Μικρές Ιστορίες: η Γυναίκα-ψάρι

Αυγούστου 02, 2016


Μια γυναίκα ψάρι επισκέφτηκε απόψε την αυλή μας!











Γράφει η Αιμιλία Πανταζή

Καλοκαιρινή αυγουστιάτικη βραδιά και η ατμόσφαιρα μυρίζει ένα καμένο δάσος ακόμη. Καθόμασταν στην αυλή, όταν την είδαμε να έρχεται με τα αποφλοιωμένα λέπια της διάφανα και ξερακιανά να κουνιούνται από τον αποψινό λίβα. 

«Το παχύ στρώμα πάγου που βλέπεται να έχει εγκατασταθεί κάτω από την επιδερμίδα μου είναι φερμένο από την Ανταρκτική. Σκληρό, σφιχτό και απλωμένο σε μήκη και πλάτη του κορμιού μου. Ακοίμητος, άλιωτος και ξεπεσμένος φρουρός, μου μήνυσαν, που να προασπίζει τα κεκτημένα της υδαρής πατρίδας μου» αυτά μας έλεγε η σιωπή του απειλούμενου είδους. 

Μια γυναίκα-ψάρι επισκέφτηκε απόψε την αυλή μας! 

Μέρες ταξίδευε μακριά από τη θάλασσα. Να προστατευτεί ήθελε απ’ των ψαράδων την μανία για φουρτούνες που σπέρνουν και θερίζουν ρηχές μέρες, για αστεία παιχνίδια της ανίας, της ντροπής και της αναγκαιότητας κάποιας τραγικής μοναξιάς, για υποκριτικές στιγμιαίες διαθέσεις που προξενούν λαβωματιές, για ποικιλότροπα πανιά που με κατάλληλα μέσα γίνονταν πένες δανεικές, λόγια καλυμμένα, ονόματα δήθεν ξεχασμένα, δίχτυα που τρίζουν μηχανικά. 

«Ο μεγάλος πόνος με έκανε αναίσθητη, κι ας λένε…» πρωτομίλησε η γυναίκα-ψάρι και τα χτυπήματα της καρδιάς της ήχησαν ως τα αυτιά μας. 
Το βλέμμα της τριγύριζε σαν του τρομαγμένου ζώου, μια ανέβαινε στο περβάζι της εξώπορτας, μια προσγειωνόταν αστραπιαία στο τραπεζάκι με τις καρέκλες φερ φορζε, σε κάτι γλάστρες με βασιλικούς που είχαμε στο παράθυρο, προς φυσική αποφυγή των κουνουπιών στάθηκε κάμποσο, ενώ απ΄ τα χέρια της γυναίκας-ψάρι αναδυόταν μια λεπτή αύρα της θάλασσας που σταδιακά έπαιρνε τη μορφή ενός κουταβιού καταδιωγμένου που έψαχνε μέρος να σταθεί. 

Δίπλα απ’ τους βασιλικούς βάλαμε λίγη τροφή σπιτική και νερό καθαρό να ξεδιψάσει το κουταβάκι ως που να περάσει το θρόισμα της νύχτας. 
Στην άκρια της ουράς της γυναίκας-ψάρι ήρθε και στάθηκε το τριζόνι του Αυγούστου. Άρχισε να τραγουδά με το γνώριμο βραδινό αυγουστιάτικο αλφαβητάρι του: 

«Τρι, τρι, τρι, 
τρεις φορές αρνήθηκαν τη γυναίκα-ψάρι, 
με ποιο αλφαβητάρι πίσω να ζητήσει
της θάλασσάς της τη ζωή;

Τρι, τρι, τρι,
πολύτιμη πατρίδα θα ξανάβρει 
κάθε φορά που o δρόμος θα ανάβει
όταν το αποφασίζει αυτή.»

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook