Μισθός σε κουπόνια...

Ιουλίου 17, 2016

«Σε εσένα έχω το θάρρος να το ζητήσω, γιατί είσαι φίλος. Μπορείς να μου εξαργυρώσεις ένα κουπόνι από αυτά που μας πληρώνουν για να έχω κάποια μετρητά;»










Γράφει η Ελένη Ντίνου 


Η σπασμένη φωνή του υπάλληλου στο σούπερ μάρκετ ήχησε απότομα στα αυτιά μας αλλά ήταν το ικετευτικό βλέμμα που μας τάραξε. 

Κάθε καλοκαίρι στο ίδιο νησί του Αργοσαρωνικού, κάθε εβδομάδα στριμωχνόμαστε στο ίδιο πασίγνωστο σούπερ μάρκετ που για κάποιο λόγο έχει το μονοπώλιο της ντόπιας αγοράς. Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω το νόημα της φράσης, ο σύζυγος είχε ήδη εξαργυρώσει το κουπόνι του φίλου υπάλληλου με ένα 20ευρω από τα χρήματα που ούτως ή άλλως προορίζονταν για τα δικά μας αναγκαία ψώνια. 

Αλλά το κουπόνι μαρτυρούσε ότι ο εργασιακός κόπος των υπαλλήλων θα εξαργυρωνόταν με την αγορά τροφίμων από τον ίδιο τον εργοδότη – μια οικονομική συναλλαγή που μοιάζει τερατώδης σε όσους από εμάς αρνούνται την άφεση αμαρτιών σε τέτοιου είδους οικονομικά τερτίπια. 

Μουδιασμένοι ο σύζυγος και εγώ αποφύγαμε να το σχολιάσουμε, μέχρι που οι ξέφρενες κραυγές των λουόμενων στην κοντινή παραλία μας επανέφεραν στην πραγματικότητα. 

Αλλά, ποια είναι, επιτέλους, η πραγματικότητα; 

Αυτή που ζούμε στις καθημερινές μας συναλλαγές, ή αυτή που ξορκίζουμε κάνοντας ότι δεν τη βλέπουμε με λίγες βουτιές, με επιτηδευμένες κινήσεις αντιπερισπασμού μιας άφραγκης και άνοστης ζωής; 

Μα, ενδιαφέρει τελικά κάποιον το αξιακό βάρος και το περιεχόμενο της ζωής μας ή όχι; 

Αλλά γιατί το κάνω εδώ θέμα – αρκεί που ο υπάλληλος είχε μια δουλειά, τη σήμερον ημέρα. 

Η πολυπολιτισμική κοινωνία μας, ταπεινή ικέτης της Οικονομίας, φτωχαίνει ολοένα και περισσότερο σε αρχές και αξίες. Πλουτίζει όμως σε μανιέρες οικονομικής εξαθλίωσης. Η ιεράρχηση των αναγκών που κάνει ο καθένας μας είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση. 

Και, ναι, καταλαβαίνω απόλυτα κάποιον που αποφεύγει τα έξοδα του οδοντίατρου –εκτός κι αν φτάσει στο αμήν- για να έχει τα χρήματα να πιει έναν καφέ με φίλους. 

Κι εκείνος που καθυστερεί όσο μπορεί το σέρβις στο αυτοκίνητο έχει την αμέριστη κατανόησή μου – ίσως είναι προτιμότερο να ξεσκάσει κάπου από το να τον πιάσει κατάθλιψη. 

Λίγες μέρες διακοπών για βουτιές –με ξαπλώστρα ή καταγής- μπορεί να αποβούν σωτήριες για όσους από εμάς αργοπεθαίνουν σε μια δουλειά που τους βασανίζει καθημερινά με το αίσθημα της ανασφάλειας και της μιζέριας. 

Σχεδόν τα πάντα είναι θεμιτά όταν αδυνατείς να χαμογελάσεις και στριφογυρίζεις άυπνος τα βράδια στο κρεβάτι σου. Άλλωστε, το ερώτημα «που τα βρίσκουν όλοι τα λεφτά και είναι γεμάτα τα καφέ και οι ταβέρνες» είναι εδώ και καιρό πολλαπλώς απαντημένο: χρωστάμε παντού ή δεν μας έχει αγγίξει όλους και στον ίδιο βαθμό η κρίση. 

Η απεχθής δημοφιλής ρήση «υπάρχει ακόμη λίπος» νομίζω, πως, μετά από τόσα χρόνια οικονομικής κρίσης ουδόλως υφίσταται. 

Τώρα οι περισσότεροι είμαστε λιπόσαρκοι ή αποστεωμένοι ….. 

Υπάρχουν, ωστόσο, κι άλλες παραμορφωτικές εικόνες που μπορεί να σε ξεγελάσουν. 

Παρατηρώντας έναν έφηβο στα άκρα, για παράδειγμα, θα δεις στα χέρια του κινητό τελευταίας τεχνολογίας και στα πόδια του αθλητικό παπούτσι που η τιμή του αγγίζει αρκετά μεροκάματα ανειδίκευτου εργάτη. 

Σε κάθε περίπτωση, ο γονιός είναι εκείνος που έχει υποχωρήσει μπροστά στην επιτακτική απαίτηση του παιδιού του «να ανήκει στην ομάδα», σύμφωνα με τα παιδαγωγικά κελεύσματα. 

Τώρα, αν ο ίδιος ο γονιός ανήκει στην ομάδα των οφειλετών της τράπεζας, της εφορίας, της ΔΕΗ, του Τειρεσία κλπ, αυτό είναι άλλο θέμα. Και σχεδόν ποτέ δεν ενδιαφέρει τον έφηβο, σε αντίθεση με τον ψυχίατρο ο οποίος μπορεί να προσμετρήσει το γεγονός στην αναπόφευκτη διάγνωση. 

Μεταξύ μας, πάντως, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί έχουμε παιδαγωγικώς και οικονομικώς ιεροποιήσει τις ανάγκες των εφήβων. 

Δεν υπάρχει τραγικότερη εικόνα από έναν γονιό σε κατάθλιψη. Κι αυτό γιατί από ξερόλας, νεόπλουτος καταναλωτής, ασυγκίνητος μπροστά σε οποιαδήποτε σκέψη κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης για το χάλι στο οποίο φτάσαμε, νιώθει κι ο ίδιος θύμα και θύτης … άσε που έχει και παιδιά να μεγαλώσει. 

Στον περίγυρό μου υπάρχουν αρκετοί που σπεύδουν να προσφέρουν παρηγοριά λέγοντας πως οι παλιότεροι κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα από Κατοχή και μύριες άλλες κακουχίες, πως τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από ανθρώπους που σίγουρα είναι σε χειρότερη μοίρα από εμάς –μιας και δεν έχουν την υγεία τους- και πως θα πρέπει να μάθουμε να απλοποιούμε τη ζωή μας χωρίς να ζητάμε πολλά πολλά. 

Εξάλλου, αν δεν αντιμετωπίσουμε γενναία την ζωή μας, θα βαλτώσουμε. 

Και όντας βαλτωμένοι, όλοι και όλα θα μας προσπερνούν. 

Επιστροφή στα παλαιά λοιπόν. 

Επιβίωση με δοκιμασμένες συνταγές των παλαιότερων γενιών που υπέφεραν περισσότερο από εμάς κι άντεξαν. 

Αλληλεγγύη στον διπλανό μας, αγάπη μοιρασμένη παντού … 

Μέχρι να αλλάξει η κατάσταση. 

Αν και δεν μου φαίνεται πρέπον να δοξάζουμε το Θεό γιατί εμείς δεν είμαστε τόσο δυστυχισμένοι όσο ο διπλανός μας (κατά το κοινώς λεγόμενο «υπάρχουν και χειρότερα») μου είναι δύσκολο να αγνοήσω την πρόοδο της τεχνολογίας που κάνει ευκολότερη τη βιωτή μας, ή την εξοικονόμηση χρόνου που μας προσφέρουν τα επιτεύγματά της. 

Ήδη, γυρνάμε την πλάτη μας σε πολλά πολιτιστικά δρώμενα, αφού δεν υπάρχει τίποτα στο πορτοφόλι μας που να υποστηρίζει την απόλαυσή τους. Συνωστιζόμαστε μονάχα στο δωρεάν, στο εθελοντικό, στο φτηνό και τελικά, ίσως απαξιωτικό και απαξιωμένο. 

Ας μη γελιόμαστε, η ταυτότητά μας έχει αλλάξει. Έχουμε προ πολλού προσαρμοστεί στα ολίγα, ταπεινά, μετρημένα κουκιά που μας αναλογούν. Και όσοι αναπολήσαμε τις εθνικές μας αντοχές, απλοποιήσαμε την (υπερ)καταναλωτική ζωή μας, μεταποιήσαμε, διορθώσαμε, εξοικονομήσαμε, ξεπουλήσαμε, κουνήσαμε το μαντίλι του αποχαιρετισμού σε συγγενείς-μετανάστες, τελικώς σιωπήσαμε. 

Δεν υπάρχουν πλέον αντοχές. 

Μας έμεινε το κουπόνι του μισθού μας να περιμένει εκεί, στο φίλο που θα σπεύσει να το εξαργυρώσει, γιατί αλλιώς δεν γίνεται ….

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook