Τι έγραφαν οι επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη;

Ιουλίου 24, 2015


«Λυπούμαι που δε θα ζω για να παρακολουθήσω όλη τη φρίκη και να δω με τα μάτια μου τους αιώνιους τυφλούς Νόμους να ενεργούν. Πάντα υπελόγιζα πως η βασιλεία αυτή του ολέθρου θα βαστάξει 200 χρόνια (1900-2100).» 











Γράφει η Αιμιλία Πανταζή


Η αλληλογραφία του Νίκου Καζαντζάκη προς τον Γιάννη Αγγελάκη, δικηγόρο του και αφοσιωμένο φίλο σε όλη του τη ζωή, αποκαλύπτει την ανθρώπινη πλευρά του Κρητικού Δημιουργού.

Περιπλανήσεις, οικονομική ανασφάλεια, διενέξεις με εκδότες, πολιτική δράση, σχέσεις με τις δυο συζύγους του, η Αίγινα, η μόνιμη εγκατάσταση στη Γαλλία, η σχέση του με τη βαφτισιμιά του, και αργότερα ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ, εμπεριέχονται σε 74 τεκμήρια (επιστολές και επιστολικά δελτάρια) που καλύπτουν την περίοδο 1917-1957. 

«Ελπίζω να μη θεωρηθεί οίηση η αναφορά μου σ’ αυτά τα γράμματα του νονού μου. Απλά θέλω να πω πως η εξοικείωση με ουσιαστικές, πραγματικές αξίες αξίζει όσο άπειρες μελέτες», γράφει μεταξύ άλλων η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια, η οποία δώρισε τις επιστολές της οικογένειάς της στο Μουσείο Νίκος Καζαντζάκης. 

«Η έκδοση των επιστολών του Καζαντζάκη προς τον πατέρα της, τη μητέρα της και την ίδια αποτελούσε γι’ αυτήν όνειρο ζωής και χαίρομαι που αυτό το όνειρό της γίνεται πλέον πραγματικότητα, ύστερα από πολύχρονες "περιπέτειες"» αναφέρει στον πρόλογό του ο Θανάσης Αγάθου.


Επιλέξαμε αποσπάσματα αυτών των επιστολών...

«2/7/39
Bedford Place 4 
Russell 19 London W.C.1. 

Αγαπητέ φίλε! Το γράμμα τούτο είναι απολύτων εμπιστευτικό και Σε παρακαλώ να ενεργήσεις με απόλυτη εχεμύθεια: Αποφάσισα να νομιμοποιήσω -χωρίς ακόμα να πω λέξη στην Ελένη- τις σχέσεις μου μαζί της. Για δυο λόγους: 
1) γιατί η Ελ[ένη] αρχίζει να στενοχωριέται που έτσι μένει έκθετη μπροστά στην κοινωνία. 
2) Γιατί εδώ στην Αγγλία μια παράνομη συμβίωση είναι insupportable. Λέω λοιπόν, τώρα που θα ‘ρθει η Ελ[ένη] από τη Γαλλία, να τελειώσει και το ζήτημα αυτό, που αρχίζει να την ποτίζει πικρίες. Σε παρακαλώ λοιπόν να ενεργήσεις να βγάλουμε άδεια από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και να μου στείλεις εδώ όλα τ’ απαιτούμενα χαρτιά. Το διαζύγιό μου το πήρα, νομίζω, τον Ιούλιο του 1926, καθώς θα φαίνεται από τα χαρτιά της Αρχιεπ[ισκοπής] Αθηνών δικηγόρος μου ήταν ο Ν. Τουδεζάκης και από αυτόν, αν γίνει ανάγκη, μαθαίνεις τις λεπτομέρειες…. … 

Σε παρακαλώ πάρα πολύ ενέργησε εντελώς αθόρυβα κι ό,τι έξοδα γίνουν μου γράφεις να δώσω εντολή να Σου τα δώσουν. Είναι ανάγκη γρήγορα να ‘χω τα χαρτιά και να παρουσιάσω τη surprise αυτή γρήγορα στην Ελ[ένη]. Ελπίζω να ‘ναι η surprise ευχάριστη. 

… … Είδα ωραιότατα πράματα στα Μουσεία και προπάντων γνώρισα ανθρώπους. Τώρα πια για μένα το μεγάλο ενδιαφέρον το ‘χει η ζωή, ο άνθρωπος ή τα έργα της τέχνης δεν αποτελούν πια το σπουδαιότερο θέλγητρο για τον νου μου. Να βλέπω ανθρώπους, να ‘ρχουμαι σ’ επαφή με ζωντανές ψυχές, μου δίνει τη μεγαλύτερη πια χαρά. 

… … Συλλογίζομαι την Αίγινα –το σπίτι, τον ήλιο, τη μπλαβή θάλασσα- και λεω τι τέρας πρέπει να ‘ναι ο άνθρωπος, τι άπληστο θεριό η ψυχή, για ν’ αφήνει τέτοια ανεχτίμητα αγαθά και να περιπλανιέται μακριά, μέσα στη βροχή και στην ομίχλη. Γιατί; Κανένας δεν ξέρει, μα είναι θαρρώ, ο μόνος δρόμος για να προχωράει ο κακόμοιρος αυτός Σκούληκας της γης.

Πάντα 
Ν»




«Παρίσι, 22 Νοεμβρίου 46 

«Εξαίσιο το Παρίσι: η ζωή μπροστά μας και μέσα μας ρέει άμορφη και μια μονάχα επιθυμία έχει: να πάρει το σχήμα της θέλησής μας. Τώρα όλη μας η θέληση συγκεντρώνεται σε τούτο: να μείνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο στην ξενιτειά. Παρίσι; Νέα Υόρκη; Θα δούμε. Σίγουρα θα κατορθώναμε να δημιουργήσουμε την tulpa που έχουμε στο νου μας αν δεν υπήρχε ο γοητευτικός πειρασμός που διασπάει λίγο τη συγκέντρωση: το σπίτι της Αίγινας. Ο Παράδεισος. Μα είναι ανάγκη να ζήσουμε λίγο στην Κόλαση….»





Σε κάποιες επιστολές γράφει και η Ελένη...

«Παρίσι, 29/12/46 

Χρόνια πολλά αγαπημένοι Αγγελάκηδες, ο Θεός να δώσει να πετύχουν φέτος όλα σας τα σχέδια κι ακόμα παραπάνω, να «δέσουν» όλα τα όνειρά σας, σαν τα καλοδεμένα φιστίκα του αιγινίτικου αρχοντικού σας. Ο Θεός να δώσει ακόμα να συναντηθούμε κάπου μακριά από την Ελλάδα, κάπου που να μη σφάζονται οι άνθρωποι κι ούτε να ετοιμάζονται για να σφαχτούν. Μα άραγε να υπάρχει κανένας τέτοιος τόπος; Εμείς ακόμη τίποτα –μήτε μπρος, μήτε πίσω-, απόλυτη ησυχία κι αναμονή. Να δούμε, τι θα μας φέρει το 1947. Σας φιλώ πολύ και τους 3. Και σας παρακαλώ, δίνετε, αν θέλετε, το εσώκλειστο στη γειτόνισσά σας, την αγ[απημένη] μας Ελ[πινικη]. 

Με αγάπη 
Ελ.»


«Antibes, Villa Manolita, 2-1-51 

Αγαπητέ φίλε, Ο Θεός να δώσει να βγούμε ζωντανοί από το 1951. Εμείς κι ο κόσμος όλος. Δε νομίζω πως θα ξεσπάσει τώρα ο πόλεμος μα βρισκόμαστε στα χείλια του γκρεμού, ένα παραπάτημα και ο κόσμος γκρεμίζεται. Ποιος μπορεί να κάμει το παραπάτημα αυτό; Καθώς ξέρεις, όλοι, λαοί κι αρχηγοί, είναι όργανα μιας υπερανθρώπινης δύναμης, αυτή κρατάει τους σπάγγους και μας κουνάει και μας παίζει, τους φασουλήδες. Αν λοιπόν ο δαίμονας της εποχής μας έχει ανάγκη, για τους πέρα από τον άνθρωπο σκοπούς του, να γίνει πόλεμος, θα γίνει, η ανθρώπινη θέληση κοκορεύεται πως τάχατε επεμβαίνει, επεμβαίνει όσο κ’ ένα σπίρτο –ας είναι κι αναμμένο- επεμβαίνει να σταματήσει την πλημμύρα. – Μα αυτά είναι μυστικά μεταξύ μας, μην τα πεις κανενός, άσε τους ανθρώπους τους κακομοίρηδες να θαρρούν πως επεμβαίνουν αποτελεσματικά στην πορεία του κόσμου, άλλη παρηγοριά, οι σερσέμηδες, δεν έχουν.» 


«Antibes, 7/12/51 

Μια λέξη για να Σας ευχηθώ το 1952 να ‘ρθει με λιγότερο άθλιο, άτιμο κι άγριο πρόσωπο. Να δει κ’ η Ελλάδα Θεού πρόσωπο. Το λέω, μα δεν το πιστεύω. Τ’ανθρώπινα πράματα τα κυβερνάει μια δύναμη που δεν είναι ανθρώπινη και που ακόμα λιγότερο είναι "θεϊκιά" και που περισσότερο μοιάζει με το μεσαιωνικό μπαμπούλα που ονομάζουν: διάολο. Κάθε εποχή έχει τον «φύλακα δαίμονά» της, ο δικός μας είναι ο δαίμονας της Καταστροφής. Καμιά αμφιβολία για μένα: πηγαίνουμε, βιαστικά, στον όλεθρο. Το τι θα υποφέρουν οι νέες και μελλούμενες γενιές, είναι αφάνταστο. Λυπούμαι που δε θα ζω για να παρακολουθήσω όλη τη φρίκη και να δω με τα μάτια μου τους αιώνιους τυφλούς Νόμους να ενεργούν. Πάντα υπελόγιζα πως η βασιλεία αυτή του ολέθρου θα βαστάξει 200 χρόνια (1900-2100). Ύστερα θα ‘ρθει μια ισορρόπηση, αυτό που λέμε πολιτισμός, αφάνταστα πλούσιος θα βαστάξει κι αυτός κάμποσο και θ΄αρχίσει κι αυτός ν΄ αποσυντίθεται φτου κι απαρχής! Είμαι για το άμεσο μελλούμενο πεσιμιστής, για το μακρινό μελλούμενο αισιόδοξος. Κι απολύτως γαλήνιος , ξέρετε την device που παράγγειλα να χαράξουν στον τάφο μου: "Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος". 

Τέτοιες αρχιχρονιάτικες "ευκές" δεν ταιριάζουν παρά μεταξύ ανθρώπων λεύτερων γι’ αυτό Σας τις γράφω, σε άλλους φίλους λέω: "Χρόνια πολλά, ευτυχισμένο το νέον έτος!" και πάει λέγοντας. Σε Σας ανοίγω το μυαλό μου. 

Και την καρδιά μου, για να Σας πω πως πολύ Σας αγαπώ κ΄ελπίζω πάντα να ξεκολλήσει η Αίγινα από την Ελλάδα και ν’ αράξει ένα πρωί στην Cote d’Azur. 

Ο "Θεός" μαζί Σας πάντα! 
Ν. Καζαντζάκης»

Τα φτερουγίσματα της Κατερίνας...

«Antibes, 1956 ή 1956 

Αγαπητοί και μακροπόθητοι φίλοι, 
Ευχαριστώ για το γράμμα Σας. Έξοχα τα γραφτά της Κατερίνας, και ως φόρμα και ως περιεχόμενο. Φαντάζεστε με τι συγκίνηση διαβάζω τα πρώτα φτερουγίσματα μιας ψυχής που θέλει να κάμει χίλια κομάτια το κλουβί της. Ο "Θεός" να ‘ναι μαζί της στον κακοτράχαλο αυτόν ανήφορο. – Εδώ μοναξιά, καλή καρδιά, πολλή δουλειά. Ξεριζωθήκαμε κι από την Αίγινα. Το καλοκαίρι θα γυρίσουμε Ιταλία κ’ ίσως Γιουγκοσλαβία. 

Γεια και χαρά, με παντοτινήν αγάπη»





«Antibes, Μάιος 1957 

Αγαπητή Κυρία Αγγελάκη, Με μεγάλη χαρά θα πω κ. εγώ το λόγο μου στο Institut Francais. Γράφω τώρα στον Merlier και τον παρακαλώ ας ελπίσουμε. Θα χαρώ πολύ, γιατί η Κατερίνα αξίζει και ποιος ξέρει τι της γράφει η μοίρα της. ο Θεός ας είναι μαζί της πάντα – για καλό δικό του! 

Μου χαιρετάτε τον αγαπημένο Δρυ, τον Γιάννη. Να ΄στε καλά πάντα. Εδώ ήλιος λαμπρός, θάλασσα, ησυχία, ευτυχία – η Ελλάδα χωρίς τους Ελληνάδες. Δουλεύω, σα να ‘μουν υποχρεωμένος, σα να ‘μουν σκλάβος κάποιου δαίμονα. Και τη σκλαβιά αυτή τη λέω ελευτερία. 

Δικός Σας πάντα. 
Ν. Καζαντζάκης» 

Η Κατερίνα Αγγελάκη ανυπομονούσε να γνωρίσει τον νονό της. Αλλά, λίγο πριν ξεκινήσει να τον συναντήσει στη Γαλλία όπου θα πήγαινε για σπουδές, εκείνος πέθανε στο Freiburg, στις 26 Οκτωβρίου 1957. Γράφει στον πρόλογο του βιβλίου, «Επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη προς την οικογένεια Αγγελάκη»

«Και το παράπονο της ζωής μου είναι ότι καμιά ανάμνηση δεν έχω του νονού μου. Ούτε 7 χρονών δεν ήμουνα όταν έφυγε απ’ την Ελλάδα για να μην ξαναγυρίσει. Δεν κράτησα το χέρι του ποτέ, δεν έψαξα μέσα στο βλέμμα του τη δική του αλήθεια, δεν μπόρεσα να τον ρωτήσω, να αρθρώσω όλες τις ερωτήσεις -φυσικές και μεταφυσικές- που είχε συσσωρεύσει μέσα μου. Αλλά ήταν σαν να είχα ζήσει μαζί με τον Άγιο Φραγκίσκο -τον Φτωχούλη του Θεού-, τον Αλέξη Ζορμπά, τον Καπετάν Μιχάλη σαν να ήταν όλοι πρόσωπα της οικογένειάς μου.» 

 Πηγή:
«Επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη
προς την οικογένεια Αγγελάκη»,
εκδόσεις Καζαντζάκη


















You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook