Αρνούμαι

Αυγούστου 14, 2015


Αύγουστος 2015. Σε λίγο θα ψηφιστεί το τρίτο Μνημόνιο και συ βλέπεις γύρω σου να συμβαίνουν όσα σε κάνουν να αγανακτείς...







Γράφει η Αιμιλία Πανταζή

Αρνούμαι να είμαι Πολίτης Β, Γ, Δ κατηγορίας. Να αφήνω το στόμα και το μυαλό μου ανοιχτό μπρος στα κατευθυνόμενα παράθυρά τους. Μυρίζουν κλεισούρα, ψευτοκουλτούρα, αθλιότητα και ακατάσχετη δημαγωγία.

Αρνούμαι τους πυρομανείς συνειδήσεων, ειδήσεων και τους ενδοφλέβιους καταπατητές τόπων πλούσιας ομορφιάς.

Αρνούμαι να υποτιμούν απροκάλυπτα τη νοημοσύνη μου και με έπαρση και στόμφο να χλευάζουν. 

Αρνούμαι τους σωτήρες της φρίκης, τα χειρουργεία της ντροπής, τα σχολεία λαιμητόμους της δημιουργικότητας, τις άβουλες Βουλές που εμείς ψηφίσαμε, τη λήθη που κοντοζύγωσε, τη μνήμη που θωρακίστηκε ασύστολα.

Αρνούμαι όσους στέκονται στην άκρη του γκρεμού, (για να μην πω πως έχουν ήδη πέσει) και συνεχίζουν ανόητα να κοιτούν τσέπες και καρέκλες κάπου μακριά αντί όλοι μαζί να αρπάξουν την ευκαιρία και να σώσουν ότι σώζεται.

Αρνούμαι να πληρώνω, να πληρώνω, να πληρώνω… χωρίς από πουθενά να έχω να λαβαίνω. Τα δόντια της ανεργίας μασουλούν οστά.

Αρνούμαι όταν λένε πως είναι αταίριαστα με τις ομάδες τους θέματα που ανήκουν σε πανανθρώπινες αξίες. Ομιλίες κοντόφθαλμες και απόλυτα διασπαστικές.

Αρνούμαι την αφέλεια των περισπούδαστων που κονταροχτυπιέται χωρίς ντροπή με την αφέλεια των αγράμματων της γης. Το λουστραρισμένο καλό σου, τις ημιτασιόν διακοπές σου, το γυαλισμένο αμάξι σου που σκάει μύτη μπροστά από τη φτώχεια κορνάροντας.

Αρνούμαι να σιωπώ μπροστά σε σώματα που φωνάζουν, εκλιπαρούν, επαιτούν, ψιθυρίζουν, αξιοπρεπώς ζητούν… αγάπη, ελευθερία, δημοκρατία, ελπίδα.

Αρνούμαι να απαρνιέμαι την ανθρωπιά, τις κραυγές της σιωπής, τους πόνους των ματιών, τους φίλους που διψούν, τα στόματα που πεινούν, τις σάρκες που πονούν, τις καρδιές που αναζητούν, το νου που φλέγεται.

Αρνούμαι τους «Εγώ και Άλλος Κανένας», τους «Μόνο Εγώ Παίζω, τους «Τι Μας Λες Καλέ;», τους Μπαγαπόντηδες, τους Βολεψάκηδες, τους Λοιμοκοντόρους, τους Ψόφιους Κοριούς.

Αρνούμαι τους ανέραστους της ζωής, τους αγαπητικούς του θανάτου, τους υπερφίαλους, κενόδοξους ερωτικούς, τους ηθικολόγους της ψευτιάς.

Αρνούμαι να εμποδίζεται η θέα προς τα ψηλά βουνά, τις πλατιές λεωφόρους, τα χαμηλά αγρολούλουδα, τα φτερουγίσματα ανθρώπων και ζώων, τις τίμιες περπατησιές, τα χτιστά γεφύρια, τις ανθοστόλιστες σοφίτες, τα μπαλόνια που χάνονται και τα μπαλόνια που βρίσκονται αυθόρμητα και ειλικρινά. Αρνούμαι τις αποδείξεις, τις ενδείξεις, τις αφίξεις χωρίς αντίκρισμα.

Αρνούμαι να αναβάλλω όσα δεν αναβάλλονται, να νιώθω όσα έχω ανάγκη να νιώσω, να αγγίξω τα αθώα και να μυρίσω θυμάρι εκεί που άλλοι μυρίζουν κλειστές παλάμες.

Αρνούμαι να σε/με μισώ, να σε/με καταδιώκω, να σε/με αφανίζω, να σε/με πατώ, να μην σε/με σέβομαι.

Αρνούμαι τα κρυφά, τα πλαστά, τα κάλπικα και τις φωνές τους που θέλουν να πονούν. Τους λύκους στις λυκοφωλιές που ονειρεύονται τις μέρες θηράματα και τις νύχτες καμαρώνουν για το αίμα. Αρνούμαι τους επιβήτορες στις αλάνες, τους δόλιους κλαψιάρηδες, τους σιωπηλούς δήθεν, τους δήθεν γελαστούς.

Αρνούμαι τα γλυκόλογα χωρίς πράξη, τις πράξεις χωρίς γλύκα.

Αρνούμαι να βρίσκομαι σε τόπους άνυδρους που αναζητούν υγρασία χωρίς να θέλουν να την πάρουν ποτέ. Το πνίξιμο της γέννας, τον πυροβολισμό της ελπίδας, την επιφάνεια χωρίς ιερό βάθος, τον χτύπο χωρίς ζωντανό ήχο, το βλέμμα δίχως σημάδι αλήθειας.

Αρνούμαι τους τοίχους που χάσκουν, που σε μια νύχτα γίνονται σουρωτήρια, και μοναχά σε μια νύχτα ορθώνονται για το καλό μας.

Αρνούμαι τα κελιά, τα κλουβιά, τις σπηλιές που μόνοι τους οι άνθρωποι μπαίνουν. Αρνούμαι το ξεροκόμματο ύστερα από το δόσιμο. Το υστέρημα των θαυμάτων είναι πολύ ακριβό για να σκορπίζεται όταν δεν εκτιμάται.

Αρνούμαι την οικειοθελή αναγόρευση σε θύμα και θύτης. Τα κλειστά σκαλοπάτια που πάνω τους αφήνονται οι ανάγκες.

Αρνούμαι τα υπονοούμενα και τους επιδέξιους χειριστικούς τρόπους. Την εξουσία των τυράννων, βασιλιάδων, δούλων, θεών και θνητών.

Αρνούμαι το κομμάτι του εαυτό μου όταν ηλίθια κάνει όσα αρνείται.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook