Οι δυο γυναίκες σκιαγραφούν τον Νίκο Εγγονόπουλο

Οκτωβρίου 14, 2015


Ένωσαν τις ζωές τους με τον Νίκο Εγγονόπουλο. Μίλησαν γι' αυτόν...








Τέσσερα χρόνια (1950-1954) κράτησε ο πρώτος γάμος του Νίκου Εγγονόπουλου με την Νέλλη Ανδρικοπούλου. Μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον Παναγιώτη. Στο βιβλίο της «Επί τα ίχνη του Νίκου Εγγονόπουλου» η συγγραφέας και ζωγράφος ανακαλούσε μνήμες...

«Για μένα ο γάμος αυτός -ο μόνος άλλωστε- δεν ήταν ευκαιριακός. Τον Εγγονόπουλο πάλι, που ήταν άνθρωπος αθεράπευτα μοναχικός, ο έρωτας και η απόφαση να αλλάξει ριζικά τη ζωή του με το γάμο, τον έριξε σε ταραχή μεγάλη. Έχασε τον ύπνο του κι έτσι με δυο μήνες αρραβώνα παντρευτήκαμε μεσοσαρακοστιάτικα, στις 25 Μαρτίου του 1950, δίχως προβλέψεις πρακτικές για τα παραπέρα...  

Ένας υπερρεαλιστής δεν παντρεύεται όπως ένας αστός. Οι στόχοι του Εγγονόπουλου στο γάμο -κι ο θεός ξέρει αν ήταν άνθρωπος με στόχους (και με στόχαστρα)- ήταν, όπως και στην τέχνη, ριζοσπαστικοί, βαθιά ανατρεπτικοί. Δε θα ανεχόταν τις συμβατικές   -καμιά από τις συμβατικές- αποστάσεις μεταξύ μας...

Ο Εγγονόπουλος έβλεπε τον εαυτόν τον κυρίως σαν ζωγράφο - «επαγγελματίας» τόνιζε με τη βαθιά φωνή του χαμογελώντας πονηρά, λαξεύοντας το βλέμμα πίσω απ' τα κοκάλινα γυαλιά και στρώνοντας με τη λευκή του χέρα τα ατίθασα μαλλιά του...

Όταν ήταν στις καλές τον κουβέντιαζες μ' ευχαρίστηση για όλα τα πνευματικά και καλλιτεχνικά ζητήματα, κι ο νους του έπιανε πουλιά στον αέρα. Τους γνωστούς μας καλλιτέχνες τους αντιμετώπιζε συνήθως μ' επιθετικότητα... 

Δεν ήθελε ν' αποχωρίζεται τα έργα του που μας κρατούσαν συντροφιά από τους τοίχους, και σπάνια βρισκόταν κανένας πελάτης να μας ζητήσει κάτι άλλο - κι ήταν φορές που κι αν ζητούσε, έπειτα δεν το 'παιρνε... 

Υπήρχε μεγάλη ανάγκη χρημάτων, αλλά ο Εγγονόπουλος ήθελε να κρατά τα έργα του κι εγώ δεν τα είδα ποτέ σαν αντικείμενα οικονομικής εκμετάλλευσης... 

Κατά τ' άλλα, ζωγράφιζε πάντα προτάσεις του νου και της φαντασίας του...

Το δράμα, η σύγκρουση -η νεύρωση, για να μιλήσει και η ψυχανάλυση- ήταν η μόνιμη θυμική του κατάσταση, απ' όπου πήγαζαν τα κρυφοφάνερα μασκαρέματα, οι παγίδες, τα σε πολλά επίπεδα ανερμήνευτα - μα και η φανερή πικρία, η επιθετικότητα κι ο σαρκασμός. «Τι 'μαι εγώ; Εγγλέζος, για να 'χω χιούμορ;» έλεγε, τραβώντας αλέγρα κλοτσιά στην αυτοκρατορία, επικυρώνοντας κι ανακαλώντας μαζί τα λεγόμενα, εκφράζοντας κιόλας χωρίς να φαίνεται ένα απώτατο πένθος που τον κατείχε, και που συχνά το δήλωνε χαρά. Ίσως μ' αυτό να συνδέονται οι έντεχνα απρόσωπες μορφές στους πίνακες τον, που έτσι κερδίζουν σε μυστήριο και συμβολισμό... 

 Όπως στα έργα τον έτσι και στη ζωή τον ο Εγγονόπουλος δεν τα 'χε καλά με τα πρόσωπα. Ήξερε τι κερδίζεις παραμένοντας κρυφός. Το πρόσωπο -η προσωπικότητα- τον άλλου δεν του πήγαινε. Ένα πρόσωπο είναι μια πρόκληση. Αν δεν το ανέχεσαι, πρέπει να τ' αποφύγεις, ή να το εξολοθρεύσεις. Εξ ορισμού όλοι οι άνδρες ήταν κλέφτες, όλες οι γυναίκες πόρνες. "My home is my castle" έλεγε, και το σπίτι μας έμεινε κλειστό. Που δε σημαίνει βέβαια πως ζούσε σχεδόν αθέατος μόνο για αυτοπροστασία, μα κι από βαρεμάρα αφού, έτσι κι αλλιώς, από μέσα του έβγαζε τους κόσμους και τους ανθρώπους που ζωγράφιζε. Άρπαζε ένα περιστατικό ή ένα πρόσωπο που του ταίριαζε από τη μνήμη ή απ' τα βιβλία και κυριολεκτικά «περνούσε την ώρα» του ζωγραφίζοντας, ιστορώντας με τον χρωστήρα, με την προσεχτική ηδονική του ραθυμία, μορφές και πράγματα κάθε εποχής και τόπου...

Μια ζωή ο Εγγονόπουλος ζωγράφιζε μονάχα, αναπόδραστα, έκδηλα ή παραπλανητικά, τον εαυτό του. Κι είναι, πιστεύω, αυτή η αδιάπτωτη βιωματική του παρουσία που σημαδεύει το έργο του...  

Κατόρθωσε ν' αποδώσει το "εσωτερικό του δράμα", τις πολύ υπαρκτές, πιεστικές παρορμήσεις…

Μαζί με την ιδιοφυΐα και τις αρετές του ο Εγγονόπουλος διέθετε όπλα να σκοτώσει κάθε "έρωτα" και κάθε "ερώντα". Η απομόνωση, η καχυποψία, η συστηματική ζήλια, που ήταν ιδίως μέσο μόνιμης ενοχοποίησης μου, και μια γλώσσα που ήξερε να μην είναι πάντα ποιητική, ξεκάνανε το γάμο μας. Τον πλήρωνες τον Εγγονόπουλο, δεν ήταν παίξε γέλασε... 

Ο Εγγονόπουλος ακολουθούσε ακριβή ωράρια στη ζωή και στη δουλειά του. Αν δεν ήταν ανάγκη να βγει για την παράδοση στο Πολυτεχνείο ή για καμιά αγγαρεία, καθότανε στο σπίτι ολημέρα και ζωγράφιζε, τρεις ώρες το πρωί και τρεις τ' απόγεμα, δημιουργώντας πολλούς από τους πιο ωραίους πίνακες του. Μετά καθάριζε σχολαστικότατα τα εργαλεία της δουλειάς του και με την ίδια επιμέλεια βούρτσιζε τα παπούτσια και τα ρούχα του... 

Ελάχιστοι -μετρώνται στα πέντε δάχτυλα κι ίσως δεν τα φτάνουν- ήταν οι άνθρωποι που πάτησαν στο σπίτι μας, τα τέσσερα χρόνια του γάμου μας, εκτός από τους συγγενείς μας. Ο ένας απ' αυτούς ήταν ο Μπάμπης Ποταμιάνος που ήρθε δήθεν ν' αγοράσει κανένα έργο αλλά δεν πήρε τίποτε. Ένας άλλος ήταν ο συμπαθής MarioVitti.»

Την Ελένη Τσιόκου παντρεύτηκε το 1960 ο υπερρεαλιστής δημιουργός. Ένα χρόνο αργότερα γεννιέται η κόρη τους, Ερριέτη. Η μετέπειτα Λένα Εγγονοπούλου, γράφει ένα άρθρο στο λογοτεχνικό περιοδικό «Χάρτης» για τον Εγγονόπουλο...

«Καθημερινά μου φανέρωνε κόσμους εκπληκτικούς, καινούργιες πνευματικές εμπειρίες. Ήμουν μαγεμένη. Δεν ήθελα να βάλω τίποτε «ξένο» ανάμεσα μας - άλλωστε δεν χωρούσε. 

Και ζούσαμε, ζούσαμε έντονα, συνέχεια μαζί, σε όλα τα επίπεδα. Εκείνος δούλευε πάντα εντατικά, ίσως όχι τόσο πληθωρικά όσο άλλοτε. Ένα κομμάτι της τέχνης του, ήταν η ζωή μας. Μου 'λεγε ότι γεννήθηκε για μένα, ότι ζωγράφιζε και έγραφε από πάντα για μένα, ότι ζούσε για μένα. Με το Νίκο ζούσαμε τον έρωτα, αδιάλειπτα, σαν στάση ζωής, για είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια. Μοιραζόμασταν τα πάντα. Και όλα εν μεγάλω. Σε τρομερή ένταση. Χωρίς τους φόβους των μετρίων ανθρώπων. Είχαμε παραδοθεί ολοκληρωτικά ο ένας στον άλλον… 

Ο Νίκος ξυπνούσε το πρωί στίς 6 και πήγαινε στο ατελιέ, στό δεύτερο όροφο του σπιτιού. Εκεί ξυριζόταν, έφτιαχνε τον καφέ (ήθελε να κάνει μόνος του ορισμένες "οικιακές" προσωπικές εργασίες, όπως το πλύσιμο εσωρούχων - από κομψότητα και διάθεση αυτάρκειας). Στις 9 ανέβαινα κι εγώ στο ατελιέ και καμιά φορά φεύγαμε μαζί για το Πολυτεχνείο ή άλλοτε, όταν δεν είχε μάθημα, έμενε μέχρι τις 2 το μεσημέρι και ζωγράφιζε. Πρέπει να αναφέρω ότι ζωγράφιζε πάντα τα πρωινά, λόγω του φωτός κάθε μέρα. Αν μια μέρα δεν ζωγράφιζε έστω και μια πινελιά τον στενοχωρούσε. Κάθε μεσημέρι, σταματούσε τη δουλειά του πιο νωρίς για να πλύνει τα πινέλα του όλα με σαπουνάδα, στην εντέλεια. Διότι έλεγε ότι ο μάστορας πρέπει να 'χει τα σύνεργα του σε άρτια κατάσταση... 

Το μεσημεριανό τραπέζι ήταν ιερό για το Νίκο. Έτρωγε αργά και μιλούσε πολύ. Συζητούσαμε τα νέα της ημέρας και άλλα πολλά. Στό μεσημεριανό τραπέζι, συνήθιζε να μας απαγγέλλει. Είχε μια ακτινοβολία που διαπερνούσε όλους όσους βρισκόταν γύρω του...

Είχε τη μοναδική ικανότητα να αφηγείται με τρόπο σπαρταριστό, να ζωντανεύει τις καταστάσεις που περιέγραφε. Άλλα εκπληκτική ήταν κι η ικανότητα του να σου μαθαίνει, να σου εξηγεί: όχι στεγνά και δασκαλίστικα, αλλά με χάρη, με χιούμορ, δημιουργώντας ερεθίσματα... 

Τα απογεύματα διάβαζε συνήθως. Ανέβαινα πάλι στίς 6.30 γιά νά δούμε ειδήσεις στην τηλεόραση. Παρακολουθούσε με έντονο ενδιαφέρον όλη την επικαιρότητα. Ταυτόχρονα διακωμωδούσε τις ειδήσεις. Όταν όμως ήθελε να είναι σοβαρός, ερμήνευε τα γεγονότα με σοφία και οξυδέρκεια... 

Το επαναλαμβάνω: με το Νίκο βιώναμε τον έρωτα συνεχώς. Ήταν, νομίζω, μιά θέση ζωής, που είχαν όλοι οι υπερρεαλιστές. Ανήκει στις επιλογές τους. Ουδέποτε τσακωθήκαμε. Όταν γεννήθηκε η Ερριέττη, στίς 12 Μαρτίου του '61, ο Νίκος (που πίστευε ότι τα παιδιά ανήκουν στις μητέρες) άρχισε να ζηλεύει ελαφρά. Τον ενοχλούσε η απορρόφηση μου από το παιδί. Μου έλεγε ότι έχω το πάθος της κόρης μου. Από μωρό της φερόταν ως ίσος προς ίση. Δεν ήταν εξουσιαστικός... 

Δεν υποτασσόταν σε τίποτε. Και ιδιαίτερα στο χρήμα. Σήμερα, βέβαια, η καταδίωξη αυτή μου φαίνεται πολύ φυσική. Αυτά που έδειχνε στη ζωγραφική και στην ποίηση του έμοιαζαν παράλογα. Ήταν ρηξικέλευθα, επαναστατικά. Με ποιά μέσα, στα 1938, θα μπορούσε να τα επιβάλει; Όταν, μάλιστα, κοινωνικά, ήταν ένας απλός γραφιάς . Ο διασυρμός έφτασε μέχρι το θέατρο. Κορόιδευαν στίχους του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου. Ο Εμπειρίκος το 'παιρνε πιό ελαφριά. Ο Νίκος έβλεπε να ποδοπατούν αυτό που είχε δημιουργήσει με το αίμα της καρδιάς του... 

Όταν τον πρωτοσυνάντησα ήταν πιο ανοιχτός: στο Πολυτεχνείο περιστοιχιζόταν από τους σπουδαστές, τους υπαλλήλους, κι άλλο κόσμο. Είχε φίλους, έβλεπε ανθρώπους. Διάλεγε, όμως, πάντα με ποιους θα μιλούσε. Ήταν εκλεκτικός. Έκανε κάτι πολύ απλό: επιζητούσε να συναναστρέφεται άτομα που είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν μαζί του... 

Απολάμβανε. Είχε αυτάρκεια και ανεξαρτησία. Οι φίλοι φέρνουν συχνά φασαρία και κούραση. Ο Νίκος γέμιζε τις μπαταρίες του από αλλού. Από τη ζωγραφική και κυρίως από τα βιβλία και την φαντασία του... 

Αντιπαθούσε τις αυλές -δεν άνηκε ποτέ ο ίδιος σε καμιάν αυλή, κι ούτε την επιθυμούσε γύρω του... 

Συζητούσαμε τα δημοσιεύματα που τον αφορούσαν. Αν ήταν ανοησίες, τα περιγελούσαμε. Κάποτε-κάποτε, όμως, στενοχωριόταν. Ο καλός λόγος, ωστόσο, τον συγκινούσε. Αντιδρούσε με ανιδιοτελή, σχεδόν παιδικό, τρόπο... Στα διαλείμματα της ζωγραφικής "σκάρωνε και μερικά τραγούδια" όπως έλεγε. Έχω την εντύπωση πως όταν δεν ζωγράφιζε, δινόταν στην ποίηση. Νομίζω ότι έγραφε απευθείας. Πολλές φορές μου 'λεγε το ποίημα πριν το γράψει. Κι υπήρξαν περιπτώσεις που αυτά που άκουσα δεν γράφτηκαν ποτέ...

Συχνά σημείωνε διάφορες ανεξάρτητες φράσεις· ίσως ήταν το υλικό, από το οποίο αργότερα παρήγε. Τα ακουμπούσε στην άκρη του γραφείου, σε μικρά, προχειρογραμμένα χαρτιά... 

Μου διάβαζε πολύ, ποίηση άλλων: Μπωντλαίρ, Μαλλαρμέ, Απολλιναίρ. Μου απάγγελνε απ' έξω Καβάφη και Καρυωτάκη. Στους νεότερους δεν αναφερόταν... 

Ήταν πολύ υγιής, σκληραγωγημένος. Κρατούσε μόνιμα ανοιχτό το παράθυρο, φορούσε μόνον τη ρόμπα του εργαστηρίου και πέδιλα. Τα τελευταία χρόνια με το ζόρι δέχτηκε ένα αερόθερμο για το κρύο στο εργαστήριο του... 

Ήταν ευαίσθητος με τα όνειρα του και, πιθανόν, με την ιδέα του θανάτου· τα δυσάρεστα όνειρα τον πτοούσαν.»


Πηγές: 
Νέλλη Ανδρικοπούλου «Επί τα ίχνη του Νίκου Εγγονόπουλου», εκδ. Ποταμός
Λένα Εγγονοπούλου, «Ποτέ αρκετά», άρθρο της στο λογοτεχνικό περιοδικό «Χάρτης», τεύχος 25/26.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook