Έζησα όπως ήθελα

Μαΐου 18, 2015




Άναψε τσιγάρο. Ήπιε μια γουλιά καφέ και του τηλεφώνησε. Άρχισε να της λέει για το σπίτι που έφτιαχνε...











Είχε θέμα με το υπόστεγο από τη βορεινή μεριά. Κάτι που να καλύπτει, να είναι οικονομικό, να μην είναι μόνιμο. Τον άκουγε να μιλάει, όλα τα άκουγε αδιάφορα και βαρετά. Του πρότεινε τις δικές της ιδέες και να σκεφτεί τα νερά της βροχής. Μιλήσανε για τη ρήση του εδάφους. Του έκλεισε το τηλέφωνο. Σήκωσε το βλέμμα της και χάζευε τον κόσμο γύρω της.

Η ροή της πραγματικότητας συνεχιζόταν κανονικά. Φάτσες άγνωστες, αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν, περαστικοί με ψώνια στα χέρια, παιδάκια που φώναζαν «γκοοολ», χελιδόνια που πετούσαν τριγύρω. Ένιωσε ζέστη στην καρδιά της, μια απάθεια γαλήνης σαν να έχασε απότομα βάρος. Τσαντίλα και ανακούφιση σε πλήρη συνάφεια.

Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα, την πιο αλλόκοτη ημέρα της ζωής της. Εκεί στη βάρκα, στο εκκλησάκι, στον μικρό προβλήτα. Στην ελάχιστη απόσταση που περπάτησαν μαζί στον στενό χωματόδρομο, κάτω από τα δέντρα, στο τσιμεντένιο ανάχωμα που έκατσε. Ήπιαν πολύ εκείνη την ημέρα και είπαν αλήθειες. Ο καθένας τη δική του. Κόκκινο κρασί και εξομολόγηση. Κοινώνησαν γη και ουρανό.

Ξετύλιγαν κουβάρια λησμονιάς, ταξίδευαν στο χρόνο, έσκαβαν και έχτιζαν και γκρέμιζαν. Νύχτωσαν και ξημερώθηκαν μαζί... και εξημερώθηκαν. Για λίγο.

Τους χώριζαν χιλιόμετρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στην αρχή δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στις διαφορές τους. Με τις λέξεις αδύνατο να συνεννοηθούν. Με τα μάτια ήταν εύκολο. Παρεξηγήσεις που κρύβονταν πίσω από «δεν» ή «πως» ή «θα».

Της πρότεινε να μετακομίσει στην πόλη του. Να φύγει μακριά, από τη δουλειά, τους φίλους, το σπίτι, τις συνήθειές της. Μια πόλη άγνωστη, χωρίς την παραμικρή οικειότητα. Να τα παρατήσει όλα και ν' αρχίσει από την αρχή μια καινούργια ζωή μαζί του. Ξέμπαρκη, έρημη, με κομμένες τις ρίζες της, στο απόγειο της επιτυχίας της, να ξεκόψει απ' ότι με κόπο είχε αποκτήσει.

Η αλήθεια είναι πως δεν της το πρότεινε ακριβώς, το καταλάβαινε απ' τα συμφραζόμενα. Της έδινε χρόνο και χώρο. Κάποιες φορές το σκεφτόταν. Το παράξενο είναι πως το συλλογιζόταν σαν τον χειρότερο εφιάλτη της. Σε άλλη πόλη, μιας άλλης χώρας, διαγράφοντας τη μισή της ζωή. Βάζοντας «Χ» στα δύο από τα τέσσερα τεταρτημόρια του νου της.

Οι συνομιλίες τους ανιαρές και ανούσιες. Ήθελε απ' αυτόν την υπέρβαση, την απόδειξη, την προτεραιότητα. Στα ενδόμυχά της παρακαλούσε να κάνει κάτι σπουδαίο γι αυτήν...

Μια έκπληξη, μια τρέλα βρε παιδί μου. Κάτι που θα της έδινε το έναυσμα να πιστέψει πως αξίζει η αγάπη του, η αγάπη της. Ας πούμε, να έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο, ξαφνικά, για να βρεθεί κοντά της. Ή να ακύρωνε το ραντεβού με τον υδραυλικό, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα και να την περίμενε κάτω από το σπίτι της. Ή να έχανε τον ύπνο του για να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Τέτοια, μικροπράγματα, που τα χρειάζονται οι σχέσεις για να αναζωπυρώνονται και ο εγωισμός για να καταλαγιάζει. Λεπτομέρειες, σκέφτηκε, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ν' αλλάξει απόφαση.

Όλα τα φαγητά θα ήταν άνοστα χωρίς τα μπαχαρικά, δίχως σπιρτάδα και ιδιαιτερότητα. Ουδετερότητα λοιπόν.
Δεν γεννήθηκε για να επιβιώνει ουδέτερα. Αρνητικό και θετικό σε αλληλουχία εναλλαγής. Αυτό ήθελε. Έτσι φανταζόταν τη ζωή, τη ζωή της.

«Τι να το κάνω το λίγο, όταν έχω γνωρίσει το πολύ;» Το είδε γραμμένο στον τοίχο του σχολείου απέναντι. Το είχε πάρει το μάτι της και στο facebook κάποτε, αλλά δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία. Τον αγαπούσε. Πολύ. Αλλά... Του ξανατηλεφώνησε.

-Μάλλον δεν είχα καλό σήμα κι έκλεισε, της είπε.

-Εγώ το έκλεισα.

- Γιατί; Τι συμβαίνει; Τι έκανα;

- Τίποτα. Δεν έκανες τίποτα.

Διάβασε κάπου: «Ελευθερία δεν είναι να μπορείς να φεύγεις. Ελευθερία είναι να επιλέγεις να μένεις». Κι έμεινε. Στην πόλη της, στη χώρα της, στη ζωή της. Κι ήταν όμορφα. Πολύ όμορφα. Με ξεκάθαρα σκαμπανεβάσματα διάθεσης, συναισθημάτων και καθημερινότητας. Όταν γεράσει, θα πει στον καθρέφτη της: Έζησα όπως ήθελα!

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook