«Και τότε πήρα την απόφαση να του κόψω τα ψυχοφάρμακα…»

Σεπτεμβρίου 22, 2015


Προσωπικές μαρτυρίες που γράφτηκαν από ανθρώπους που αγωνίστηκαν να ζήσουν μακριά από τα ψυχοφάρμακα και κοντά στη ζωή.  Έτσι γράφτηκε το βιβλίο του Πέτερ Λέμαν.






Γράφει η Αιμιλία Πανταζή

«Ζητούνται συγγραφείς για το θέμα "κόβοντας τα ψυχοφάρμακα"». Αυτό ήταν το κάλεσμα που απηύθυνε το 1995 σε ευρύτατους κύκλους παγκοσμίως ο διδάκτωρ ψυχολογίας, Πέτερ Λέμαν. Απευθυνόταν ξεκάθαρα σ’ αυτούς που τα είχαν ήδη σταματήσει πριν το κάλεσμά του. 

Υπήρξε ανταπόκριση και τελικά εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία (1998) το βιβλίο που πρώτο παγκοσμίως ασχολείται με το θέμα της επιτυχούς απεξάρτησης από ψυχοφάρμακα. Στην Ελλάδα το «Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεων Νησίδες

Η Άννα Εμμανουηλίδου, κλινική ψυχολόγος και υπεύθυνη για τη μετάφραση, γράφει στον πρόλογό της: «οι ψυχιατρικοί ασθενείς, μας λένε οι άνθρωποι που γράφουν, τουλάχιστον αυτοί που θέλουν να κόψουν ή αρνούνται να πάρουν ψυχοφάρμακα, δεν κάνουν ό,τι κάνουν, δεν λένε ό,τι λένε, γιατί είναι άρρωστοι, αλλά γιατί ακριβώς δεν είναι. Σταματούν τα συνταγογραφημένα ψυχοφάρμακα, γιατί νιώθουν μέσα απ’ αυτά να χάνουν τον εαυτό τους και όχι να τον βρίσκουν. Αγωνίζονται να απαλλαγούν απ’ αυτά, γιατί αισθάνονται υπό την επήρειά τους να χάνει το νόημά του το υπόλοιπο της ζωής που τους απέμεινε μετά την ψυχιατρική παρέμβαση». 

Ανάμεσα στις ανθρώπινες ιστορίες που βρίσκονται στις σελίδες του βιβλίου του Λέμαν, διακρίναμε μιας Ελληνίδας. Διαβάσαμε την ιστορία του Γιάννη, έτσι όπως την έζησε η μητέρα του Μαρία. Ακολουθεί περίληψή της, λόγω της μεγάλης έκτασης του κειμένου.


«Και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω...»

Τον Γιάννη τον υιοθέτησαν το 1998, σε ηλικία 17 μηνών. Έβλεπαν πως ήταν ένα παιδί λίγο διαφορετικό. Όταν πρωτοπήγαν στην ψυχολόγο ο Γιάννης ήταν 3-4 χρονών. Είπαν της Μαρίας πως έχει αυτιστικά στοιχεία χωρίς να είναι αυτιστικό. Έφυγε τρομοκρατημένη. 

Το παιδί γράφτηκε στον παιδικό σταθμό κι αργότερα σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο. Άρχισαν τα προβλήματα. «Μου τηλεφωνούσαν ότι το παιδί ανεβαίνει στα τραπέζια, κουνιέται με την καρέκλα, πετάει πράγματα και τα παιδιά γελάνε μαζί του. Μας ζήτησαν να το πάρουμε από κει.» 

Τον πήγαν σε δημόσιο νηπιαγωγείο. Τα παιδάκια της έκαναν παράπονα για τη συμπεριφορά του γιου της. Η νηπιαγωγός ήταν καλή, ήθελε να βοηθήσει. Τελικά ξεκίνησαν εργοθεραπεία για δυσκολίες που είχε στη λεπτή κινητικότητα. Ο Γιάννης ήταν 4 ετών. 

Ενάμιση χρόνο διήρκησαν. Το παιδί δεν συνεργαζόταν. Η εργοθεραπεύτρια τους πρότεινε να νοσηλευτεί. Ο Γιάννης ήταν 5 χρονών. 

Ξεκίνησαν να πηγαίνουν στο παιδοψυχιατρικό τμήμα δημόσιου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. «Έβλεπαν ατομικά το παιδί κάθε 15 μέρες και κάπου κάπου εμένα για ενημέρωση. Τους είχα ζητήσει στην αρχή να του δώσουν κάποιο φάρμακο να ηρεμήσει… στην αρχή αρνήθηκαν…. Όταν ο Γιάννης πήγε πρώτη δημοτικού και λόγω των σοβαρών προβλημάτων της συμπεριφορά του του έδωσαν το Risperdal…. Ήμουν επιφυλακτική, μήπως και συνηθίσει ο οργανισμός του … Οι γιατροί ήταν ανένδοτοι.» Ο Γιάννης ήταν 6 ετών.

Η μητέρα παρατηρούσε έντονα τικ σε όλο του το σώμα, δεν μπορούσε να ανασάνει, να τρέξει. Αυτά ισχυρίζεται πως ήταν τα αποτελέσματα της χορήγησης του φαρμάκου, ενώ καμία βελτίωση δεν φαίνονταν στην συμπεριφορά του παιδιού. 

Μετά από δυόμιση χρόνια συνεχούς λήψης του άλλαξαν το φάρμακο με Alopeperidin. Μια εβδομάδα ήταν όλα καλά. Μετά όλα επέστρεψαν στην παλιά κατάσταση, 

«Ψάχνοντας στο ίντερνετ βρήκα ότι το φάρμακο αυτό πρέπει να δίνεται σε συνδυασμό με το Akineton για να εξισορροπηθούν οι παρενέργειές του και το είπα στους γιατρούς, οι οποίοι και του το έδωσαν συμπληρωματικά.» 

Η συνολική εικόνα του παιδιού συνέχιζε να είναι τραγική. «Σου έδινε την εικόνα ενός θολωμένου μυαλού, ήταν συνεχώς βίαιος και απελπισμένος.» 

Τα φάρμακα άλλαζαν. Από το νοσοκομείο υπέδειξαν πως το παιδί πρέπει να νοσηλευτεί. «Μας είπαν ότι το παιδί είχε συναισθηματικά προβλήματα και πρέπει να μείνει μέσα, δεν εξηγούσαν όμως κάτι που να μας κάνει κι εμάς να καταλάβουμε κάτι, μόνο φάρμακα του ΄διναν. Και μπήκαμε σ’ αυτό το τριπ να πηγαίνουμε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο.» 

Κι ενώ πάλευε να επιβιώσει ανάμεσα στην οργή γι' αυτά που της έλεγαν, στην απελπισία για την κατάσταση που βίωνε και κανείς δεν φαινόταν ικανός να τη βοηθήσει και στον φόβο που έβλεπε τη ζωή να κυλά χωρίς προοπτική λύσης, την έδιωξαν και από εκεί. Τη ξανάστειλαν στο προηγούμενο δημόσιο νοσοκομείο με το οποίο υπήρχε συστηματική παρακολούθηση τα τελευταία χρόνια. 

Ο Γιάννης έζησε μέσα σε δυο χρόνια τέσσερις εσωτερικές ψυχιατρικές νοσηλείες διάρκειας μέχρι και 15 ημερών σε δημόσια παιδοψυχιατρικά τμήματα. Μετά από κάθε νοσηλεία τα πράγματα χειροτέρευαν. Το παιδί ήταν πιο αναστατωμένο και με υψηλές δόσεις ψυχοφαρμάκων. Στο σπίτι ήταν πάντα ήρεμος, όχι όμως για πολύ. Οι γιατροί, ψυχολόγοι και τα φάρμακα, άλλαζαν συνεχώς. Το αποτέλεσμα;

«Το παιδί έκανε όλο και πιο επικίνδυνα πράγματα. Ήθελε να πέσει από το μπαλκόνι, εκνευριζόταν, ερχόταν κατά πάνω μου με μαχαίρι, ούρλιαζε, έδειχνε τρομερό ψυχικό πόνο και απελπισία. Στους γιατρούς έλεγα πως δεν μπορεί αυτό να είναι η λύση, ότι αυτά τα φάρμακα δεν του κάνουν καλό. Μου συστήνανε κάποιον άλλον γιατρό… όπου και να πηγαίναμε μας έδιωχναν μετά από λίγο καιρό.» 

Κάποια στιγμή πηγαίνοντας η γυναίκα στο ΙΚΑ για να της γράψουν τα φάρμακα, ο υπάλληλος της είπε: «Είναι δυνατόν αυτά τα φάρμακα να τα παίρνει μικρό παιδί;» 

Οι ειδικοί άρχισαν να της λένε πως το παιδί πρέπει να μπει σε ίδρυμα. Μαζί με τον άντρα της είχαν αρχίσει να το σκέφτονται, τελικά δεν μπόρεσαν να το κάνουν «ξέραμε ότι, αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα χάναμε τον Γιάννη για πάντα.» 

Ο Γιάννης είχε κλείσει τα εννιά του χρόνια, συνέχιζε να βρίσκεται σε σχολική τάξη ένταξης, «απομονωμένος με ειδικούς δασκάλους που δεν ήξεραν πώς να τον βοηθήσουν, αβοήθητοι και οι ίδιοι στην κατάσταση αυτή.» 

Διατηρούνταν τα έντονα τικ, το να μην μπορεί να γράψει, να ανασάνει. Είχε παχύνει από τα χάπια, είχε αλλοιωθεί η ομιλία του, είχε γίνει αγνώριστος. 

Την άνοιξη του 2007 και μετά από τέσσερα χρόνια μιας ανέλπιδης πορείας, αποφάσισε η Μαρία και ο άντρας της ότι από τη στιγμή που τα φάρμακα δεν έκανα τίποτα, να τα σταμάταγαν. «Τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί;» 

Με τους γιατρούς που το συζήτησε, αρνήθηκαν, εκτός από μια γιατρό η οποία πρότεινε να ελαττωθεί λίγο η δόση. 

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου παίρνει την απόφαση μόνη της και κρυφά από τους γιατρούς να κόψει τα φάρμακα . «Τα ελάττωσα σταδιακά, για να μην πάθει κανένα σοκ, εώς που τα έκοψα όλα σε δύο περίπου μήνες. Παράλληλα του έδινε κάποια ομοιοπαθητικά φάρμακα.» 

Η απεξάρτηση επέφερε παύση όλων των τικ και κινητικών ιδιορρυθμιών και σταδιακή μείωση των εκρήξεων οργής του Γιάννη. Το Σεπτέμβρη το παιδί δεν το δέχτηκε το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς του όπου πήγαινε τα 4 τελευταία χρόνια, και προτάθηκε να πάει σε ειδικό σχολείο ή ίδρυμα. Ο Γιάννης δεν έπαιρνε χημικά φάρμακα ούτε για να κοιμηθεί και η οικογένεια μετακόμισε σε μονοκατοικία μακριά από την πόλη. 

Συνάντησαν μια ψυχολόγο-οικογενειακή θεραπεύτρια, η οποία τους συνέστησε να πάει ο Γιάννης σε δημόσιο σχολείο του νέου τόπου κατοικίας τους και να μπούνε σε πρόγραμμα συναντήσεων, όπου θα συμμετείχαν εκτός από του γονείς και τον Γιάννη, οι δάσκαλοι και τα πρόσωπα που τον φρόντιζαν όσο εκείνοι έλειπαν στις δουλειές τους. 

«Η ιδέα της ήταν ότι, στη θέση ενός δικτύου που "τρέλαινε" το παιδί, οφείλαμε να οργανώσουμε ένα δίκτυο που θα έβλεπε τα υγιή του σημεία και θα επένδυε σ’ αυτά ακριβώς για το μέλλον.» 

Μετά από αρκετή δουλειά όλων, ο Γιάννης συνεργάστηκε και κατάφερε να ενσωματωθεί κανονικά στο σχολείο. Οι αλλαγές ήταν τεράστιες. Είχε αναπτύξει φιλοδοξίες για τη σχολική του επίδοση και ήθελε να ανήκει όλο και πιο συνειδητά σε ομάδες συνομηλίκων. Ο Γιάννης ξεκίνησε μουσική και αγγλικά. Μέχρι και σε πολυήμερο ταξίδι στο εξωτερικό πήγε με τους δικούς του.. Σταδιακά σταμάτησε και τα ομοιοπαθητικά φάρμακα. 

Και τελειώνει την ιστορία της η Μαρία: «Τώρα, εκεί που ζούμε στην εξοχή, ανεβαίνουμε με τον Γιάννη μια τεράστια ανηφόρα για παιχνίδι, τρέχει, πηδάει, παίζει με τα σκυλιά του, κάνει γυμναστική, ζει φυσιολογικά και το αντέχει. Πιστεύω ότι τα ψυχοφάρμακα δεν του πρόσφεραν τίποτα όλα αυτά τα χρόνια, τον πήγαν πολύ πίσω και δεν τον βοήθησαν να εξελιχθεί. Έχουμε ακόμα μια μακρά πορεία μπροστά μας, αλλά ο Γιάννης προχωράει σ’ αυτήν με όλες τις φυσικές και πνευματικές δυνάμεις του παρούσες, πράγμα που τα ψυχοφάρμακα του στερούσαν. Πήρα μόνη την ευθύνη να του τα κόψω, χωρίς τη βοήθεια των γιατρών του, που θα μπορούσε να μου είναι χρήσιμη, αλλά, δυστυχώς, δεν είχα άλλη επιλογή και σήμερα νομίζω ότι έκανα το καλύτερο για το παιδί μου.» 

Πηγή: «Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα», Πέτερ Λέμαν, εκδόσεις Νησίδες


You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook