Αχ βρε Άννα!

Ιουνίου 02, 2015


Από κοινούς φίλους γνώρισα την Άννα. Ήθελε να προχωρήσει τη ζωή της, δεν έβρισκε και δουλειά στην Ελλάδα… Μπάρκαρε. 









Γυναίκα ναυτικός δήλωνε η Άννα δυο χρόνια τώρα. Επικοινωνούσαμε πολλές φορές γραπτά. Προσπαθώντας να μαζέψω το γραφείο, να σουλουπώσω βιβλία και χαρτιά, βρήκα ένα κείμενο που της είχα στείλει. 
Απ' τα γραφόμενά της είχα καταλάβει πως ήταν προβληματισμένη. Μου είχε μιλήσει για τις σκέψεις της μια βραδιά που είχε βγει στο κατάστρωμα για να πάρει αέρα. Είχε σταματήσει η γραπτή συνομιλία μας μ’ ένα παγωμένο, αλμυρό αέρα. Έναν αέρα που είχε φτάσει ως την Αθήνα. Της είχα απαντήσει. 


«Μήπως για να κατανοήσει ο άνθρωπος πως κάποιος τον αγάπησε, τον αγαπά, χρειάζεται να βγει για λίγο από τον εαυτό του, να δει τα πράγματα από το κατάστρωμα; 

Τραγικό πλάσμα ο άνθρωπος. 
Αγαπήθηκε κι ούτε που το κατάλαβε; 
Ζωσμένος με το βλέμμα στον θάνατο, ούτε που είδε τη ζωή; 
Ή μάλλον, την ψυχανεμίστηκε και δεν άντεξε; 

Μπόρεσε να καταλάβει πως η αγάπη η πλατιά, η άδολη, η αθώα, αυτή που σήμερα βρίσκεται υπό λιθοβολισμό, χλευασμό, καχυποψία και παρανόηση στην ομήγυρη του μοντέρνου κόσμου, είναι το σώσιμο που αναζητά κανείς για να κρατήσει τα τυχερά της ζωής; 
Κι άλλα Άννα, που έχω στην καρδιά και πάλεψα για να τα σώσω, όπως είμαι σίγουρη και συ... 

Ξέρεις, το δρόμο το στενό το 'χω διαβεί. Κύκλους με έβαλε να κάνω. Κύκλους ξανά και ξανά. Πίσω και ξανά στη θέση μου και ξανά πίσω. Σε κάθε αφορμή απογοήτευσης, τον συναντώ και πάλι. Με προσκαλεί στα γνώριμά του νερά. 

Μα κρύβει πολύ υγρασία, Άννα. Κρύο και ακαμψία, και δεν αντέχει άλλο το κορμί εκεί για πολύ. Στο ‘χα πει, όταν έχεις πνιγεί, πρέπει να σε σώσεις, εάν δεν θες να κατακρημνιστείς και να συμπαρασύρεις και άλλους μαζί σου. Ακόμη προσπαθείς. Ακόμη προσπαθώ. 

Το πάντα και το ποτέ εξακολουθούν. Μα τη ζωή που μας χαρίστηκε πώς θα την αξιώσουμε; Με οδύνες μόνο; Με στερήσεις και αυτομαστιγώματα; Με προκλήσεις αδιεξόδων για να δούμε μόνο και μόνο εάν μας… αγαπούν; Ναι, όλα κατανοούνται. Κάθε άνθρωπος έχει το σακίδιο που κουβαλά. 

Άννα, στην ύφανση του σακιδίου, φύτρωσαν ρόδα Άννα! Ως πότε τ΄ αγκάθια θα πολιορκούν τις ανάσες τους; 


Μιλάω με πόνο γι αυτά, γιατί τη δική μου ζωή δεν την αξίωσα όσο έπρεπε. Αισθάνομαι πως μου χαρίστηκαν δώρα και τα ‘κρυψα βαθιά. Αχάριστα φέρθηκα. Θέλω και ξέρω πια πως μπορώ να βρίσκω δύναμη να προχωρώ με εντιμότητα προς τον εαυτό μου και τους άλλους. Γνωρίζω πια την πηγή της κι ας τσαλαβουτώ ολούθε. 

Κουράζουν οι καχυποψίες και οι εξαρτήσεις. Άνθρωποι με κοινά και διαφορές είμαστε. Άνθρωποι που γνωρίζουν πως απέναντί τους έχουν ανθρώπους που εκτιμούν και αγαπούν. Με μια χειραψία ζωντανή και αγαπημένη, έτσι ας μιλήσουμε. Με λόγια ή με σιωπές. 

Ας αναλογιστούμε. Ας φέρουμε στη μνήμη αντιδράσεις σε στιγμές «επίθεσης» και ίσως καταλάβουμε καλύτερα. Αντιδράσεις σε στιγμές αγνόησης, λόγια πρόκλησης δραματικής έντασης, και πάλι θα καταλάβουμε καλύτερα, τι χρώμα έχει ο ουρανός. 

Η καλημέρα και το χαμόγελο είναι τυπικά όταν έχουν τέτοια πρόθεση. Κι από μένα τέτοια, δεν θα λάβεις. 
Στην καρδιά μου τα αισθήματα είναι σωσμένα, καλή μου Άννα. Χαμογελώ όταν σε σκέφτομαι κι όταν μαθαίνω νέα σου. Είσαι ελεύθερη. Κάνε όπως νομίζεις καλύτερα. Στο εύχομαι. Τ’ αξίζεις Άννα! 

Και κάτι ακόμη, ίσως η σημασία ύπαρξης όσων έφερε η ζωή να ‘ταν το μάθημα πως η αγάπη έχει και λευκό χρώμα και χρειάζεται ν' αγωνιστείς για να το δεις. Μάλλον, ποιος ξέρει; Εκείνος που γνωρίζει, αν θέλει, ας μας το αποκαλύψει. 

Αχ βρε Άννα! 
Κι ας βολοδερνόμαστε, πάντα θα σώνουμε όσα νομίζουμε πως χάθηκαν στις πλατείες και στις θάλασσες του κόσμου.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook