Μικρές Ιστορίες: « Η θάλασσα στη γειτονιά του Ψυρρή

Αυγούστου 16, 2016


Νυχτώνει και τα βήματά οδηγούν στη μικρή γειτονιά με τα στρωμένα τραπεζάκια στους δρόμους..... μα υπάρχει ελπίδα να ‘χει θάλασσα η γειτονιά του Ψυρρή;







Νυχτώνει και τα βήματά οδηγούν στη μικρή γειτονιά με τα στρωμένα τραπεζάκια στους δρόμους, τα στολισμένα με κορδέλες και λουλούδια παράθυρα των οδών, τα στενά σοκάκια και τις οικίες που χαιρετούν καλοσυνάτα, τα νέα φυντάνια των μαγαζιών και τις αλλοτινές πετρόχτιστες μάντρες στα περίβολα των εκκλησιών, τους οικείους ανθρώπους στις αυλές και τους κύκλους ψηλά στη σκεπή με το καλωσόρισμα του πουλιού να κοσμεί το πέτρινο ρυάκι της ιερής οικίας. 

Έφτασες, ανεβαίνεις τα σκαλιά για μια θέση στο γλυκύ εαρινό ημίφως, στο μελωδικό άνοιγμα της καρδιάς. Περνάς την πόρτα, βρίσκεις θέση για να βρέξουν τα πόδια σου οι στάλες της αρμυρής θάλασσας που μόλις εισχώρησαν ταχύτατα καλύπτοντας το παλιό πάτωμα. 

Μπροστά σου στέκεται με μάτια κλειστά και με χέρια πλεγμένα σε μαύρο στεφανάκι μια γυναίκα. Φυλλομετρά. Φαίνεται να μην έχει καταλάβει την υγρασία που έχει νοτίσει και τα παπούτσια της, ίσως όμως και να το γνωρίζει αφού κάποιες στιγμές βγάζει τα γυμνά της πόδια, τα τρίβει το ένα πάνω στο άλλο κι ύστερα ξαναφορά τα υποδήματά της. Δίπλα της νεαρός άντρας με μωρό στο καροτσάκι στέκονται στον ασφαλή κόλπο με τα αλμυρίκια, πιο κει, μια μάνα με τη κόρη της, πλάι πλάι, βράχος η μια για την άλλη σαν σκαν πάνω τους τα υδάτινα ρεύματα, το κύμα που έρχεται από το βοριά τη μια σηκώνεται ορθό και την άλλη κατευνάζει τη δύναμή του υποχωρώντας κι αφήνοντας τις θολές φιγούρες των ανθρώπων στις δικές τους θαλασσινές σκιές να αλλάζουν σχήματα και αποσκευές. 

Η γυναίκα με τα κλειστά μάτια και τα χέρια πλεγμένα σε μαύρο στεφανάκι γονατίζει και κολυμπά: αργά και σταθερά σε μια γη ποτισμένη και μυρωμένη από άρτο, ζάχαρη και καρπούς. Κάποιοι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό, άλλοι κατευθύνονται προς ξέρες, προς πελάγη, προς υφάλους και πορθμούς. Όλοι κολυμβητές της πατρίδας. 

Και σύ, ζυγώνεις και με ρωτάς: 

«Πώς αγαπάς; 

Ποιον πραγματικά αγαπάς; 

Γιατί αγαπάς;» 

Και απαντήσεις δεν αναδύονται. Η γυναίκα με τα κλειστά μάτια και τα χέρια πλεγμένα σε μαύρο στεφανάκι συνεχίζει να φυλλομετρά. 

Τα νερά μεταμορφώνονται σε νηνεμία, ισιώνει η στάθμη τους, γαληνεύει ο φλοίσβος των ζεστού κρασιού τους, ποτίζεται το χώμα του ξεθωριασμένου πατώματος, οι μισοσβηστοί σοβάδες καρπίζουν. Οι κολυμβητές βγήκαν στον ήλιο να στεγνώσουν. 

«Τέλειωσε η αποψινή επίσκεψή μας στη θάλασσα» σου λέω και σε πιάνω από το χέρι. Κατεβαίνουμε τα σκαλιά, αποχαιρετάμε το ρυάκι της γειτονιάς, παρατηρούμε που στη πέτρινη πλευρά του κορμιού του είχαν φυτρώσει καταπράσινα τα φυλλοκάρδια των κολυμβητών: εύθραυστα, ψιθυριστά, πράα, γεμάτα σιγανές ροές καθάριων υδάτων αλλά και λαβωματιών, παραδοχών και φτερουγισμάτων. Φυλλοκάρδια με μια αβίαστη ελευθερία και μια αγρύπνια στη μικρή γειτονιά του Ψυρρή. 

«Μεγάλωσες, μικρή μου, το κεφάλι σου έφτασε κοντά στους ώμους μου!» 

Με ρωτάς πάλι: «Υπάρχει ελπίδα να ‘χει θάλασσα η γειτονιά του Ψυρρή;» 

Θυμήθηκα τα λόγια του Λορέντζο Μαβίλη στο ποίημα Πατρίδα: 

«Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα, 
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει 
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα.» 


You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook