Σημασία έχει να θυμηθείς

Μαΐου 11, 2016

Αυτό το κάτι που χρειάζεται να θυμηθούμε, για να δώσουμε αίσθηση συνέχειας και νόημα....






Γράφει η Αγγελική Πλουμά*

Θυμάσαι; 
Θυμάσαι τη μέρα που έγινες καλά 
μετά από σύντομη ή όχι και τόσο σύντομη αρρώστια; 
Θυμάσαι μόλις στάθηκες στα πόδια σου 
που χαιρόσουν με τα απλά και καθημερινά με έναν πρωτόγνωρο τρόπο; 
Θυμάσαι εκείνο το χαμόγελο ευγνωμοσύνης 
προς τη ζωή και προς το κόσμο; 

Θυμάσαι; 
Θυμάσαι όταν όλοι σου 'λεγαν 
πως δεν θα τα καταφέρεις 
αλλά εσύ εμπιστεύτηκες τη βαθιά, άλογη αίσθηση 
που σου 'λεγε να προχωρήσεις, 
τόλμησες και τελικά τα κατάφερες; 
Θυμάσαι τη συγκίνηση και την περηφάνια σου; 

Θυμάσαι; 
Θυμάσαι την πρώτη φορά που αγάπησες 
χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα; 

ΝΑ ΘΥΜΗΘΕΙΣ 
Γιατί αν ξεχάσεις θα μοιάζεις με καράβι σε τρικυμισμένη θάλασσα 
που έσπασε τους φάρους. 


Ακούμε συχνά για ανθρώπους που από μικροί ήξεραν τι θέλουν να γίνουν. Για 'κείνη την τραγουδίστρια που από μωρό τραγουδούσε με τη βούρτσα μαλλιών της μαμάς για μικρόφωνο και για 'κείνο το γνωστό ηθοποιό που έστηνε αυτοσχέδιες παραστάσεις στην αυλή του σπιτιού του για τα ομήλικα του πιτσιρίκια. Και μπορεί να ζηλεύουμε… ή να αρχίζουμε εσωτερικούς διαλόγους του τύπου «έλα μωρέ αυτή η τραγουδίστρια δεν είναι τελικά και τόσο καλή» ή «κι εγώ αν είχα τις προϋποθέσεις που είχε αυτός ο ηθοποιός θα το 'κανα». Ακόμα περισσότερο ο εσωτερικός μας αυτός διάλογος μπορεί να χωρίζει τον κόσμο σε δύο μέρη: σε μας και σ' αυτούς. Σε μας είναι δεδομένη μια απόσχιση που ποτέ δεν βίωσαν αυτοί. Αυτοί που ήξεραν και δεν ξέχασαν. Ενώ εμείς, εμείς που αποσχιστήκαμε, απαρνηθήκαμε αυτή τη γνώση ή τη μνήμη γιατί…για πολλούς λόγους: γιατί δεν είμασταν αρκετά καλοί, γιατί το ταλέντο μας δεν ήταν τόσο ισχυρό, γιατί ποτέ δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη ικανότητα, γιατί δεν μας στήριξαν όταν έπρεπε. Τόσες πολλές οι εκλαμβανόμενες αιτίες της απόσχισης…αλλά το αποτέλεσμα ΕΝΑ. Ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε ποιοι είμαστε και ποιοι προοριζόμαστε να γίνουμε. 

Κι έρχεται και κείνη η άτιμη η έρευνα που σου κουνάει αρνητικά το κεφάλι σε όλες τις παραπάνω αντιλήψεις. 

Όχι σου λέει. Δεν μπορεί να μην έχεις ικανότητες γιατί όλοι γεννηθήκαμε με μια τέτοια «προίκα» και με μια έμφυτη γνώση που αναζητούσε καλλιέργεια. 

Όχι σου ξαναλέει. Δεν γίνεται να μην ξέρεις, γιατί όλοι μας εκεί στα 5 με 10 ακούμε τη φωνή της ικανότητάς μας που, σε κείνη την ηλικία, αναβλύζει σαν το καθάριο, το γάργαρο, το ορμητικό νερό της πηγής. Τότε γνωρίζουμε με διαφάνεια και σαφήνεια ποιοι είμαστε, σε όρους ικανοτήτων και ταλέντων και γιατί ακόμα κι αν δεν το εκφράζουμε με τα τυπικά λεκτικά μέσα που θα αποκτήσουμε αργότερα. Αλλά αργότερα μαζί μ` αυτά τα μέσα, έρχονται και πέφτουν πάνω μας στιβάδες συμβιβασμών. Συμβιβασμών με το σχολείο, με τα όνειρα, ίσως, των γονιών, με τα κοινωνικά πρότυπα. Επίσης στιβάδες από «άμυνες και τείχη» πίσω από τα οποία κρυβόμαστε γιατί έτσι νοιώθουμε ότι προστατευόμαστε από πιθανά τραύματα π.χ. να εκτεθούμε και να γελοιοποιηθούμε. Και τότε η λήθη μοιάζει καλός δρόμος. Αλλά ποτέ δεν είναι. Γιατί, σε κείνη την ηλικία, την ικανότητα δεν την συσχετίζουμε (συνήθως) με το επάγγελμα αλλά με την παραγωγή χαράς. Κι αυτό άρα που ξεχνάμε είναι το πού και πώς να βρίσκουμε τη χαρά: Τη χαρά να ζωγραφίζουμε, να φτιάχνουμε διαφορετικούς πύργους στην άμμο, τη χαρά να ράβουμε φουστάνια στις κούκλες μας, τη χαρά να σκαρώνουμε τραγουδάκια από το τίποτα. 



Σ` ένα εργαστήριό μου, πριν από λίγο καιρό, κάναμε κάποιες βιωματικές ασκήσεις από αυτές που μας βοηθάνε να επανασυνδεθούμε με αυτή τη μνήμη της ικανότητας και της χαράς. Με αυτού του είδους τις ασκήσεις ερχόμαστε με έναν ταχύ κι απόλυτα ασφαλή τρόπο σε επαφή με τον παιδικό εαυτό μας και τον βοηθάμε «να θυμηθεί» με τους τρόπους που αυτός είχε, τότε, στη διάθεσή του: μερικές μπογιές, πλαστελίνη, παιχνίδια κλπ. Σ` ένα τέτοιο λοιπόν εργαστήριο και μετά από μια συγκεκριμένη μαθησιακή προεργασία, ένα υψηλά ιστάμενο στέλεχος μιας πολυεθνικής, μηχανικός και διευθυντής παραγωγής ζωγράφισε, «με το χέρι του εσωτερικού παιδιού του», ένα αεροπλάνο. Βλέποντας τη ζωγραφιά και προσπαθώντας να απαντήσει στο «γιατί αεροπλάνο» άρχισε σιγά σιγά να ξετυλίγει μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια. Έμενε σε μια περιοχή που περνούσαν συχνά αεροπλάνα και κάθε τέτοια διέλευση τον συγκινούσε. Ποτέ απ` ότι μας είπε δεν τον ενόχλησε ο θόρυβος, το αντίθετο μάλιστα, μπορούσε να πετάγεται δεκάδες φορές στην αυλή για να χαιρετήσει χαρούμενος και να κοιτάξει μαγεμένος, το μεγάλο πουλί που πετούσε πάνω από το κεφάλι του. Ακόμα κι όταν το αεροπλάνο είχε απομακρυνθεί αυτός χοροπηδούσε από χαρά. Έτσι, όταν τον ρωτούσαν τι θέλει να γίνει (επάγγελμα) το μόνο που του ερχόταν να πει ήταν πιλότος, γιατί μόνο αυτό μπορούσε να συνδέσει με κάτι που του 'δινε χαρά (το πέταγμα του αεροπλάνου). Κανείς μέχρι κείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε μπει στο κόπο να τον ρωτήσει «γιατί». Γιατί το αεροπλάνο τον έκανε να νοιώθει τόση χαρά και αν, έστω εκ των υστέρων, το είχε, ποτέ, σκεφτεί. Όντας μέσα στον παιδικό εαυτό του, μας είπε, ότι τον συγκινούσε βαθιά το ότι μπορούσε να ζει μια ζωή, έστω και για λίγο, πάνω από το έδαφος. «ΠΑΝΤΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΕΤΑΩ» μας είπε… «Προσπάθησα να φτιάξω κάποτε και φτερά αλλά ευτυχώς δεν μπόρεσα να τα δοκιμάσω. Με πήρανε χαμπάρι οι γονείς μου και τα κατάσχεσαν». 

Μεγαλώνοντας με ένα επιδεινούμενο πρόβλημα στην όρασή του, αλλά και με τις γνωστές βιοποριστικές ανησυχίες «ξέχασε». Αποπειράθηκα ένα άλμα στο χρόνο και τον ρώτησα τι τον τράβηξε να γίνει μηχανικός και να δεχτεί την υψηλή θέση που είχε τώρα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, άρχισε να συγκινείται «Ναι, είπε. Είναι φανερό. Ποτέ δεν έπαψα να θέλω να φτιάξω τα δικά μου φτερά… αυτό σίγουρα ήταν ένα κίνητρο για να γίνω μηχανικός. Όσο για την τωρινή μου θέση, το 'χα πει και στη συνέντευξη πρόσληψης και το εννοούσα πως τα ταξίδια ήταν ένα σπουδαίο δέλεαρ, αλλά ποτέ δε σκέφτηκα ότι έτσι ικανοποιούσα και τον παιδικό μου εαυτό». Μια αίσθηση γαλήνης και προσμονής ευτυχίας είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Μέχρι σήμερα, είχε για γενική και αόριστη εντύπωση, πως είχε προδώσει τον παιδικό του εαυτό αλλά τώρα έβλεπε πως αυτό δεν ήταν και τόσο αλήθεια.

Ο εαυτός μας βρίσκει πολλούς τρόπους να μας πει ότι θέλει να «θυμάται», ότι ξέρει και ότι διεκδικεί. Μόνο που δεν χρησιμοποιεί πάντα τους τρόπους που η γραμμική – αριστερού ημισφαιρίου σκέψη επιτάσσει. Μερικές φορές, η διαίσθηση και το συναίσθημα, που εδρεύουν στο δεξί ημισφαίριο, μπορεί να μας οδηγήσουν σε δρόμους που ούτε καν αντιλαμβανόμαστε αλλά είναι σε αρμονία με την βαθύτερη ουσία μας. Ολοκληρώνοντας, μας είπε πως... 

«Νοιώθω μια πρωτόγνωρη χαρά… τελικά κατάφερα να μπω στο αεροπλάνο… όχι ως πιλότος αλλά σαν επιβάτης. Έχω τόσες ώρες πτήσης που ούτε πιλότοι δεν έχουν. Και κάθε φορά, η χαρά μου, κυρίως την ώρα της απογείωσης είναι όλο και πιο μεγάλη.».


Όμως ούτε 'κει σταμάτησε. Έχοντας πια την αίσθηση της συνέχειας από τα παιδικά του χρόνια βρήκε την κρίσιμη ερώτηση που χρειάζεται να κάνει στον εαυτό του για τις μετέπειτα επιλογές του: 

«Τι χρειάζεται να κάνω για να έχω την αίσθηση ότι «πετάω» - συναισθηματικά, νοητικά, φυσικά». 

Η εύρεση αυτού «του μπούσουλα» του 'δωσε ακόμα μεγαλύτερη χαρά. 

Το παιδί μέσα μας, όσο απογοητευμένο και τραυματισμένο να είναι δεν παύει να ψάχνει τρόπους να μας θυμίσει, να μας μιλήσει… Μας τραβάει συνέχεια από το μανίκι για να επικοινωνήσει τα βαθύτερα θέλω του. Ως ενήλικοι, όμως, από μια ανάγκη αυτοπροστασίας συνήθως, κοιτάζουμε αλλού, κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε. Και το παιδί απογοητεύεται ξανά, αραιώνει «τις κρούσεις του» αλλά δεν σταματά ποτέ εντελώς. Μπορεί να μας περιμένει χρόνια να ωριμάσουμε τόσο που να τολμήσουμε να γυρίσουμε και να το κοιτάξουμε. Να το πάρουμε αγκαλιά, να το καθίσουμε στα πόδια μας, να το ξεσκονίσουμε από την απογοήτευση, τη ματαίωση, τα ψευδή διλήματα, να το φιλήσουμε με στοργή στο κεφάλι και να το ακούσουμε. Να το αφήσουμε να μας μιλήσει και να μας θυμίσει ποιοι είμαστε μέσα από τα διαυγή θέλω μας κι όχι μέσα απ΄ όσα μας δασκάλεψαν ότι μας ορίζουν. 

Κι είναι αλήθεια, πως ναι, κάποιοι στάθηκαν πιο τυχεροί. Πρόσφατα (31.3.2016) έφυγε από τη ζωή μια εμβληματική μορφή της αρχιτεκτονικής η Ζάχα Χαντίντ. Είχε συλλέξει τα σημαντικότερα βραβεία και ταξίδευε συνεχώς ψάχνοντας ιδέες σε τοπία και κτίρια για «να παντρέψει αρμονικά γραμμές και καμπύλες». Η Ζάχα ήταν κοντά στα 10, όταν με τους γονείς της μετακόμισαν σε ένα επιπλωμένο σπίτι. Όλα ήταν «κανονικά» σε κείνο το σπίτι, εκτός από έναν ασύμμετρο καθρέφτη στο δωμάτιο της που της κέντρισε την προσοχή… Όταν ο πατέρας της είπε ότι πήγαινε να της αγοράσει το κρεβάτι της η μικρή τον εμπόδισε λέγοντάς του ότι δεν μπορούσε οποιοδήποτε κρεβάτι να ταιριάζει με τον ιδιαίτερο καθρέφτη της. Επέμεινε ότι μπορούσε η ίδια να σχεδιάσει ένα κρεβάτι κι ο μπαμπάς της δεν την εμπόδισε. Όταν έδειξε το σχέδιο σε ένα μαραγκό εκείνος του είπε, ότι θα μπορούσε να το κατασκευάσει. Όταν ο μαραγκός, το έβαψε και το άφησε στη πόρτα του να στεγνώσει, έκπληκτος άρχισε να δέχεται παραγγελίες για να κατασκευάσει κι άλλα παρόμοια κρεβάτια. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία του σχεδίου και της αρχιτεκτονικής. 

Δεν είμαστε όλοι τόσο τυχεροί ή τόσο ταλαντούχοι, αλλά όλοι έχουμε μια φωνή μέσα μας που μας λέει τι μας κάνει αυτό που είμαστε. Μπορεί σε ύπνωση, αλλά την έχουμε. Πρόσφατα έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Μίμη Φωτόπουλου, αυτού του μεγάλου ηθοποιού που οι νεώτεροι τον γνωρίζουν από τις τηλεοπτικές επαναλήψεις των κινηματογραφικών κωμωδιών που πρωταγωνιστούσε. Η ζωή του μοιάζει πολύ με μυθιστόρημα αλλά εδώ θα σταθούμε σε ένα σημείο όπως παραστατικά το περιγράφει ο ίδιος: 

«Ενώ είχα περάσει στη Φιλοσοφική -παραλίγο να γίνω Φιλόσοφος- άνοιξα τυχαία μια εφημερίδα κι είδα ότι η Δραματική Σχολή ανακοίνωνε εξετάσεις για όσους ήθελαν να γίνουν ηθοποιοί. Ούτε από Δραματικές ήξερα, ούτε από ηθοποιούς, αλλά κάτι δεν ξέρω τι, με τράβηξε να το κάνω. Μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο κι αγόρασα τον Προμηθέα Δεσμώτη. Έμαθα απέξω ένα κομμάτι που τους πρώτους στίχους ακόμα και τώρα στα 70 τους θυμάμαι. Πέρασα τις εξετάσεις αλλά έμεινα την πρώτη χρονιά. Με ένα συμμαθητή μου που επίσης έμεινε, πίναμε εκείνο το καλοκαίρι έναν καφέ και του λέω: "βρε δεν πάμε να ρωτήσουμε αν μπορούμε να επαναλάβουμε τη τάξη." Ο καθηγητής μας ένας σπουδαίος θεατράνθρωπος μας λέει: "εσύ (ο συμμαθητής) όχι. Εσύ (ο Φωτόπουλος) έλα γιατί κάτι έχεις"». 

Είναι αυτό το κάτι που χρειάζεται να θυμηθούμε για να δώσουμε αίσθηση συνέχειας και νόημα. Αυτό το κάτι που δεν κατέχει κανένας ειδικός επαγγελματικού προσανατολισμού, κανένας προϊστάμενος, κανένας γονιός. Αλλά όλοι αυτοί μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο: Να δώσουν κίνητρα, να αναγνωρίσουν τη φωνή της Ικανότητας και να τη βοηθήσουν να ακουστεί σε όποια ηλικία κι αν βρισκόμαστε. 
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΟΜΩΣ, ΝΑ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΠΟΙΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΟΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΜΑΣ!

* Η Αγγελική Πλουμά είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ασχολείται κι είναι ταγμένη στην Ανάπτυξη του Δυναμικού Ατόμων και Οργανισμών. Εφαρμόζει κατ` αποκλειστικότητα στην Ελλάδα το πρόγραμμα ανάδειξης ταλέντων «ο Δρόμος της Πεταλούδας» και είναι συγγραφέας του σχετικού βιβλίου, «Ζωές που ξεχωρίζουν, ιστορίες που μεταμορφώνουν» (Φίλντισι, 2015) καθώς και της συλλογής διηγημάτων «Η Φωνή της Πεταλούδας». Έχει βραβευθεί σε πολλούς πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. 

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook