Ο Αρθούρος Ρεμπό και η ανεκπλήρωτη μητρική αγάπη

Αυγούστου 16, 2015


O Αρθούρος Ρεμπό (Arthur Rimbaud) γεννήθηκε στη Γαλλία στις 20 Οκτωβρίου 1854. Θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του συμβολισμού, και από τους «πατέρες» του μοντερνισμού. 














Ο Γάλλος υπερρεαλιστής Αντρέ Μπρετόν τον ονόμαζε «σουρρεαλιστή στην πρακτική της ζωής και αλλού» Η φόρμα της ποίησης του Ρεμπό ελεύθερη. Επιθυμούσε να απαλλαγεί από τους περιοριστικούς όρους της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας αντίθετα ή απομακρυσμένα στοιχεία μέσα από ελεύθερους συνειρμούς σαν την υπέρμετρη προσπάθεια απελευθέρωσης που κατέβαλλε όλη του τη ζωή από την καταστροφική επήρεια της μητέρας του. 

Ο Ρεμπό γεννήθηκε στην αγροτική περιοχή της βορειοανατολικής Γαλλίας, Σαρλβίλ. Ο πατέρας του, Φρεντερίκ Ρεμπό, ήταν στρατιωτικός και η μητέρα του, Βιταλί Κυίφ, κόρη εύπορου αγρότη. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο αγρόκτημα της οικογένειας της μητέρας του στη Ρος, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Φρεντερίκ και τις νεότερες αδελφές του, Βιταλι και Ιζαμπέλ. Όταν ο Ρεμπό ήταν έξι ετών, ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια χωρίς να γυρίσει ποτέ πίσω. 


Η μητέρα του Ρεμπό που θεωρούσε κάθε λογοτεχνικό έργο ανώφελο, φαίνεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα πορεία του καλλιτέχνη. Ο Ιβ Μπονφουά αναφέρει: «Η μητέρα του Ρεμπό ήταν φιλόδοξη, περήφανη, ισχυρογνώμων, ψυχρή και γεμάτη μίσος, κλασική περίπτωση θρησκόληπτου ατόμου. Τα γράμματα που έγραψε γύρω στο 1900 αποκαλύπτουν ότι ήταν ερωτευμένη με την καταστροφή και τον θάνατο. Τα νεκροταφεία την ενθουσίαζαν, ενώ σε ηλικία εβδομήντα πέντε χρόνων ζήτησε να την κατεβάσουν στον τάφο όπου αργότερα την έθαψαν ανάμεσα στα παιδιά της, Βιτάλι και Αρθούρο, ώστε να πάρει μια γεύση της αιώνιας νύχτας που την περίμενε»

Η ευαισθησία του μικρού Αρθούρου αντέδρασε με το δικό της τρόπο. Γράφει ο Μπονφουά: «Η μητέρα προσπάθησε με κάθε μέσο να χαλιναγωγήσει και να ανακόψει αυτήν την αμετάκλητη εξέλιξη του ποιητή. Αν μη τι άλλο, κατέπνιξε εν τη γενέσει της κάθε επιθυμία για ανεξαρτησία, κάθε προαίσθημα ελευθερίας. Η σχέση του αγοριού (που ένιωθε σαν ορφανό) με τη μητέρα του ήταν ένας συνδυασμός μίσους και εξάρτησης. Επειδή η μητέρα του δεν του πρόσφερε αγάπη, ο Ρεμπό κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τον θεωρούσε ένοχο για κάτι. Και εξεγέρθηκε ενάντια στον κριτή του με όλη τη δύναμη της αθωότητάς του.» 

Ένα δείγμα του σκληρού χαρακτήρα της περιέγραψε μάλιστα και ο ίδιος ο Ρεμπό στο ποίημά του Les Poètes de Sept Ans (Ο επτάχρονος ποιητής), στο οποίο περιγράφει τον ποιητή με «μέτωπο γεμάτο εξογκώματα». 

Για να απαλλαγεί από την αίσθηση έλλειψης της πραγματικής αγάπης της μητέρας του ο Ρεμπό συνεχώς κατέφευγε στον πολυτάραχο βίο του στο αλκοόλ, το χασίς, το όπιο και τα πολύχρονα και παρατεταμένα ταξίδια. Περιπλανήθηκε για χρόνια ταξιδεύοντας σε πολυάριθμες πόλεις της Ευρώπης μοιράζοντας την καθημερινότητά του ως εργάτης, παιδαγωγός, ναυτικός, επαίτης, μισθοφόρος και έμπορος ενώ παράλληλα έγραφε. Στα είκοσί του χρόνια εγκαταλείπει οριστικά τη λογοτεχνία και συνεχίζει να ταξιδεύει στην βορειοανατολική Αφρική όπου εργάζεται ως έμπορος και εξερευνητής, την ίδια περίοδο που άρχισε να αναγνωρίζεται το ποιητικό έργο του μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων του Παρισιού. 

Πίνακας του Ανρί Φαντέν-Λατούρ (.1872).
Διακρίνεται ο Πωλ Βερλαίν (πρώτος από αριστερά)
 και δίπλα του ο Αρθούρος Ρεμπό
Η σχέση του με τον Πολ Βερλέν γνωστή στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αρχικά ο Ρεμπό φαίνεται πως βρίσκει αυτό που αναζητούσε: αγάπη και αληθινή επικοινωνία. Μα το βάρος που κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία σε συνδυασμό και με το άσχημο παρελθόν του Βερλέν φτάνει τη σχέση σε οριακά σημεία. Σε μια έντονη διαφωνία των δυο τους στις Βρυξέλλες, ο Βερλέν πυροβολεί τον Ρεμπό στο αριστερό χέρι με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί για λίγες μέρες στο νοσοκομείο Σαιν Ζαν, ενώ ο Βερλέν καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης και πρόστιμο 200 φράγκων. 

Κάποια στιγμή ο Γάλλος ποιητής προσπαθεί να βρει όσα του λείπουν στην ευσπλαχνία και τη συμπόνια για τους άλλους. Να προσφέρει αυτό που δεν του πρόσφεραν. Οι ενέργειές του συνεχώς συγκρούονται στα καταπιεσμένα συναισθήματά των παιδικών του χρόνων. Είναι βαθιά οργισμένος με τον εαυτό του μα ούτε μια φορά δεν στρέφει αυτή τη δικαιολογημένη οργή του προς την σωστή κατεύθυνση, τη γυναίκα που τον γέννησε και τον κρατούσε «φυλακισμένο» 

Η ποίησή του μοιάζει με έναν καθρέφτη που αντανακλάται τόσο το μίσος για τον εαυτό του όσο και η αναζήτηση της αγάπης την οποία είχε στερηθεί. 
Ποιος είναι ο αληθινός ποιητής, σύμφωνα με τον Ρεμπό; Ένα είδος προφήτη, που επιχειρεί να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα μέσα από την ανάδυση του νέου. «Η εφεύρεση του αγνώστου απαιτεί νέες φόρμες», έγραφε στην Επιστολή προς Πωλ Ντεμενύ, στις 15 Μαΐου 1871 

Μέσα από τον ποιητικό του κόσμο και τις νέες ελεύθερες φόρμες που ακολουθούσε οραματιζόταν την ελευθερία που πάντα αναζητούσε διακαώς.
«Αρκετά είδα. Το όραμα αντάμωσα σε όλους τους αιθέρες. 
Αρκετά πήρα. Βόμβος των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο και πάντα.
Αρκετά γνώρισα. Τις στάσεις της ζωής. 
Ω Βόμβοι και οράματα. 
Ξεκίνημα μέσα σε καινούργιες αγάπες και θορύβους!», γράφει στις Εκλάμψεις.

Ο Ρεμπό πέθανε στα 37 του χρόνια στο νοσοκομείο την Μασσαλίας από καρκίνο. Λίγους μήνες πριν είχε ακρωτηριαστεί το δεξί του πόδι. ενώ πριν λίγες ακριβώς μέρες από τον θάνατό του βρισκόταν με τη μητέρα και την αδερφή του στο Ρος. 
πορτραίτο από τον Πικάσο

Το έργο και η ζωή του Ρεμπό επηρέασαν συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες, όπως τον Πάμπλο Πικάσο, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Ζαν Κοκτώ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Μπομπ Ντύλαν.







You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook