Πέπη Μεσσίνη: «Τα τραστ των δημοσιογράφων δημιουργήθηκαν στη Χούντα για να ελέγχουν την είδηση»

Σεπτεμβρίου 30, 2015


Σε μία εποχή που για την Δημοσιογραφία, το ήθος δεν είναι και το δυνατό της σημείο, μία κουβέντα με μια σημαντική ρεπόρτερ όπως η Πέπη Μεσσίνη, είναι χρήσιμη.







Συνέντευξη στην Αιμιλία Πανταζή 
Φωτό: Φίλιππος Μεσσίνης

Μητέρα στο πρώτο της παιδί, μαζί με άλλους γονείς ίδρυσαν το πρώτο αντιαυταρχικό σχολείο τύπου Σάμερχιλ (Summerhill), βασισμένο στη φιλοσοφία του Αλεξάντερ Σάδερλαντ Νιλ (Alexander Sutherland Neill) στην Ελλάδα. Μόλις δύο χρόνια μπόρεσαν να το διατηρήσουν. Μέχρι να καταλήξει στη δημοσιογραφία έκανε διάφορες άλλες δουλειές: από baby sitting, πωλήτρια, οδηγός σχολικού (η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα με δίπλωμα οδήγησης Ε’ κατηγορίας) κτλ. Από 16 ετών. «Δεν ήθελα να απλώνω το χέρι στον πατέρα μου για χαρτζιλίκι». 

Η πρώτη επαφή με τη δημοσιογραφία 

Σε έναν από τους γεωγραφικούς σταθμούς της ζωής της, τη Θεσσαλονίκη, αρχίζει να ασχολείται δειλά με τη δημοσιογραφία «στην εφημερίδα Εγνατία». Μόλις είχε ανοίξει η εφημερίδα και η Πέπη Μεσσίνη έπιασε δουλειά ως τηλεφωνήτρια. Αργότερα πέρασε στο Τμήμα του Αρχείου: «Ήμουν πρακτικό και μεθοδικό μυαλό και οι αρχειοθέτες τότε δεν είχαν βγάλει κάποια σχολή.» Ένας καλός της φίλος, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θανάσης Γεωργιάδης την παροτρύνει. «Εσύ δεν μπορείς να μείνεις σε αυτά. Πρέπει να γράφεις.» Αρχίζει να γράφει τα πάντα. Δηλαδή… «ότι κάνουν όλοι στην αρχή. Λάντζα.» Δούλευε τα θέματα με το δικό της τρόπο. «Δεν έπαιρνα κατευθύνσεις εύκολα. Ήμουν κάπως ατίθαση. Περιέγραφα το συμβάν, κατέθετα και το συναίσθημα, αλλά ποτέ δεν έπαιρνα θέση για το γεγονός.» Σε λίγους μήνες κλείνει η Εγνατία. «Πείραμα ήταν των Βουδούρη. Αυτοί που είχαν τον Ελεύθερο Τύπο.» 

Μένει άνεργη. Κατεβαίνουν οικογενειακώς στην Αθήνα και πιάνει δουλειά στις εφημερίδες «Γνώμη» και «Ειδήσεις». Λίγο από όλα και εκεί. Δυσκολεύτηκε στην προσαρμογή.


-Πότε ασχοληθήκατε περισσότερο επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία; 

«Στη δημοσιογραφία ξεκίνησα όταν αποφάσισα να κάνω έρευνα. Στράφηκα στο δικαστικό ρεπορτάζ. Δεν είχα σπουδάσει νομικά και το αντικείμενο είναι πολύ σοβαρό. Γι’ αυτό παράλληλα με τη δουλειά, πήγαινα καθημερινά επί τέσσερα χρόνια στα δικαστήρια. Μελετούσα στη βιβλιοθήκη του δικηγορικού συλλόγου, γνωρίστηκα με δικαστές, δικηγόρους, εισαγγελείς. Παρακολουθούσα όχι τόσο δίκες παρά τα δικόγραφα.» 

-Γιατί προσανατολιστήκατε προς αυτό το είδος; 

«Τα πολιτικά δικαστήρια ήταν παρθένος χώρος. Δεν υπήρχαν συνάδελφοι να το υπηρετούν. Αυτό όμως που με δελέαζε ήταν το ότι ήθελα να μάθω. Και μόνο από τα αστικά δικαστήρια μαθαίνεις. Τα ποινικά είναι κώδικες.» 

-Ερευνούσατε μόνη σας; 

«Ναι, δεν μπήκα ποτέ σε τραστ (ομάδες δημοσιογράφων). Τα τραστ δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της Χούντας για να ελέγχουν την είδηση.» 

Στην πορεία άρχισε να τη γοητεύει όλο και περισσότερο αυτή η δουλειά. «Βγήκε και το κομμάτι του χαρακτήρα μου: ανάλυση, λεπτομέρεια, παρατηρητικότητα.» Οι φίλοι της δεν την έλεγαν τυχαία «σκαλιστήρι»

«Αν είχε κάτι που έπρεπε να το ερευνήσω περαιτέρω, έτρεχα. Ένα παράδειγμα ήταν η σύνταξη της Μιμής Παπανδρέου. Πήγα στη Βουλή, στο λογιστήριο, θέλοντας να ολοκληρώσω το θέμα, να το ‘χω από παντού δεμένο.» 

-Φοβόσασταν τις αγωγές; 

«Ναι, αλλά 26 χρόνια δικαστικό δεν μου έχει γίνει ποτέ. Ήταν για μένα θέμα τιμής. Δεν μπορείς να στιγματίσεις κάποιον επειδή κάτι γράφεται σ’ ένα δικόγραφο. Στα δικαστήρια δε μπορεί να έχουν και οι δυο πλευρές δίκιο, ούτε είναι πάντα έντιμες. Στα πολιτικά δικαστήρια διεκδικούνται πολλά χρήματα. Υπόθεση Αγγελόπουλου, Βαρδινογιάννη…. Απίστευτα συμφέροντα.» 

-Τη δεκαετία του ‘90 ψάχνατε κυρίως σκάνδαλα, όπως με τα καλαμπόκια, τα βαμβάκια, τα λάδια (παράνομες τυποποιήσεις και επιδοτήσεις). Έτυχε να μην σας έχουν επιτρέψει να δημοσιεύσετε κάποιο θέμα; 

«Όχι, απλά μου έχουν ζητήσει: "αυτό μην το γράφεις, άστο". Με ενδιέφερε τουλάχιστον αυτό που θα γράψω να μην παραποιηθεί. Να γράφω "έγινε" και να προσθέτει κάποιος "δεν έγινε". Αυτό αλλάζει όλη την έννοια.» 

-Κάνατε επίπονη και υπεύθυνη δουλειά… 

«Ναι, έπαιρνα όλο το ρίσκο μόνη μου, δεν ήθελα να εκθέσω ούτε τον εργοδότη μου αλλά ούτε την πηγή μου. Γι’ αυτό και δεν δεχόμουν να μου παραποιήσουν τα στοιχεία. Με αυτόν τον όρο γινόταν δεκτή η συνεργασία. Γνώριζαν πως έκανα δουλειά διαμάντι. Και δεν το λέω για να αποδείξω πως είμαι κάτι, αλλά έρευνα και ψέμα δεν χωράει. Όταν έχεις τα στοιχεία μπροστά σου και ο πατέρας σου να είναι θα τον εκθέσεις.»

Συναδέλφους που έβαζαν τρικλοποδιές, λέει πως συνάντησε. Ποιον θεωρεί καλό δημοσιογράφο; 

«Εάν δεν είσαι μπαρουτοκαπνισμένος στο πεζοδρόμιο δεν είσαι δημοσιογράφος. Ο καλός δημοσιογράφος πρέπει να είναι ουμανιστής. Αν δεν σταθείς δίπλα στον άνθρωπο να του συμπαρασταθείς, να περιγράψεις αυτό που ζει, τι έχεις να προσφέρεις; Βέβαια και ο εργοδότης χρειάζεται, γιατί αυτός θα τον πληρώσει. Αλλά αν μπορεί να μην ακολουθεί τις επιταγές του, τότε μπορεί να κάνει καλή δουλειά.» 

-Καλός δικαστής; 

«Ο έντιμος, άρτια καταρτισμένος. Να τηρεί τον όρκο του. Ο δικαστής πρέπει να προστατεύει τον αδύναμο. Αυτό που λέμε η βάσανος του δικαστή είναι πραγματική βάσανος.» 

- Έχετε συναντήσει έντιμο δικαστή; 

«Εισαγγελέα. Τα αρχικά του είναι Κ.Π. Κοιτάξτε, υπάρχουν πολλοί δικαστές καλοί. Αυτοί δεν προχωράν πολύ, ενώ άλλοι γίνονται και υπουργοί.» 

 -Τι λείπει από τη σύγχρονη δημοσιογραφία;

«Οι παραδοσιακοί εκδότες. Από τη στιγμή που ηλεκτρονικός και έντυπος Τύπος έχουν γίνει βαριά βιομηχανία, χωλαίνει και η δημοσιογραφία, ειδικά σε περιόδους κρίσης. Συνάδελφοι συχνά σκύβουν το κεφάλι, καμιά φορά είναι και το μακρύ χέρι του εργοδότη. Υπάρχουν όμως και καλοί δημοσιογράφοι που αντιστέκονται. Δεν ξέρω τι εξέλιξη έχουν.» 

- Σε ποιες εφημερίδες έχετε δουλέψει; 

«Ήμουν 16 χρόνια στο ΒΗΜΑ, 6 χρόνια στον παλιό καλό ΣΚΑΙ, στο ραδιόφωνο του FLASH και του ΣΚΑΙ, στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Συνεργάστηκα και με πολλά άλλα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά.» 

-Λείπει η δημοσιογραφία; 


«Θα ήθελα να δουλεύω. Θα ‘ταν βέβαια δύσκολα για μένα. Χάθηκε ο ρομαντισμός και το πάθος. Κακά τα ψέματα, όμως, ο  καλός δημοσιογράφος πρέπει να νοσεί, να έχει πάρει το μικρόβιο. Δεν παραπονιέμαι. Σε αυτά που ήθελα να κάνω, πέτυχα. Η αλήθεια όμως είναι πως ήθελα ακόμη λίγο.» 

-Όταν παρακολουθείτε ένα ρεπορτάζ στην τηλεόραση τι σκέφτεστε; 

«Αχ, γιατί δεν το ελέγχει και από αλλού; Πήγαινε και στο Υπουργείο…» 

Είχε ξεκινήσει να ερευνά για δυο μήνες ένα μεγάλο θέμα για την εκκλησιαστική περιουσία στο ΣΚΑΙ. Το τελευταίο πριν φύγει. «Έπρεπε να διερευνήσω πολλές πηγές: στο υπουργείο Παιδείας, στη Μονή Πετράκη, στο Λογιστήριο του Κράτους.» 

-Δημοσιεύτηκε η έρευνα; 

«Όχι. Και μετά αποχώρησα. Έχω μια εντιμότητα στις σχέσεις μου. Πληρώθηκα γι’ αυτήν, δεν θα πήγαινα να δώσω αλλού το υλικό. Βέβαια, κράτησα τα αρχεία μου και μετά αποφάσισα να μην ασχοληθώ με τέτοιες έρευνες. Ήταν ψυχοφθόρες και δραχμοφόρες.» 

 -Με την κρίση δυσκόλεψαν τα πράγματα… 

«Όλοι είναι απειλούμενοι. Προτιμούν τους μικρούς και μάλιστα δωρεάν. Κι εγώ θα ήθελα να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία μου, ο κόπος μου. Αλλιώς, συμβάλλω η ίδια στο να καταστρατηγηθούν τα εργασιακά μου δικαιώματα. Αυτό που απαιτώ για τον εαυτό μου, ισχύει για όλους. Είναι κοινωνικό το πρόβλημα και έτσι πρέπει να το αντιμετωπίζεις όταν ζεις μέσα στην κοινωνία. Αν δω μόνο τα του κλάδου μου είναι αλαζονεία. Και η αλαζονεία είναι ότι χειρότερο.» 

-Δημοσιογράφος. Αποπνέει μια αίγλη για κάποιους. Στα παιδιά σας τι λέγατε για το επάγγελμά σας; 

«Δεν θεωρώ πως είμαι κάτι διαφορετικό, επειδή είμαι δημοσιογράφος. Μια εργαζόμενη ήμουν. Δεν είμαι καλύτερη από σένα, ούτε εσύ καλύτερη από μένα. Είμαι κατά των ταξικών διακρίσεων, άρα δεν μπορώ να κάνω και επαγγελματικές διακρίσεις.» 

-Έχετε αναπτυγμένη την αίσθηση του δικαίου; 

«Θα ‘λεγα ακριβοδίκαιη. Σε σημείο που μερικές φορές αδικώ και μένα. Μπορώ να διαχειριστώ τον εαυτό μου, αλλά να αδικήσω τον άλλον; Θέλω να κοιμάμαι ήσυχη.» 

-Κοιμάστε; 

«Ναι...» 

Γνωρίζει πως οι ρίζες της απλώθηκαν. Από τον γιο της τον Άρη (διεθνώς βραβευμένος φωτορεπόρτερ-πολεμικός ανταποκριτής) έχει «τρεις εγγονούλες», όπως χαμογελαστά λέει, ενώ ο άλλος της γιος ο Φίλιππος, είναι «γλυκός, ατίθασος και καλλιτεχνική φύση. Κολλημένος από μικρός με τη μουσική, και νομίζω πως έτσι θα συνεχίσει.» 

Μιλά για τα παιδιά της. 

«Ο Άρης έδωσε εικόνα και χρώμα στη ζωή μας. Ο Φίλιππος χρώμα και ήχο. Την οσμή μου την έδωσαν οι εγγονές μου. Όλες μου οι αισθήσεις είναι γεμάτες.» 

-Τι σκέφτεστε για τους γιους σας; 

«Θέλω να κάνουν αυτά που επιθυμούν κι όχι αυτά που επιθυμούμε. Μόνο στο θέμα της φωτογραφίας -να ακολουθήσουν τη δουλειά του πατέρα τους-, προσπάθησα να τους αποτρέψω καθαρά από πικρή εμπειρία. Ξέρεις, με το που μπαίνεις στον πόλεμο φοβάσαι, αγωνιάς, ύστερα αυτά τα συναισθήματα αποτελούν φυσική κατάσταση. Όσοι μένουν πίσω έχουν τον μεγάλο πόνο. Μια μάνα εργαζόμενη, σύζυγος και με δυο παιδιά αισθάνεται εξαπλάσια τον κίνδυνο, τον φόβο. Έκανα τον καραγκιόζη στα παιδιά, έκλεινα την τηλεόραση μην και ακουστεί είδηση, πολλά βράδια τύχαινε να μου τηλεφωνούσε ο αρχισυντάκτης μου και τρόμαζα.» 

-Η ζωή είναι ταξίδι; 

«Ταξίδι και όχι προορισμός. Έτσι είναι κι αυτό που επιλέγει κανείς να ασχοληθεί , αν το αγαπά, τότε μπορούμε να πούμε ότι άγγιξε τη χαρά. Μπαίνει σε μια περιπέτεια, ζυμώνεται, διαμορφώνεται και βγάζει το απόσταγμα από την εμπειρία.» 

Τα ταξίδια και η Παλαιστίνη 

Η Πέπη Μεσσίνη έχει ταξιδέψει σε περισσότερες από 30 χώρες. Τα τελευταία χρόνια πριν σταματήσει τη δημοσιογραφία τα ταξίδια της είχαν προορισμό την Παλαιστίνη. 


«Αριστερές οι καταβολές της αλλά κομματικά άστεγη δια βίου», είχε δέσει τη ζωή της με το Παλαιστινιακό. «Από τα εφηβικά μου χρόνια ήμουν δίπλα στους αγώνες πολλών φίλων μου φοιτητών στη Θεσσαλονίκη». 

Πρώτη φορά, ταξίδεψε με κίνδυνο για να γνωρίσει την Ιντιφάντα. 

«Ποτέ δεν με ικανοποιούσαν οι τηλεοπτικές ειδήσεις. Αναρωτιόμουν γιατί εμείς δεν βγάζουμε μια ειδησούλα μισού λεπτού, ενώ σε όλη την Ευρώπη ασχολούνταν με το Παλαιστινιακό.» 

Στο δεύτερο ταξίδι ήθελε να μάθει για το θρησκευτικό ζήτημα. Μαζί της πήρε και τον Φίλιππο. 

«Ταξιδέψαμε με το αυτοκίνητο. Πήγαμε στη Νεκρά θάλασσα να κάνει μπάνιο, στο ενυδρείο στο Εϊλάτ. Τον ταλαιπώρησα.» Στην τρίτη της επίσκεψη ερεύνησε το πολιτικό κομμάτι. Δηλώνει άθεη «με επιχειρήματα και άποψη». Τα παιδιά της άργησαν να βαπτιστούν. «Ήθελα να ωριμάσουν και να πράξουν ότι τα ίδια αποφασίσουν. Να μην τους επιβάλλω τη θρησκεία που αναγκαστικά θα πίστευαν.» 

Στην έρευνά της συνάντησε πρόσωπα της Ορθοδοξίας που θαύμασε. «Έναν πολύ καλό Δεσπότη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Από τα πιο φωτεινά μυαλά. Αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει. Αποκάλυψε σκάνδαλα και τον αποκηρύξανε..» 

Πιστεύει πως «εάν δεν κόψει δεσμούς το κράτος με την εκκλησία θα σερνόμαστε όλοι μόνιμα και θα επηρεάζει η θρησκεία το κοινωνικό και πολιτικό κομμάτι και αντίστροφα. Αν όμως δεν έχουμε δεσμούς, τότε ο άνθρωπος θα μπορεί να σκέφτεται και να επιλέγει ελεύθερα.» 

Στο θέμα της θρησκείας, όπως μάλλον και σε όλη της τη ζωή λειτούργησε ελεύθερα. 

«Την απέρριψα ως εξουσία κι όχι με την έννοια της πίστης. Η πίστη είναι προσωπική υπόθεση. Αποτέλεσμα από γνώσεις και εμπειρίες.» 

-Μπορείς να λες πιστεύω στον Θεό εάν δεν πιστεύεις στον άνθρωπο; 

«Αν δεν είσαι ουμανιστής δεν μπορείς να είσαι ούτε καλός πιστός.» 

Το απόσταγμα από την ολοκλήρωση της θρησκειολογικής της μελέτης γράφει σήμερα η Πέπη Μεσσίνη σε δυο ιστορικά δοκίμια, επιχειρώντας να διερευνήσει την προϊσλαμική εποχή και να γράψει συγκριτική μελέτη για τις τρεις μεγαλύτερες θρησκείες: Χριστιανισμός, Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμο. Στο πλαίσιο της 15ετούς της έρευνας διέσχισε και τη διαδρομή του Χριστού στους Άγιους Τόπους με όλα τα μέσα, συνάντησε επιστήμονες, θεολόγους: «Απαιτητική δουλειά και με απίστευτα μεγάλη βιβλιογραφία.» 

Σταμάτησε το γράψιμο σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής της. Ελπίζει γρήγορα να συνεχίσει, αφού πιστεύει πως «η εμπειρία και γνώση που αποκτάς πρέπει να μεταβιβάζεται, να μοιράζεται.» 

-Τι σας απασχολεί περισσότερο; 

«Να ‘ναι καλά τα παιδιά μου και να 'ναι ικανοποιημένα από τη ζωή τους.» 

-Εσείς είστε ικανοποιημένη; 

«Ενοχές δεν έχω, παράπονα ναι. Δεν μοιράστηκα όλο το οικογενειακό βάρος με κάποιον άλλον. Το τράβηξα μόνη μου. Πιο εύκολα θα ήταν και ίσως θα είχε και καλύτερα αποτελέσματα.» 

-Μόνο βάρος;

«Ήταν και χαρά. Όταν έβλεπα τα παιδιά μου να γελούν, χαιρόμουν και το απολάμβανα, αλλά πάντα με κούραση, αφού εργαζόμουν πολλές ώρες. Βέβαια ήταν επιλογή μου, και με ποια έννοια... Έπρεπε να βοηθήσω και ένα μεγάλο παιδί που είχα, τον σύζυγό μου. Οτιδήποτε χρειαζόταν να γίνει, με συμβουλευόταν. Κι εγώ στεκόμουν. Είχα πάντα την αντίληψη πως η γυναίκα και η μάνα στο σπίτι είναι πιο δυνατή.» 

-Μήπως υπερτιμούσατε τις δυνατότητές σας; 

«Είναι αλήθεια. Πολλές φορές όμως όταν φτάνεις στην εξάντληση και τις υπερεκτιμάς, λες κάποτε θα τις απολαύσω, μα δεν είναι πάντα έτσι.» 

Ο επόμενος σταθμός; Τι άλλο από τα ταξίδια…

«Θέλω να κάνω οδοιπορικά. Να έρθω σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς, ανθρώπους, να φάω όπως τρώνε, να κοιμηθώ όπως κοιμούνται, κάτω από όλες τις συνθήκες, δύσκολες ή εύκολες, συνήθως δύσκολες. Μου λείπει η δράση. Το να κάθεσαι όταν δουλεύεις από 16 χρονών, είναι βασανιστικό. Εξάλλου, ποτέ δεν ήμουν τουρίστρια, ταξιδεύτρια ήμουν.»











You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook