότερα σα δεύτερη δουλειά με ένα αντικείμενο που γούσταρα, αλλά ταυτόχρονα ο Άρης ήταν ταλαντούχος μάγειρας στην Αμερική και άρχισα να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Κλείνει το Melrose φεύγει ο Άρης πάει στην Σπονδή κι εγώ ξαναγυρίζω στα δικά μου». 




«Μπήκα στο εστιατόριο από το Φρουραρχείο στου Ψυρρή. Αυτό το είχαν τα Mercedes Club, ο Τσεκούρας ήταν ο ένας από τους δύο συνεταίρους. Πήγα να φτιάξω την εξωτερική ταμπέλα. Έψαχναν για μάγειρα, είχαν έναν Ιταλό τον Λορέντζο -είπαν ότι αυτός θα κάνει το Ιταλικό μενού κι εγώ το Ελληνικό - λέω δύο Σεφ στην ίδια κουζίνα, θα τσακωθούν. Όπως κι έγινε, τσακωθήκαμε. Δεν ήταν μάγειρας, ήταν παραμύθι, το έπαιζε. Όπως έμαθα εκ των υστέρων ήταν παπουτσής, έφτιαχνε παπούτσια στη Σίφνο, καμία σχέση με την μαγειρική. Τους πούλαγε μούρη. Έβαλε μία ζαμπονομηχανή και έκοβε προσούτο και τα ζώα το τρώγανε. Γιατί εδώ πέφτει τέτοια μπούρδα, δεν είναι δήθεν μόνον οι πολιτικοί, είναι όλο το θέμα. Φεύγει ο Ιταλός και αναλαμβάνω για πρώτη φορά εξ ολοκλήρου το εστιατόριο. Το μαγαζί πήγε πολύ καλά. Αλλά ήταν ένα μαγαζί όπου έρχονταν μόνον πολιτικοί, μεγάλοι επιχειρηματίες και άλλοι εύποροι Αθηναίοι, γιατί ήταν πολύ ακριβό. Επί δραχμής για να φας ήθελες 15.000, όταν με 1,5 χιλιάρικο έτρωγες βασιλικά παντού. Από κει και μετά άρχισα πλέον να βλέπω ότι η μαγειρική είναι και βιοποριστική. Είχα μερικές δουλειές, αλλά αρχίζανε και γινόντουσαν πολύ σπάνιες και κακοπληρωμένες. Δεν ήθελα να ρίξω τις τιμές μου. Έτσι, λοιπόν, σιγά-σιγά άρχισε να μην χτυπάει το τηλέφωνο». 

Από το Φρουραρχείο, στο Κολωνάκι το Caprice και στο Αρόδο στη Βουλιαγμένη.


«Πιάνω δουλειά στη Βουλιαγμένη, πρώτη φορά σε ένα ψαράδικο. Το είχε ο Πέτρος Γαλακτόπουλος, ο παλαιστής. Στον πρώτο χρόνο το μαγαζί πήγε άπατο, χρεοκόπησε και έκλεισε. Οι ιδιοκτήτες κάνουν τράμπα με ένα μαγαζί στο Νέο Ψυχικό το οποίο αναλαμβάνει ο γιος του Γαλακτόπουλου, ο Γιάννης. Αναλαμβάνω το νέο μαγαζί που ονομάστηκε Πιπεριά και από ένα συνοικιακό μεζεδοπωλείο το μετατρέπουμε σε μία μοντέρνα ταβέρνα με θαλασσινά. Έμεινα εκεί τρία χρόνια. Το μαγαζί έκανε μία πορεία αποθεωτική, δεν έβρισκες τραπέζι ποτέ.
Εύκολα πράγματα, με μύδια που τότε δεν υπήρχαν μύδια, ήταν το Άβαλον στου Ψυρρή και εμείς. Οι Έλληνες ήταν διστακτικοί με τα μύδια, φοβόντουσαν μην πάθουν δηλητηρίαση, φοβόντουσαν μην πεθάνουν (γελάει). Φεύγω για Μύκονο και αναλαμβάνω την ταβέρνα Πάνορμο στην περιοχή του Πανόρμου, ήταν πολύ καλά τα λεφτά. Έμεινα εκεί μέχρι πρόπερσι. Είχα ελεύθερο όλο τον χειμώνα να κάνω τα δικά μου και έξι μήνες το καλοκαίρι που ήταν μια χαρά. Έπαιρνα έναν μισθό αρκετά ενδιαφέρον, έπαιρνα και τα τυχερά μου γιατί είχε και τυχερά, έκανα και private dinning. Ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον το όλο θέμα». 


Στον Πάνορμο. Μια στάση εδώ...


Παράλληλα ξεκίνησε δουλειές με το εξωτερικό. Κυρίως με την Ευρώπη. 

«Τώρα έκανα μία σκέψη να ιδρύσω μία εταιρεία που θα αναλαμβάνει την ανάπλαση και τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών εστιατορίων ανά τον κόσμο. Διότι είναι θέμα πολιτισμού και ας το καταλάβουνε ότι θα είναι καλό για όλους μας.  Δεν είναι η κουλτούρα μόνον o μουσακάς, είναι και o μουσακάς». 

-Θα φεύγατε ξανά από την Ελλάδα; 

«Όχι, δεν φεύγω. Είμαι μεγάλος πια. Είναι δύσκολο να φύγεις. Από την άλλη μεριά είμαι και 65 χρονών. Στα 65 δεν σε θέλει και κανένας εδώ που τα λέμε. Εδώ μπορεί να ακούγεται και πιο ήπιο, εδώ έχουμε πιο γεροντική κουλτούρα, έξω δεν είναι έτσι. Έξω 65 χρονών είσαι τελειωμένος. Οπότε με συμφέρει να δημιουργήσω ένα network συμβούλων για εστιατόρια και ελληνικά προϊόντα, αλλά όχι να φύγω και να εγκατασταθώ σε άλλη χώρα. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν τρία πράγματα που δεν μου αρέσουν έξω: το κλίμα εδώ είναι πάρα πολύ καλό, είναι εύκολο να κάνω τις δουλειές μου εδώ γιατί ξέρω κόσμο, έχω γνωριμίες και τρίτον η Ελλάδα σήμερα είναι μία πολύ φθηνή χώρα, σχεδόν τσάμπα. Πλέον δεν είναι να φεύγεις, είναι να έρχεσαι εδώ». 

-Μα οι περισσότεροι έχουν την αντίθετη άποψη. Να μείνεις εδώ να κάνεις τι;

«Και να πάω που; Σήμερα έχω διαπιστώσει ότι όπου και να είσαι, είναι το ίδιο πράγμα. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν φταίνε μόνον οι πολιτική. Είναι ανήθικο να πετάμε το μπαλάκι μόνον στους πολιτικούς. Ο μεγαλύτερος βέβηλος στην ελληνική κοινωνία είναι ο μεσάζοντας, ήτοι ο εργοδότης. Αυτόν δεν τον έχει πιάσει κανένας στο στόμα του. Αυτός φταίει που δεν πλήρωνε τα σωστά απομαχικά για τους εργαζόμενους που απασχολούσε, αυτός φταίει για το μαύρο χρήμα που πλήρωνε τους εργάτες του κάτω από το τραπέζι». 

-Οικογένεια κάνατε;

«Όχι, δεν ήμουν της οικογένειας. Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που δεν ήταν αρτιμελής και μεγάλωσα τον μικρό μου αδελφό, έτσι αισθάνθηκα σα να ήμουν πατέρας από πολύ νωρίς, δηλαδή έγινα πατέρας του αδελφού μου. Δεν είχα την διάθεση να ξαναγίνω. Κατάλαβα την μεγάλη ευθύνη απέναντι σε ένα παιδί. Έχεις τεράστια ευθύνη και είναι ατελείωτη. Υπάρχει και κάτι το οποίο, εντάξει προσωπικά το έχω αναλύσει μέσα από τα βιώματά μου, πρέπει να αφήσεις το παιδί ελεύθερο κι εγώ δεν θα ήμουν καλός πατέρας γιατί δεν θα μπορούσα να το αφήσω ελεύθερο. Θα ήμουν πολύ επιβλητικός, θα μπορούσα να ευνουχίσω το παιδί μου. Άρα, λοιπόν, ήταν λογικό να μην το κάνω. Από την άλλη πλευρά, να κάνεις ένα παιδί, να κάνεις μία οικογένεια, θα έπρεπε να κάνεις και έναν συμβιβασμό. Αν δεν μπορείς να κάνεις τον συμβιβασμό, δεν μπορείς να έχεις και οικογένεια. Υπάρχει και άλλο, κάνεις την οικογένεια μαζί με ένα άλλο άτομο, θα πρέπει λοιπόν να βρεθεί και το άλλο άτομο. Εγώ έχω κακοποιήσει πολύ κόσμο στη ζωή μου. Έτυχα με πολύ ενδιαφέρουσες γυναίκες αλλά δεν τις κράτησα για μία βλακώδη συμπεριφορά, εγωιστική, αλλά ήμουν πάντοτε στο φεύγα και έκανα και πουστιές, δηλαδή εξαφανιζόμουνα. Δεν ήθελα να απολογηθώ, δε μου άρεσε να πω τα χαλάμε και να εξηγώ ή να μπαίνω στα κλάματα και σε αυτές τις διαδικασίες, με τρέλαινε, οπότε την κοπάναγα. Εντάξει, αυτό είναι δειλία. Το έχω κάνει πολλές φορές. Είναι κάτι που δεν με τιμάει, δεν το λέω με μαγκιά. Όποτε έκανα σχέση με έπιανε πανικός: πω πω καταστράφηκα, θα παντρευτώ αυτήν τώρα, θα είμαι μαζί της για πάντα;;; (γέλια)» 


Η Βέρα και η βέρα


-Δεν σας έχει λείψει, όμως, δεν έχετε μετανιώσει; 

«Δεν μετανιώνω σχεδόν ποτέ. Μπορεί να έχω έναν διάλογο με τον εαυτό μου και να του τα χώσω, αλλά δεν μετανιώνω, το ξεπερνάω». 

-Με τις ενοχές τι σχέση έχετε;



«Οι ενοχές είναι ένα πράγμα που δεν τελειώνει ποτέ. Άνθρωπος που δεν έχει ενοχές δεν έχει και ψυχικό κόσμο, είναι άψυχος. Εγώ είμαι έμψυχος, μου αρέσει η ψυχή μου και φυσικά θα τιμωρήσω τον εαυτό μου ή θα τον βάλω στο σκαμνί που λένε για πράγματα που έκανα λάθος. Γιατί είμαι εδώ σ' αυτόν τον κόσμο; Για να γίνω καλύτερος άνθρωπος, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Καριέρα; Τι θα πει καριέρα. Αν το αναλύσεις στα αγγλικά είναι carry on, η συνέχεια. Δεν είμαι καλός άνθρωπος, αλλά ευελπιστώ να γίνω. Είναι καλό να ξέρεις ποιος είσαι, που είσαι και τι είσαι. Η Ελλάδα περνάει ένα τραγικό πρόβλημα γιατί δεν ξέρει στο νήμα της εξέλιξης που βρίσκεται. Δεν ξέρει. Νομίζει ότι είναι πολύ μπροστά ενώ δεν είναι. Αν η Ελλάδα μπορέσει να καταλάβει που στο διάολο είναι, θα δούμε μία Ελλάδα εξελισσόμενη. Δεν εξελίσσεται διότι όταν πιστεύεις ότι είσαι μπροστά από τους άλλους, δεν κάνεις βήμα». 

-Δύσκολα αλλάζει αυτό...

«Μπορεί ν' αλλάξει, αλλά όλοι μας πρέπει να βάλουμε κάτι. Ακόμη και μία ατάκα στο facebook, ακόμα και μία κουβέντα είναι πράγμα που χτίζει. Πρέπει να το χτίσουμε από κοινού αυτό το πράγμα. Άκουγα την Κανέλλη προχθές και είπε κάτι σωστό, ότι μέσα από τα media γίνανε όλοι δημοσιογράφοι, γιατί κάνουνε μία μικρή ανάρτηση. Εντάξει, έχει δίκιο, αλλά δεν είναι όλοι ζωγράφοι αν και μπορούν να κάνουν όλοι πίνακες. Απλά η κουλτούρα σου δίνει τη δυνατότητα να νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις. Ή το' χεις ή δεν το' χεις». 

-Στον Θεό πιστεύετε; 

«Ναι, βέβαια. Όχι με την έννοια του θρήσκου, αλλά του πιστού. Δεν είμαι θρησκευόμενος. Ας μην είμαστε υποκριτές. Ούτε τον σταυρό μου κάνω, ούτε την προσευχή μου, ούτε στην εκκλησία πηγαίνω τις Κυριακές, ούτε διαβάζω το ευαγγέλιο. Άρα, δηλαδή τι υποκρισία είναι αυτή να λέμε: είμαι χριστιανός. Δεν είμαι χριστιανός, ούτε θρήσκος, είμαι όμως πιστός. Πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού, δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει δημιούργημα χωρίς δημιουργό, μου είναι αδιανόητο αυτό, όποιος το πιστεύει δεν ξέρει τι λέει, αλλά από την άλλη μεριά σέβομαι την θρησκεία σαν δομικό στοιχείο της κοινωνικής ηθικής. Ένα πράγμα που συμφωνώ με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι θέλουν να πάνε σε μία ανεξιθρησκεία. Δεν συμφωνώ, όμως, στην βέβηλη μορφή ενός κόμπλεξ απέναντι στην Ορθοδοξία. Αυτό είναι λάθος. Μέσω της Ελληνικής εκκλησίας, έχει διασωθεί η γλώσσα και κατά συνέπεια πρέπει να δώσουμε τα εύσημα ανεξάρτητα τι ήταν αυτοί και ανεξάρτητα το πώς το χειρίστηκαν αυτοί».

-Η Ελλάδα σήμερα; 




«Οι Έλληνες λένε ένα ναι και μετά τους πιάνει μανία γιατί είπαν το ναι. Τα βάζουν με τον εαυτό τους για κάτι που είπανε. Δεν πάει έτσι. Ξέρεις, αυτό είναι ανωριμότητα. Είχα πει κάποτε ότι η μόνη χώρα που έχει 80 χρονών ανώριμους, είναι η Ελλάδα, είναι τρομερό. Και αυτό πηγάζει και μέσα από την οικογένεια. Η οικογένεια στην Ελλάδα είναι βέβηλη. Γιατί δημιουργεί εκ προμελέτης ενοχικό σύνδρομο. Δηλαδή, όταν έχουν λεφτά όλα τα έχουν κάνει για σένα και όταν δεν έχουν, δεν τους αγαπάς γιατί δεν έχουν τίποτα να σου δώσουν, δηλαδή δεν την γλιτώνεις με τίποτα. Αλλά, δεν πάει έτσι. Θα πρέπει, όμως, όλα αυτά να φτιαχτούν για να δούμε αύριο κάτι. Ήμουν με δύο φίλες μου προχθές όπου η μία μένει στο ισόγειο, η άλλη στον πρώτον όροφο και στον άλλον όροφο η μάνα. Δηλαδή έχει κάνει ο πάτερ πατρόνε ένα κτίριο που έχει εγκλωβίσει όλη την οικογένεια μη τυχόν και την χάσει». 

-Μαντρί... 

«Ναι. Είναι πρόβλημα. Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν ελεύθερα. Εγώ δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να το κάνω και γι' αυτό δεν έκανα παιδιά. Δεν κατηγορώ τον άλλον που το κάνει έτσι, απλώς λέει ότι δεν θα πρέπει να είναι έτσι. Δεν είναι καλά πράγματα αυτά, είναι αμαρτία...» 

-Το πιο ακραίο που έχετε κάνει μέσα στην κουζίνα;



«Οι πιο ακραίες καταστάσεις ήταν λεκτικές, παρά μαγειρικές. Δέχθηκα και δεν θα πω που, επίθεση μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα μαγαζί από τον ιδιοκτήτη ότι και σκατά να σερβίραμε εδώ πέρα, το μαγαζί θα ήταν γεμάτο. Και φυσικά δήλωσα παραίτηση με τη μία, γιατί είμαι απόλυτος. Αυτή είναι βέβηλη μορφή. Η πιο βέβηλη και ακραία συμπεριφορά είναι η αχαριστία. Είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να δεχθώ. Θα σε συγχωρέσω, όταν μου ζητήσεις συγνώμη, πρέπει να το κάνω, αλλά δεν μπορώ από δω και μπρος να σε εμπιστευθώ. Και δεν δίνω δεύτερη ευκαιρία. Δεν το είχα όσο ήμουν μικρός, αλλά όσα μεγάλωνα κατάλαβα ότι Κύριε Παναγιώτη πρέπει να αρχίσεις να καταλαβαίνεις ότι ο κόσμος που σε έβλαψε, θα σε ξαναβλάψει, δεν υπάρχει περίπτωση να την γλιτώσεις. Οπότε once is enough. Όταν είσαι μικρός δεν μπορείς να εμπιστευθείς το ένστικτό που σου λέει μην το κάνεις και πας και το κάνεις και τρως τα μούτρα σου. Όταν όμως έχεις βιωματική εμπειρία και συνεχίζεις και το κάνεις, είσαι ηλίθιος, διότι πρέπει να μαθαίνεις μέσα από την εμπειρία. Η εμπειρία δεν είναι απλά για να έχεις εφόδιο. Και να έχεις ένα εφόδιο το οποίο δεν χρησιμοποιείς, είναι άχρηστο. Τι να το κάνεις; Όταν εσύ απελευθερώνεσαι, απελευθερώνεται και η λογική σου. Η λογική πρέπει να είναι ελεύθερη, δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένη γιατί τότε δεν είναι λογική». 

-Σε μια συνέντευξή σας, στην ερώτηση γιατί να γίνει κάποιος μάγειρας απαντήσατε «για τον ίδιο λόγο που θα γινόταν πολιτικός». Δηλαδή;



«Και τα δύο "επαγγέλματα" δεν είναι επαγγέλματα, γιατί εγώ πιστεύω ότι ο μάγειρας και ο πολιτικός είναι λειτουργοί. Όταν κάτι γίνεται επάγγελμα χάνει και τον ρομαντισμό του, την ομορφιά που έχει. Και τα δύο είναι δημιουργικά. Και ο μάγειρας δημιουργεί και ο πολιτικός. Ο πολιτικός δημιουργεί πολίτες το οποίο δεν το έχει κάνει κανείς πολιτικός στην Ελλάδα. Ο πολίτης δημιουργεί τους πολιτικούς και οι πολίτες τον πολίτη. Εδώ στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτο αυτό. Ούτε ένας πολιτικός έχει κάνει έναν πολίτη και γι' αυτό ένας πολίτης δεν μπορεί να κάνει έναν πολιτικό. Με πονάει αυτό που λέω. Είμαι λάτρης της Ελλάδας γιατί είμαι Έλληνας του εξωτερικού και οι Έλληνες του εξωτερικού δεν αγαπούν, έχουν ερωτική σχέση με την Ελλάδα. Εσύ για παράδειγμα, η σχέση σου με την Ελλάδα, είναι η ίδια που έχω εγώ με την μάνα μου. Είναι δεδομένο ότι την αγαπάς, δεν μπορείς να κάνεις και αλλιώς. Η Ελλάδα για μένα είναι γκόμενα, είναι κάτι άλλο γιατί το αντικείμενο του έρωτα σου το επιλέγεις, διότι είναι τέλειο. Όταν, όμως, διαπιστώνεις ότι δεν είναι τέλειο, τρελαίνεσαι. Εμείς μεγαλώσαμε στην Αίγυπτο, μου έλεγε η μάνα μου μην το κάνεις αυτό, αυτό το κάνουν οι Αιγύπτιοι εσύ είσαι Έλληνας, μας γκαστρώσανε με τους Έλληνες. Κι ερχόμαστε εδώ στην Ελλάδα και λέω ρε πούστη έχει αραπάδες εδώ πέρα; (γελάει) Εγώ περίμενα την Ελλάδα, όπως μου την είχαν δομήσει μέσα στη φαντασίωση μου. Τότε φτύνανε, τότε παντού έγραφε: Μην Πτύεται γιατί φτύνανε παντού, μέσα στο λεωφορείο κτλ. Δεν την έχετε ζήσει την Ελλάδα, δεν την ξέρετε την Ελλάδα, την γυφτιά της Ελλάδας. Κάποτε έγραψα ότι είμαστε απόγονοι των Αρχαίων Γύφτων (γελάει) και το εννοώ. Εξωφρενικά! Είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό το πράγμα; Πρέπει να είμαστε αυστηροί και με την ονομασία Έλληνας. Είμαστε Έλληνες ή μήπως Ρωμιοί, δηλαδή μικροί Ρωμαίοι; Μας ονόμασαν Ρωμιούς για να υποτιμήσουν τον Ελληνισμό. Μήπως πρέπει να το κοιτάξουμε αυτό το πράγμα, να προσέξουμε διάφορες παραμέτρους; Λέω εγώ. Μπορεί να λέω και μαλακίες, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Όλα αυτά δομούν την ζωή μας σήμερα. Όλοι οι πολιτικοί αυτής της κυβέρνησης, γιατί οι προηγούμενοι ήταν φασίστες, καπιταλιστές, τα χίλια δυο, βέβηλοι, βρωμιάρηδες - ήρθαν κάποιοι άλλοι να καθαρίσουν το τοπίο από την βρώμα και πάνε τα παιδιά τους στο ιδιωτικό σχολείο που θα έπρεπε, όμως, αυτοί πρώτοι και καλύτεροι να πάνε τα παιδιά τους στο δημόσιο για να δώσουν το έναυσμα του παραδείγματος. Άρα, λοιπόν, πώς μπορείς να δομήσεις κοινωνική συνείδηση; Και να σου πω και κάτι άλλο; Η νοοτροπία δεν αλλάζει. Τη νοοτροπία πρέπει να την διαφυλάξουμε με νύχια και με δόντια. Αυτό που θα πρέπει να αλλάξουμε είναι η Συνείδηση. Το πρόβλημα είναι η Συνείδηση. Ο Έλληνας είναι ασυνείδητος, δεν έχει πολιτική, αστική, οδική κτλ., συνείδηση. Δεν είναι θέμα νοοτροπίας το ότι περνάς με κόκκινο. Τι θα πει αυτό; Είσαι ασυνείδητος οδηγός και περνάς το κόκκινο». 

-Με πιο τραγούδι ταξιδεύει η ψυχή σας; 

«Ακούω πάντα στο βάθος τις ψυχές των δημιουργών να με καλούν. Άλλοτε με κάποια Ελληνικά ρεμπέτικα, λίγο κλασσική μουσική και είμαι παιδί του New Wave και των Punk. Αναδύθηκα στην μουσική σκηνή μέσα από το ροκ και τον Πρίσλεϊ. Δεν ήμουν ποτέ οπαδός των Beatles». 

-Δηλαδή, εάν έπρεπε να κλείσω με κάποιο τραγούδι αυτήν την συνέντευξη, ποιο θα ήταν; 

«Το Suspicious Minds του Elvis».

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook