Έγραφε ο Μάνος Ελευθερίου για την Αμοργό

Μαΐου 12, 2015

«Ο ζωντανός μύθος και το άλλοθι της Αμοργού», ήταν ο τίτλος που είχε δώσει ο Μάνος Ελευθερίου στο κείμενό του για τον Γκάτσο. Έγραφε μεταξύ άλλων, το Φλεβάρη του '86 στο τεύχος 52 του λογοτεχνικού περιοδικού «η λέξη»...









«Όσες φορές διάβασα την Αμοργό πάντα κοίταζα με κατάνυξη τους τρόπους του τεχνίτη που μπορεί και συνομιλεί υπερρεαλιστικά με το ρυθμό και τα πρόσωπα του δημοτικού τραγουδιού, ανοίγοντας ένα πηγάδι στην έρημο. Τα «όρη των αρωμάτων», ας πούμε, από το Άσμα Ασμάτων, μαζί ένα θραύσμα από επίγραμμα προς τον Ηράκλειτο και δίπλα η δροσερή ανάσα και ο λυγμός της ελληνικής παράδοσης. Το δέσιμο του ονείρου, μ’ ένα λόγο, με τις στέρεες και πολύ συχνά αντιποιητικές λέξεις, κατά τις συνταγές του Max Jacob. Ευτυχώς η Αμοργός δε συνοδεύεται από Γλωσσάρι. Μ΄ αυτό θέλω να πω ότι ο Γκάτσος -και ως τεχνίτης και ως προσωπικότητα- είναι η περιλάλητη παράδοση, όπως ένα δέντρο ή μια μάντρα, έτσι και τόσο εύστοχα το υποστήριξε κάποτε ο γερο-Ξυλούρης στην Κρήτη… 


Το θέμα των τραγουδιών είναι βέβαια «δεύτερο», αλλά πάντα παρόν. Τα τραγούδια του είναι νομίζω μικρά μονόπρακτα, ακολουθώντας τις σταθερές αρχές του στησίματος ενός έργου. Ακόμη και στα τραγούδια που θεωρούνται γεμίσματα για ένα δίσκο, υπάρχει η μέριμνα του τεχνουργού για το άρτιο αποτέλεσμα. Και να σκεφτεί κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος των τραγουδιών του ο Γκάτσος το ‘γραψε επάνω σε δοσμένες μελωδίες. Αλλά και εκεί κατόρθωσε να περάσει τον ελληνικό υπερρεαλισμό του που τελικά και αναπάντεχα τραγουδιέται. «Με βασιλικό και δυόσμο, έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο»! Σκεφτείτε παρόμοιο στίχο στο Μεσοπόλεμο. Χτυπιόταν ο χρονογράφος Π. Παλαιολόγος το Γενάρη του 1940, όταν από το «Ελεύθερον Βήμα» ζητούσε να μην αρχίσει η κρατική μέριμνα για τους λογοτέχνες για να μην θεριέψει ο …σουρεαλισμός: Πού να το ‘ξερε ο δυστυχής ότι η φλεγόμενη δεκαετία που άρχιζε θα τίναζε στον αέρα όλες τις αυταπάτες για τα γαλάζια ακρογιάλια. Αλλά η ώρα για τους ποιητές είχε φτάσει από καιρό, όπως μόλις είχε φτάσει και η καινούργια σιδερένια στολή για τους μελανοχίτωνες. 



Δε γνωρίζω τι ερείπια προσωπικής ζωής σκέπασε ο Γκάτσος για να εγκαταλείψει την ποίηση και να αφιερωθεί στους στίχους των τραγουδιών, αν και από χρόνια κυκλοφορεί η υπόγεια φήμη πως έχει έτοιμη ακόμη μια (μόνο;) συλλογή. Ένα παρόμοιο ερώτημα του Λιγνάδη απευθύνεται περισσότερο στους ψυχαναλυτές παρά στους κριτικούς της λογοτεχνίας. Έτσι δε μένει παρά να διερευνήσουν οι κριτικοί (ποιοι κριτικοί;) και οι φιλόλογοι μερικές «κλειστές» υποθέσεις: Πρώτο: μήπως ο μύθος του ίδιου του Γκάτσου έδωσε δυσανάλογη προέκταση στην Αμοργό και δεύτερο: αν το ορόσημο της Αμοργού είχε επιδράσεις στη νεότερη ποίησή μας. 



Μέχρι τη γενιά του ’60 τα πράγματα πήγαιναν καλά. Ο έρωτας και η συμβίωση με την Αμοργό, έστω και με «σκουντήματα του αγκώνα», πήγαινε καλά. Οι νεότεροι όμως έβλεπαν αλλού. Άγλωσσοι και άμουσοι όπως ήταν, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι η γλώσσα της Αμοργού ήταν η γλώσσα που αναζητούσαν. Η στέρεη γλώσσα, δηλαδή, έκφραση μιας τέχνης γεμάτης γνώση, όνειρο και κίνδυνο – αυτό ακριβώς που προσπαθούσε να τραυλίσει η αμερικάνικη σύγχρονη ποίηση και που σ’ αυτήν ζητούσαν παρηγοριά. 



Δεν ξέρω πότε γράφεται μια μονογραφία, ας πούμε επίσημη, για ένα ζωντανό μύθο. Ας θυμηθούμε και σ’ αυτό τον τομέα τη φτώχεια μας, αν αναλογιστούμε τι γνωρίζουμε για τον Σκαλκώτα. Και ευτυχώς που βρέθηκε ο Στρατής Δούκας να ασχοληθεί με τον Χαλεπά. Ας λογαριάσουμε όμως ότι οι πρώτες καταθέσεις για τον Γκάτσο δεν είναι καθόλου δραχμαί τριάντα. Οι τόκοι και τα επιτόκια είναι λίγα, αλλά πάντα χρειάζεται γερό συνάλλαγμα η Τράπεζα του Μέλλοντος. 



Τελειώνοντας, θα ‘θελα να μετρήσω πόσα γνωρίζω από το δημόσιο βίο του, εκτός από τους στίχους των τραγουδιών του: Σύντομα θεωρητικά κείμενα, μετρημένα στα δάχτυλα, σχεδόν επικαιρικά. (Μερικοί τίτλοι τους αναφέρονται στο βιβλίο του Αλέξ. Αργυρίου). Τα πρωτόλεια ποιήματά του της περιόδου 1931-1933. Τις μεταφράσεις των θεατρικών του έργων. Δυο γνώμες του για σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Τρεις φωτογραφίες του σε εξώφυλλα δίσκων κι άλλες τόσες σε βιβλία και περιοδικά. Μια «σεμνή» επιστολή του προς τον Θράσο Καστανάκη που βρίσκεται στα αρχεία του Λογοτεχνικού-Ιστορικού Αρχείου, (θα την έχει ξεχάσει. Είναι, νομίζω, του 1933). Παρτιτούρες με τους στίχους των τραγουδιών του που ήδη κυκλοφορούν στα μουσικά καταστήματα. Κριτικές για τους δίσκους του. Τις παλιές ραδιοφωνικές του εκπομπές. (Δυστυχώς πάρα πολλές έχουν διαγραφεί).






Μ’ αυτήν την «ελάχιστη» αρματωσιά έγινε Δάσκαλος. Όχι Γέροντας, όπως ο Παπαδιαμάντης ή ο Σεφέρης. Δάσκαλος. Έτσι μ’ αρέσει να τον σκέπτομαι, όταν πείθω τον εαυτό μου ότι δεν είναι καθόλου εύκολο ούτε να θαυμάζεις, ούτε και ν’ αγαπάς.»


You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook