Περί πιθήκων και ανθρώπων, από τον Νίκο Τσιφόρο

Αυγούστου 06, 2015


«Άνθρωποι και ανθρωπάκια» του Νίκου Τσιφόρου. Ιστορίες παλιές για να γελάσει το χειλάκι μας. Ιστορίες μόνο παλιές; ...












Θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και δημοσιογράφος ο Νίκος Τσιφόρος (1909-1970). 

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, ξεκίνησε να γράφει από τα δώδεκά του χρόνια, σπούδασε νομικά και αφιερώθηκε στη συγγραφή. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες. 

Το 1944 ανέβηκε με επιτυχία το θεατρικό του έργο «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων» από το θίασο του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη. Συνεχίζει τη συγγραφική του πορεία με θεατρικά έργα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Γράφει ιστορικά αναγνώσματα και ηθογραφίες. 
Ένα από τα αγαπημένα του έργα ήταν η «Ελληνική Μυθολογία», την οποία δεν πρόλαβε να την δει να εκδίδεται. Μερικές από τις κινηματογραφικές επιτυχίες του Νίκου Τσιφόρου: «Η Κυρία του Κυρίου», «Η Ωραία των Αθηνών», «Ο Κλέαρχος, Η Μαρίνα και ο Κοντός». ενώ το τελευταίο θεατρικό έργο που έγραψε λίγο πριν πεθάνει το «Αγάπη μου, Παλιόγρια». 

Οι ιστορίες του πλεγμένες αριστοτεχνικά με υψηλή αίσθηση του χιούμορ και ένα μοναδικό «τσιφόριο» ύφος. Ας απολαύσουμε το...


«Περί Πιθήκων και ανθρώπων

Εις την είσοδο του λιμένος, μια σημαδούρα. Εις την προκυμαίαν του λιμένος, μια κυρία. Δίπλα εις την κυρίαν, ένα ον, μικροκαμωμένο, ασήμαντο, που δεν θα το 'παιρνες για άνθρωπο, αν δεν φορούσε παναμά.

Οι βενζίνες δούλευαν, «ταφ - ταφ». κόσμος πήγαινε κι ερχότανε. Δυό - τρεις περιμένανε το βαπόρι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από το να περιμένεις το βαπόρι. Παρ' όλα αυτά, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι περιμένουν το βαπόρι.

Η κυρία μιλούσε στον παναμά: «Ευάγγελε, δεν θα κάνεις μπάνιο σήμερα;» Ακούστηκε μια απάντηση, τόσο ξεψυχισμένη, που κανείς δεν ήξερε αν ο Ευάγγελος θα έκανε ή δεν θα έκανε μπάνιο σήμερα. «Εγώ», είπε η κυρία, «είμαι συναχωμενη και νομίζω, ότι δεν θα πέσω.»

Δεν ενόμιζε έτσι. Είχε δώσει ραντεβού με άλλες κυρίες να παίξουν χαρτάκια προ του φαγητού, διότι συνήθως παίζανε χαρτάκια μετά το φαγητό, ύστερα παίζανε το απόγευμα και τελικά παίζανε την νύχτα. Σήμερα όμως, ήτανε μια ημέρα εξαιρέσιμος και η κυρία απεφάσισε να τη διαθέσει στην χαρτοπαιξία.

Ο Ευάγγελος τ' απογεύματα, πήγαινε μόνος του περίπατο, Κατά μήκος της προκυμαίας, έβλεπε τα ψαράδικα, φοβόταν τα παιδάκια που μπερδευόντουσαν στα πόδια του και  είχανε πιθανότητα να τον ρίξουνε, κοιτούσε τα πρώτα βραδινά αστέρια και ύστερα γύριζε στο ξενοδοχείο, έτρωγε μόνος του και πήγαινε να κοιμηθεί, πανευτυχής διότι η κυρία δεν θα ερχόταν πριν ξημερώσει, από την χαρτοπαιξία της.

Υπάρχουν στις εξοχές εκατοντάδες Ευαγγέλων, που ζούνε έτσι, λένε καλημέρα ο ένας στον άλλον, χαμογελούν την πρώτη βδομάδα, κουβεντιάζουν τη δεύτερη, δεν παίζουν ποτέ τίποτα και περιμένουν να τελειώσει ο χρόνος και να γυρίσουν στις παντόφλες τους.

Αντίθετα, οι κυρίες είναι πολύ ευχαριστημένες, κουτσομπολεύουν, φοράνε βερικοκί φόρεμα με βερικοκιά πίπα ή πράσινο φόρεμα με πράσινη πίπα και ορκίζονται,ότι είναι άνθρωποι και μάλιστα ανωτέρας ποιότητας. Συνήθως δεν χωνεύουν τα νέα κορίτσια.

«Αυτή φλερτάρει»
Είναι φυσικό ένα νέο κορίτσι να φλερτάρει.
«Αυτή έχει φίλο.»
Είναι φυσικό ένα νέο κορίτσι να 'χει φίλο.
«Αυτή είναι ξετσίπωτη.»
Είναι φυσικό να υπάρχουν και ξετσίπωτες.

Αλλά οι κυρίες με τη βερικοκιά πίπα, πάντα κατηγορούν γιατί δεν μπορούν να κάνουν τα ίδια. Το μυστικό που λέγεται «πείρα της ζωής» είναι να συμβουλεύεις τους άλλους να μην κάνουν όσα δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ.

Κάποτε, για την κυρία τραγουδούσαν καντάδες στην οδό Κυδαθηναίων. Της στέλνανε ραβασάκια. Ένας μόρτης, απήγγειλε παθιάρικα «το στήθος μου κατάντησε βασάνων κατοικία - που κατοικούν οι λέοντες και τ' άγρια θερία». Και πρόσθεσε: «Αχ, βαχ Καλλιρρόη.»

Η κυρία τότε, είχε τη φρεσκάδα ενός ροδάκινου. Όχι γιαρμά, γιατί οι γιαρμάδες είναι λαπαδιασμένες κυρίες. Δεν έδινε φυσικά σημασία στον τιποτένιο του οποίου το στήθος είχε καταντήσει κατοικία βασάνων, διότι ο μπαμπάς της είχε, οδός Αιόλου, είδη κιγκαλερίας, και η μαμά της προσέφερε το βύσσινο σε ασημένιο βάζο. Όσες τρώγανε, λέγανε «μερσί» και βάζανε το κουτάλι μέσα στο ποτήρι, όπως απαιτούσε η καλή ανατροφή της οδού Κυδαθηναίων.

Η κυρία τότε, έκανε όνειρα... Ένας κόμης. Ας ήταν και ο Αρμάνδος Ντυβάλ, με μανικέτια από νταντέλα. Μια άμαξα, Βικτώρια. Με λακέδες. Ανοιχτή ζωή. Σαλόνια με πολυελαίους γκας - λάιτ. Πολύ σφιχτό κορσέ. Πολύ σφιχτές ηθικές αρχές.

Όταν βρέθηκε ο λαμπρός αυτός σύζυγος, που είχε ομοίως μεγάλο κατάστημα ειδών κιγκαλερίας, στην αρχή δεν της άρεσε. Της έκανε εντύπωση ότι θα παντρευτεί μ' έναν μεζέ για ούζο. Όμως την έπεισαν, ότι η ένωση των ειδών κιγκαλερίας μπορεί να γίνει ολόκληρη δυναστεία, όπως η των Ρότσιλντι ή η των Μόργκαν. Τότε, βεβαιώθηκε, ότι θ' αποκτήσει οπωσδήποτε άμαξα με δυο άλογα, γιατί δεν σκέφθηκε ποτέ ότι δυο άλογα μπορούν να σύρουν μια γαϊδούρα. 

Στο γάμο ήρθε λευκή ως ο κρίνος. Φίλησε περί τις τριακόσιες θείες και άλλα υποψήφια πτώματα. Έφυγε στην Κηφισιά με τον γαμπρό, ο οποίος, ομολογουμένως, εκοπίασε πολύ τας τρεις πρώτας νύκτας και από τυχαίον γεγονός, δεν παρητήθη, αλλά εξηκολούθησε, πράγμα που εγιγάντωσε  την περιφρόνησιν της δεσποινίδος δια τον «είδη κιγκαλερίας».

Σε τρία χρόνια, η κυρία δεν απέκτησε παιδιά, διότι ο παναμάς ήτο αδύνατον να τεκνοποιήσει, το πολύ - πολύ να έφτιανε παιδικές ψάθες με κορδέλα που θα γράφανε πάνω το όνομα, «Πάνθηρ».

Απέκτησε ένα μουστάκι. Όχι ως το μουστάκι του υιού του Καραΐσκου της Καλογραίας, αλλά πάντως μουστάκι αξιοσέβαστον, εις το οποίον προστέθησαν συν τω χρόνω παραγναθίδες και άλλα τριχώματα, έτσι ώστε ο παναμάς να πιστεύει την καινογενή περίοδον της θεωρίας του Δαρβίνου, ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκον.

Κατά τα άλλα η κυρία ήτο τρυφερά. Μαγείρευε μεταξύ του υποφερτού και του καλού. Ήτο αξιοπρεπής, εκτός των πλανοδίων μανάβηδων, στους οποίους εννοούσε να κόψει οπωσδήποτε μια πεντάρα εις την τιμήν των παντζαρίων (κοκκινογούλια) και των άλλων ζαρζαβατικών.

Η ζωή κυλούσε. Η ζωή κυλά. Μας παίρνει μαζί της. Κάποια μέρα σταματά και μας λέει: «Τέρμα τα δίδραχμα», και τότε κατεβαίνουμε από το λεωφορείο που έχει τέρμα στο νεκροταφείο, μπαίνουν άλλοι, οι τυχεροί βρίσκουν θέση, οι άτυχοι περνούν όρθιοι όλη τη διαδρομή και γυρίζουν στο ίδιο τέρμα «νεκροταφείο», κλαίνε για πέντε χρόνια η πρώτη γενιά και κανείς δεν ξέρει πως ήταν το μικρό όνομα του προπάππου του.

Πανδαμάτωρ ο χρόνος, έφερε την κυρία σε κείνα τα πρελούδια  που θυμίζουν Γκουνώ, Σοπέν, Μπαχ, σε νεκρικά εμβατήρια. Τότε ο δυστυχής παναμάς, επείσθει ότι δεν έχει πια παρά ένα μαγαζί με είδη κιγκαλερίας, πλυμένα πουκάμισα και πυτζάμες, αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία, αλλά τίποτα από κείνο που λέγεται στοργή, ή που λέγεται αγάπη, ή που λέγεται κατανόηση. 

Και τα απόβραδα πήγαινε στην προκυμαία κι έβλεπε που ψαρεύανε ζαργάνες με τα πυροφάνια. Στη δύση, άναβαν κάτι αστέρια, αλλά κι αυτά τα αστέρια ήταν η δύση του.

«Γιατί παντρεύτηκα;» αναρωτιόταν. «Γιατί πήρα μια γυναίκα, που στέκεται μακριά μου, αφού δεν έχει καμιά γοητεία να σταθεί κοντά μου;» Στέναζε. 

Στη στιγμή που στέναξε, πέρασε ένας γύφτος που έσερνε δεμένη από το λαιμό μια μαϊμού. Η μαϊμού λεγόταν Μάρκος. Ο γύφτος χτυπούσε ένα ντέφι κι έδινε εντολές στο ζώο: «Πώς κάνει, Μάρκο, ο τσιγκούνης;», «Πώς χορεύει, Μάρκο, η νύφη;». Κι ύστερα άπλωνε το ντέφι και του ρίχνανε μέσα κέρματα, για τα οποία ο Μάρκος ένιωθε μεγάλη περιέργεια.

Ο παναμάς - κιγκαλερία, έκανε γούστο με το θέαμα, έριξε ολόκληρο τάλιρο στο ντέφι, θυμήθηκε τη θεωρία του Δαρβίνου και είπε να φερθεί πολιτισμένα.

Πιο κει ήταν η αγορά. Ο παναμάς τράβηξε σ' ένα μανάβικο. 
«Μου δίνετε έξι μπανάνες;» είπε.
«Πάει με το ζύγι», έκανε βάρβαρα ο μανάβης. 
«Ωραία. Ζυγίστε μου έξι μπανανες.» Του ζυγιάσανε. Πλήρωσε. Τις βάλανε σε μια σακούλα.

«Καημένο ζώο», σκεφτόταν ο παναμάς. «Κανείς δεν θα του προσέφερε ποτέ μια μπανάνα. Αυτές οι μαϊμούδες των γύφτων τρέφονται χειρότερα κι από τις γυναίκες τους.»

Είπε γυναίκες τους. Και συλλογίστηκε τη δική του. Κοίταξε στο δρόμο. Ο γύφτος κι ο Μάρκος έιχαν εξαφανιστεί. Ο μικρός ανθρωπάκος λυπήθηκε πάρα πολύ. Με κάθε τρόπο ήθελε να ταΐσει απόψε τη μαϊμού. Αλλά δεν την έβρισκε. Και τότε, μελαγχολικός κι αποτυχημένος και σ' αυτό ακόμα, τράβηξε και πήγε στο ξενοδοχείο του.

Η κυρία του έπαιζε χαρτιά. Μωβ φόρεμα, μωβ πίπα.

«Πού ήσουνα;» τον ρώτησε.
Ο ανθρωπάκος την κοίταξε. Και τότε το πρόσωπό του φωτίστηκε.
«Σου έφερα λίγες μπανάνες, αγάπη μου», της είπε. Και της έδωσε τη σακούλα.»

Πηγή: «Άνθρωποι και Ανθρωπάκια» Ν. Τσιφόρου

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook