Ηταν η πρώτη φορά που δεν τη χτύπησε...

Μαΐου 06, 2015

Χώρισαν κι ήταν η καλύτερη απόφαση, που είχαν πάρει ποτέ. Στην ουσία, δεν το είχαν αποφασίσει. Προέκυψε.












Έβαλαν ο ένας στον άλλο, όρους, κάτι σαν ...κόκκινες γραμμές κι όταν εκείνος τη ρώτησε αν είναι αποφασισμένη «ν' αλλάξει», η Αθηνά απάντησε ...«όχι». Τίποτε άλλο. Μόνον «όχι». 
Πώς ρωτάει ο γιατρός αν έχεις πυρετό κι εσύ δεν έχεις; Τι αποκρίνεσαι; «Όχι», λες. 

Ο έρωτας ξεκίνησε σαν ένα τραγούδι, που καταλαβαίνεις απ' την αρχή, ότι θα γίνει «σουξέ». Με «πιασάρικους» στίχους, μελωδική μουσική κι ένα ρεφρέν που σου κολλάει στο μυαλό και το σιγοτραγουδάς μόλις ξυπνήσεις. 
Καμιά φορά, δεν έχεις κατανοήσει τα λόγια ακριβώς, μπορεί να μπερδεύεις μία λέξη, αλλά εκεί, χαλκομανία στα χείλη σου. 
Δυνατός έρωτας, σχεδόν ουράνιος. Με μικρές, ρομαντικές χειρονομίες, ασύλληπτη ευγένεια και πάθος που πολλές φορές γινόταν επικίνδυνο. 

Ταιριαστοί κι αταίριαστοι! Διαφορετικοί και ίδιοι! Μπορείς να χαλιναγωγήσεις τον εγωισμό; Μπορείς να ποντάρεις στο τίποτα, όταν έχεις δώσει τα πάντα; Μπορείς να θάψεις ιδέες, νοοτροπία, συμπεριφορά, χαρακτήρα, να γίνεις αυτό που δεν είσαι, για να είσαι αυτό που κάποιος άλλος επιθυμεί; 

Ήρθαν στον κόσμο δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η Αθηνά σκέφτηκε άπειρες φορές να φύγει απ' το νησί, να τους παρατήσει. Κι άλλες τόσες να μείνει εκεί, να παλέψει, ν' αντέξει. 

Νερό, έμπαζε η ψυχή της, σαν τη θάλασσα που την περικύκλωνε. Ένιωθε, πως το μυαλό της είχε μέσα λάσπη, όχι χώμα...κάπως γλοιώδες και στερεό ήταν το υλικό που σάλευε στο κεφάλι της. Κάθε μέρα που χάραζε, έκανε απίστευτο αγώνα να αντεπεξέλθει στις συνήθειές της. Κι αυτή η φωνούλα στο στήθος της που αρχικά ψιθύριζε, γινόταν βροντερή, όλο και πιο βροντερή....«φύγε», «φύγε».

Ένα απόγευμα του μίλησε. Είχε απ' το μεσημέρι πάρει αγχολυτικά χάπια κι εκείνος, ήταν στα καλά του...τυχαία. 
Μιλούσαν, μέχρι το ξημέρωμα. Τότε, που του είπε το «όχι». Τρία γράμματα λύτρωσης, τρία γράμματα μοναξιάς...με τον όρο, βέβαια, πως δεν θα ξαναδεί τα παιδιά, τα παιδιά της, μέχρι εκείνα... κι αν την αναζητήσουν. Ήξερε πως είναι μάταιο να επιμείνει. Δεν θα κατάφερνε ν' αλλάξει τη ρότα της ιστορίας. 

Έπρεπε να σωθεί, να σώσει τον εαυτό της. Μόνο αυτό! Δεν την χτύπησε. Ήταν η πρώτη φορά, που δεν την χτύπησε. Ίσως, αισθανόταν τη δύναμή της, την αποφασιστικότητά της. Ίσως και για τον ίδιο να ήταν καλύτερα. 

Τα παιδιά, κανείς τους, δεν τα σκέφτηκε. Κανείς τους δεν τα ρώτησε. 
Σοφή κατάληξη. 
Σ' ένα μικρό σακίδιο έβαλε πρόχειρα δυο ρούχα, τσαλάκωσε έναν πάκο φωτογραφίες κι έκλεισε το φερμουάρ. 
Άνοιξη ήταν. 
Άκουσε πουλιά να κελαηδούν. 
-Τι πουλιά είναι αυτά; 
-«Αηδόνια», της είπε. 

Κι έφυγε.....! 

Φωτιές, φωνές και χιόνια.... 
Όλα αυτά μαζί, στον κάδο του αναδευτήρα, που ανακατεύονται...στριφογυρίζουν, βολτάρουν, πνίγουν. 
Πώς να στο πω; Δεν έχω λέξεις...σα να πάγωσε και το συναίσθημα ακόμα. Σα να κοιμήθηκε ο ύπνος. Σα να ...ζαλίζομαι! 
Άνοστο, άγευστο, άοσμο. Καλύτερο το αρνητικό απ' την απάθεια. Σίγουρα καλύτερο. 
Σε γυροφέρνουν αταξίες όταν θέλεις να ζήσεις. Ζητάς την ησυχία, την περιμένεις. Σου λείπει. Στην αταραξία, τα πιάτα βρίσκονται όλα μέσα στο ντουλάπι. Πλυμένα, πεντακάθαρα. Μοσχοβολάνε. 
Αλλά μόνα ! 
Σαν εμένα! 
Έχεις δικό σου φαγητό. Να το μοιραστείς δεν έχεις. 
Άκριτο! 
Ήταν το πρώτο και τελευταίο γράμμα που του 'στειλε! 
Δεν ξαναμίλησαν. 
Δεν ξαναβρέθηκαν.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook