Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Αν δεν γράφω, νιώθω, πώς να το πω, κάτι σαν τύψεις.»

Αυγούστου 28, 2015


Η συνέντευξη έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1966, στο γραφείο του Αργεντίνου συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες στην Εθνική βιβλιοθήκη, της οποίας ήταν διευθυντής...





«Στις διαγωνίως αντικριστές γωνίες του δωματίου υπάρχουn δύο μεγάλες, περιστρεφόμενες βιβλιοθήκες που περιέχουν, βιβλία που συμβουλεύεται συχνά ο Μπόρχες, όλα ταξινομημένα σε μια ορισμένη σειρά που δεν αλλάζει ποτέ, έτσι ώστε ο Μπόρχες, σχεδόν τυφλός καθώς είναι, να μπορεί να τα βρίσκει από τη θέση και το μέγεθος», γράφει ο δημοσιογράφος Ρόναλντ Κράιστ που συνομίλησε μαζί με τον σπουδαίο συγγραφέα. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη Paris Review – τεύχος 40. Ακολουθούν αποσπάσματά της… 


-Πάντα σας ενδιέφερε πολύ η επική λογοτεχνία, έτσι δεν είναι; 

«Ναι, πάντα. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πηγαίνουν στον κινηματογράφο και κλαίνε. Αυτό συνέβαινε πάντα μου έχει συμβεί και μένα. Αλλά, δεν έχω κλάψει ποτέ βλέποντας μελοδραματικές ιστορίες ή αξιοθρήνητα επεισόδια. Κι όμως, όταν, για παράδειγμα, είδα τις πρώτες γκανγκστερικές ταινίες του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, θυμάμαι ότι στα σημεία που υπήρχε κάτι επικό σε αυτές – εννοώ εκεί που οι γκάγκστερ του Σικάγο πέθαιναν γενναία- ναι, ένιωθα τα μάτια μου να πλημμυρίζουν από δάκρυα. Έχω νιώσει την επική ποίηση πολύ περισσότερο από τη λυρική ή από την ελεγεία. Πάντα έτσι ένιωθα…» 

-Θα ήθελα να σας ζητήσω να σχολιάσετε κάποια δήλωσή σας ότι διστάζατε πολύ να αρχίσετε να γράφετε ιστορίες. 

«Ναι, δίσταζα πολύ επειδή, όταν ήμουν νέος, θεωρούσα ότι ήμουν ποιητής. Επομένως, σκεφτόμουν, αν γράψω μια ιστορία, όλοι θα καταλάβουν ότι είμαι παρείσακτος, ότι εισβάλλω σε απαγορευμένο έδαφος. Μετά, μου συνέβη ένα ατύχημα. Έχω ακόμα την ουλή. Αν αγγίξετε το κεφάλι μου εδώ, θα τη νιώσετε. Νιώθετε όλα αυτά τα βουναλάκια, τα καρούμπαλα; Τότε έμεινα δεκαπέντε μέρες στο νοσοκομείο. Είχα εφιάλτες και δυσκολία στον ύπνο – αϋπνίες. Μετά από αυτό, μου είπαν ότι είχα διατρέξει κίνδυνο να πεθάνω, ότι ήταν πραγματικά υπέροχο που η εγχείρηση ήταν επιτυχής. Άρχισα να φοβάμαι για τη διανοητική μου ακεραιότητα - έλεγα: "Ίσως δεν μπορώ να γράψω πια". Τότε η ζωή μου θα έφτανε πρακτικά στο τέλος της, αφού η λογοτεχνία είναι πολύ σημαντική για μένα. Όχι γιατί θεωρώ αυτά που γράφω εξόχως καλά, αλλά γιατί ξέρω πως δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα χωρίς το γράψιμο. Αν δεν γράφω, νιώθω, πώς να το πω, κάτι σαν τύψεις. Έπειτα, σκέφτηκα να δοκιμάσω το χέρι μου γράφοντας ένα άρθρο ή ένα ποίημα. Αλλά, σκέφτηκα, έχω γράψει εκατοντάδες άρθρα και ποιήματα. Αν δεν μπορέσω να το κάνω, τότε θα ξέρω μεμιάς ότι ξόφλησα, ότι όλα τέλειωσαν για μένα. Έτσι, σκέφτηκα να δοκιμάσω το χέρι μου σε κάτι που δεν είχα ξανακάνει, αν δεν το κατάφερνα, αυτό δεν θα ήταν παράξενο, εφόσον δεν είχα κανέναν λόγο να γράψω διηγήματα. Θα με προετοίμαζε για το τελικό συντριπτικό χτύπημα: να συνειδητοποιήσω ότι τα αποθέματά μου είχαν στερέψει. Έγραψα ένα αφήγημα με τίτλο, για να σκεφτώ, νομίζω "Ο άντρας της ρόδινης γωνίας" και όλοι το απόλαυσαν πάρα πολύ. Ήταν μεγάλη ανακούφιση για μένα. Αν δεν είχα δεχτεί το συγκεκριμένο χτύπημα στο κεφάλι, ίσως να μην είχα γράψει ποτέ διηγήματα.» 

-Όταν γράφατε τις ιστορίες σας, κάνατε πολλές διορθώσεις; 

«Στην αρχή ναι. Έπειτα, ανακάλυψα ότι όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε μια ορισμένη ηλικία, τότε έχει βρει τον τόνο που του πηγαίνει. Τώρα πια, προσπαθώ να ξαναδιαβάζω αυτό που έχω γράψει μετά από ένα δεκαπενθήμερο πάνω-κάτω, και φυσικά υπάρχουν πολλά λαθάκια και επαναλήψεις που πρέπει να αποφεύγονται, συγκεκριμένα αγαπημένα κόλπα που δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται τόσο πολύ. Όμως, πιστεύω ότι αυτά που γράφω τώρα είναι πάντα σε ένα ορισμένο επίπεδο και δεν μπορώ να τα βελτιώσω και πολύ, ούτε να τα χαλάσω ιδιαίτερα. Συνεπώς, τα αφήνω ως έχουν, τα ξεχνάω εντελώς και σκέφτομαι αυτό που κάνω τη δεδομένη στιγμή. Τελευταία, γράφω milongas, δημοφιλή τραγούδια.» 

-Το βιβλίο σας Antologia Personal…. 

«Αυτό το βιβλίο είναι γεμάτο τυπογραφικά λάθη, η όρασή μου είναι πολύ εξασθενημένη και η διόρθωσή του έπρεπε να γίνει από κάποιον άλλο.»

-Καταλαβαίνω, αλλά πρόκειται για αμελητέα λάθη, σωστά; 

«Ναι, ξέρω, αλλά τρυπώνουν ύπουλα και αγχώνουν τον συγγραφέα, όχι τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δέχεται οτιδήποτε, όχι; Ακόμα και την πιο εξόφθαλμη ανοησία.» 

-Έχετε πει ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν τον συγγραφέα με βάση τις ιδέες του. 

«Όχι, δεν πιστεύω πως οι ιδέες είναι σημαντικές.» 

-Μα, τότε, με βάση ποιο πράγμα πρέπει να τον κρίνουν; 

«Πρέπει να τον κρίνουν με βάση την ευχαρίστηση που προσφέρει και τα συναισθήματα που εισπράττει κάποιος. Όσο για τις ιδέες, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο σημαντικό αν ο συγγραφέας έχει τη μία ή την άλλη πολιτική άποψη, επειδή η δουλειά του θα περάσει στον κόσμο ανεξάρτητα από αυτές τις απόψεις, όπως συνέβη στην περίπτωση του Κίπλινγκ με το μυθιστόρημα Κιμ. Ας υποθέσουμε ότι εξετάζουμε την ιδέα της αυτοκρατορίας των Άγγλων- λοιπόν, στο Κιμ πιστεύω πως οι χαρακτήρες που ο αναγνώστης συμπαθεί πραγματικά δεν είναι οι Άγγλοι, αλλά πολλοί από τους Ινδούς, τους μουσουλμάνους. Πιστεύω πως είναι καλύτεροι άνθρωποι. Και αυτό γιατί τους σκέφτηκε –όχι! όχι! όχι επειδή τους σκέφτηκε να είναι καλύτεροι, αλλά επειδή τους ένιωσε να είναι καλύτεροι.» 

-Και τότε, τι γίνεται με τις μεταφυσικές ιδέες; 

«Μμμ, ναι, οι μεταφυσικές ιδέες. Μπορούν να ενταχθούν στο κείμενο ως αλληγορίες και λοιπά.» 

-Οι αναγνώστες πολύ συχνά αποκαλούν τις ιστορίες σας αλληγορικές. Σας αρέσει αυτή η περιγραφή; 

«Όχι, όχι. Ο στόχος δεν είναι αν είναι αλληγορίες. Εννοώ πως αν είναι αλληγορίες (μεγάλη παύση), δηλαδή, αν είναι αλληγορίες, έτυχε να γίνουν αλληγορίες, αλλά δεν ήταν ποτέ πρόθεσή μου να γράψω αλληγορίες.» 

-Θα λέγατε ότι οι δικές σας ιστορίες έχουν ως αφετηρία μια κατάσταση και όχι έναν χαρακτήρα; 

«Μια κατάσταση, σωστά. Εκτός από την ιδέα της γενναιότητας, την οποία αγαπώ πολύ. Την αγαπώ, ίσως, γιατί εγώ δεν είμαι πολύ γενναίος.» 

-Αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουν τόσο πολλά μαχαίρια, ξίφη και πιστόλια στις ιστορίες σας; 

«Ναι, ίσως γι’ αυτό. Μα, υπάρχουν δύο αιτίες γι’ αυτό. Πρώτον, επειδή έβλεπα συνεχώς τα ξίφη στο σπίτι, λόγω του παππού και του προπάππου μου και τα λοιπά. Επειδή έβλεπα τόσα σπαθιά. Ύστερα είναι και το ότι ανατράφηκα στο Παλέρμο, τότε ήταν φτωχογειτονιά και οι άνθρωποι πάντα πίστευαν για τον εαυτό τους –δεν λέω ότι ίσχυε, αλλά οι ίδιοι πάντα πίστευαν για τον εαυτό τους- ότι ήταν καλύτεροι από εκείνους που ζούσαν σε διαφορετικές περιοχές της πόλης. Πίστευαν ότι ήταν καλύτεροι στην πάλη και τέτοια πράγματα. Φυσικά , ίσως να ήταν άχρηστοι. Δεν πιστεύω ότι ήταν ιδιαίτερα γενναίοι. Το να αποκαλέσεις κάποιον, ή να τον θεωρήσεις, δειλό, αυτό ήταν ό,τι χειρότερο, αυτό δεν το σήκωνε κανείς με τίποτα….» 

-Όταν δουλεύετε, για ποιο είδος αναγνώστη φαντάζεστε ότι γράφετε – αν όντως το φαντάζεστε; Ποιο θα ήταν το ιδανικό ακροατήριό σας; 

«Ίσως λίγοι στενοί μου φίλοι. Πάντως όχι εγώ ο ίδιος, γιατί ποτέ δεν ξαναδιαβάζω αυτά που έγραψα. Τρέμω στο ενδεχόμενο να νιώσω ντροπή γι’ αυτό που έκανα.» 

-Περιμένετε από όλους εκείνους που διαβάζουν το έργο σας να αντιληφθούν τους υπαινιγμούς και τις αναφορές σας; 

«Όχι. Οι περισσότεροι υπαινιγμοί και αναφορές μπαίνουν στο έργο απλώς σαν ένα είδος προσωπικού αστείου.» -Προσωπικού αστείου; «Ενός αστείου που δεν είναι για να το μοιραστώ με άλλους ανθρώπους. Θέλω να πω, αν το μοιραστούν, ακόμα καλύτερα. Αλλά, αν δεν συμβεί αυτό, καθόλου δεν με απασχολεί.» 

-Μερικοί αναγνώστες βρήκαν τις ιστορίες σας ψυχρές, απρόσωπες, κάπως σαν τις ιστορίες κάποιων νεότερων Γάλλων συγγραφέων. Αυτή ήταν η πρόθεσή σας; 


«Όχι. (Θλιμμένα.) Αν συνέβη κάτι τέτοιο, τότε οφείλεται σε αδεξιότητα και μόνο. Γιατί εγώ τις ένιωσα πολύ βαθιά. Τις ένιωσα τόσο βαθιά που τις είπα, πώς να το πω, χρησιμοποιώντας παράξενα σύμβολα, έτσι που οι άνθρωποι να μην καταλάβουν ίσως ότι όλες ήταν λίγο-πολύ αυτοβιογραφικές. Οι ιστορίες μιλούσαν για τον εαυτό μου, για τις προσωπικές μου εμπειρίες. Υποθέτω πως έτσι είναι η αγγλική συστολή, όχι;»

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook