Νίκος Σιδέρης: Ήθος και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης

Ιουνίου 15, 2015



«Κάθε άνθρωπος, κάθε μέρα, συναντά εκδηλώσεις ενός ιδιότυπου εγωκεντρισμού. Στο πλαίσιο μιας ανθρώπινης σχέσης, κάποιος να φέρεται δίχως να λογαριάζει τον άλλον. Να παραβλέπει την πρωταρχική πραγματικότητα, που είναι ότι, στην ανθρώπινη σχέση, δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!»










«Πώς προκύπτει αυτό; Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό; Η καλλιέργεια της ανθρώπινης σχέσης έχει βάση την επίγνωση, άξονα τη συναισθηματική ευθύνη και οδηγό δυο πράγματα απλά: σεβασμό κι εναρμόνιση – μαζί με μια σωτήρια δόση χιούμορ», γράφει ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, συγγραφέας, μεταφραστής και ποιητής Νίκος Σιδέρης. στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!»


Ο Νίκος Σιδέρης έχει ερωτηθεί κι έχει απαντήσει για τη φιλία…

«Επειδή μέσα σε μια σχέση είναι πολύ πιθανό να συμβούν αστοχίες, και διαψεύσεις, και απογοητεύσεις, τόσο που μπορεί να σε πληγώσουν, η αληθινή μεγάλη φιλία βασίζεται στο να μπορείς να συγχωρείς εβδομηκοντάκις.»

Για  την ανθρώπινη σχέση…

«Σε μια ανθρώπινη σχέση, ο άλλος δεν είναι αξεσουάρ ή δορυφόρος του Εγώ σου. Είναι αυθύπαρκτο υποκείμενο, που θέλει από τη σχέση κι από σένα πράγματα (υλικά, πνευματικά, συναισθηματικά) και προτίθεται να προσφέρει αντίστοιχα πράγματα. Άρα, δεν μπορεί να λειτουργήσει μια σχέση με βάση τη μονομερή δική σου μουσική. Χρειάζεται τα δύο μέλη να εναρμονισθούν ώστε να προκύπτει ένα κοινό μέλος (=μελωδία). Όχι τέλειο, αλλά που λογαριάζει όλα τα μέλη και τη λογική της σχέσης.» 

Τις τέσσερις λέξεις: ευχαριστώ-παρακαλώ-συγγνώμη-δεν πειράζει.

«Σε μια σχέση, τόσο εσύ όσο κι ο άλλος κάθε τόσο αισθάνεται την ανάγκη ή την επιθυμία να ζητήσει κάτι από τον εταίρο του. «Ζητώ» δεν σημαίνει απαίτηση που ο άλλος υποχρεούται να ικανοποιήσει. Σημαίνει ότι κυριολεκτικά «παρακαλώ», δηλαδή επαφίεμαι στην καλή προαίρεση και κρίση του άλλου. Που έχει κάθε δικαίωμα να μην ικανοποιήσει κάτι που ζητώ, επειδή κατά την κρίση του είναι εκτός μέτρου ή τόπου ή χρόνου («Αφού είσαι φίλος, θα μου χαρίσεις τα δύο σπίτια σου!»: Δεν είναι αυτονόητη η ικανοποίηση ενός τέτοιου αιτήματος…). Άρα, όταν συγκατανεύει και ικανοποιεί, ολικά ή μερικά, το αίτημά μου, του αξίζει ένα «ευχαριστώ» από καρδιάς. Επειδή στην ανθρώπινη σχέση μετέχουν άνθρωποι, ήτοι πλάσματα ημιτελή, αδέξια, με πάθη, φαντασίες κι ακρισίες, τα σφάλματα είναι στο πρόγραμμα. Κανείς δεν περιμένει από τον άλλον ποτέ να μην σφάλει. Όμως, περιμένει την αναγνώρισή του και τη συμβολική επανόρθωση του «συγνώμη», που επουλώνει αμέσως τις αλλεπάλληλες αμυχές και τα συνήθη πλήγματα που άθελα προκαλούμε στον άλλον και στη σχέση. Η επίγνωση των προηγουμένων οδηγεί στην κατάφαση και στην ενήμερη αποδοχή ακόμη και της αρνητικότητας του άλλου και της σχέσης. Το «Δεν πειράζει!» είναι η ύψιστη λεκτική απόδοση της κοινής σοφίας και της συνήθους καλοσύνης, που χρειάζεται η καλλιέργεια της ανθρώπινης σχέσης.»

Μίλησε μέσα από τα βιβλία του και για την κρίση. Πώς μιλάμε γι' αυτήν με το παιδί;

«Το πρώτο που χρειάζεται να κατανοήσει το παιδί, είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο σκληρό, άνισο και άδικο – κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα. Προφανώς, η οικογενειακή ιδεολογία θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη χροιά που θα δοθεί σ’ αυτή την πυρηνική περιγραφή της πραγματικότητας. Ωστόσο, η ουσία αυτή πρέπει να μεταδοθεί στο παιδί –υπερβαίνοντας τον καλοπροαίρετο ίσως πειρασμό: «να προστατέψουμε το παιδί από τη σκληρή πραγματικότητα»


Καθώς καταρρέουν υλικοί, φαντασιακοί και συμβολικοί όροι της γενικής αυταπάτης, η απόπειρα εξωπραγματικής προστασίας στις αγκάλες μιας ακόμη ανυπόστατης μυθοπλασίας θα έχει μάλλον βαρύ κόστος: Να φας τα μούτρα σου στην όντως σκληρή πραγματικότητα. Με άλλα λόγια: Η πυρηνική αυτή αλήθεια πρέπει να μεταδοθεί στο παιδί όχι μόνο επειδή είναι αλήθεια – η πιο δυσβάσταχτη αλήθεια, εκείνη που ζούμε όσο κι αν την ξορκίζουμε και δεν θέλουμε να τη δούμε ολόκληρη. Αλλά, κυρίως, επειδή, χωρίς αίσθηση της θεμελιακής λογικής του συστήματος, τα παιδιά (και οι μεγάλοι…) κινδυνεύουν να χαθούν σε μια αίσθηση και παράσταση του κόσμου διπλά επικίνδυνη. Που θα είναι, δηλαδή, όχι μόνο εξωπραγματική, άρα ολισθηρή, απατηλή, οδηγός σε εσφαλμένες επιλογές – αφού με λάθος χάρτη το πιο πιθανό είναι να χάσεις τον δρόμο. 


Το δεύτερο που χρειάζεται να δει και να πιστέψει το παιδί είναι ότι, απέναντι σ’ αυτόν τον σκληρό, άνισο και άδικο κόσμο, αντίδοτο υπάρχει. Και πάλι, η οικογενειακή ιδεολογία θα επικαθορίσει τον τρόπο που θα περιγραφεί αυτό το αντίδοτο: Άλλοι θα προσθέσουν τη διάσταση της πολιτικής, κοινωνικής, νοοτροπικής ή ηθικής μεταβολής του συνόλου. Άλλοι θα πουν ότι τα πάντα είναι θέμα προσωπικής πορείας, ανεξάρτητα από την πίεση των περιστάσεων. Και τα λοιπά. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι φανερό: Πέρα από ευρύτερες θεωρήσεις, υπάρχει αντίδοτο στην κρίση στο επίπεδο της προσωπικής στάσης και λειτουργίας κάθε ανθρώπου, είτε μεγάλος είναι είτε παιδί. Κι αυτό το αντίδοτο ισχύει σε όλες τις συνθήκες όπου οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με την αντιξοότητα.


Το εν λόγω αντίδοτο δεν είναι καρπός προσωπικού διαλογισμού και αυτοσχεδιασμού, αλλά της ιστορικής εμπειρίας. Πράγματι, ο ελληνικός λαός έχει μακρότατη εμπειρία αντιμετώπισης της αντιξοότητας, επιβίωσης μέσα σε ακραία δυσμενείς συνθήκες και υπέρβασης της δοκιμασίας, συχνά με όρους λύτρωσης και συλλογικής αναβάθμισης της ύπαρξης. ( Η Γερμανική Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση αποτελούν κορυφαία σύνοψη αυτής της διεργασίας.) Η ιστορική εμπειρία, λοιπόν, είναι αυτή που έχειεξοπλίσει τους Έλληνες με βαθιά και ισχυρήτεχνογνωσία του αντεπεξέρχεσθαι στην αντιξοότητα.»


Κι οι ψυχές των ανθρώπων…


«Βλέπουν σαστισμένες, ό,τι θεωρούσαν δεδομένο ως παρόν και ό,τι προσδοκούσαν από το μέλλον, να σωριάζονται. Νιώθουν ανήμπορες να συλλάβουν τη φύση, την έκταση και την εξέλιξη του κακού που τις έχει βρει. Ανίκανες ν’ αποχαιρετήσουν ό,τι αγκάλιαζαν και πάνω του στηρίζονταν και τώρα χάνεται. Ανίκανες και να βρουν πού να σταθούν-να κρατηθούν για να τα βγάλουν πέρα με τις απειλές που ελλοχεύουν παντού − ιδίως με κάποιες απ’ αυτές που δεν έχουν στ’ αλήθεια μορφή σαφή, αντιληπτή και λογική, αλλά σέρνονται γύρω και μέσα τους σαν τον μπαμπούλα. 



Ο χρόνος της ψυχής έχει χάσει την επαφή του με τον χρόνο της ιστορίας, κι απλά σέρνεται δίχως πυξίδα όπου φυσούν οι άνεμοι – οι αταίριαστοι μεταξύ τους άνεμοι της προσωπικής οδύνης και απορίας, της συλλογικής αποδιάρθρωσης και αμηχανίας, της προπαγανδιστικής καταιγίδας και σοφιστείας, της εξάχνωσης των αναφορών και της καταβύθισης των στηριγμάτων σε κινούμενη άμμο. Μέσα σ’ αυτή την κακόφωνη, κακοφορμισμένη, κακοήθη και (για όσους έχουν το κουράγιο να το δούνε κι έτσι) κακόγουστη σκηνοθεσία μιας εικονικής πραγματικότητας, με έντονη μια αίσθηση κανιβαλισμού και βαμπιρισμού, σκέψη και συναίσθημα μοιάζουν να αιμορραγούν, να χάνουν την ενέργειά τους και τον προσανατολισμό τους, να παθητικοποιούνται, να λιμνάζουν. Να μουδιάζουν. 



Η ζωή εν κρίσει όλο και πιο έντονα μοιάζει με ζωή εν τάφω – δίχως σοβαρή ελπίδα ανάστασης. Ή, λιγότερο μεταφορικά, θυμίζει ένα όνειρο που ίσως το ‘χει δει κάθε άνθρωπος: Να βρίσκεσαι, λέει, μπροστά σε μεγάλο κίνδυνο· να πρέπει να τρέξεις να ξεφύγεις ή να ορμήσεις να παλέψεις· και να μην μπορείς να κινηθείς, ή οι κινήσεις σου να είναι βραδύτατες, ανολοκλήρωτες, ανίκανες να σε προφυλάξουν και να σε γλυτώσουν από την απειλή· και να βρίσκεσαι κολλημένος σ’ αυτόν τον κολασμένο τόπο, πνιγμένος από συναισθήματα ακατέργαστα, σχεδόν ακατονόμαστα, εξοντωτικά, εφιαλτικά.» 




Πηγές: Βιβλία του Νίκου Σιδέρη: «Μιλώ για την κρίση με το παιδί», «Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι!» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, bookpress.gr. lifo.gr.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook