Αντέχεται τόση ευτυχία;

Μαΐου 25, 2015

Ένα σπίτι μικρό, ασβεστωμένο, πάνω σε βράχο, μ' αυλή που αγναντεύει τη θάλασσα και γλάστρες με βασιλικό ονειρευόταν στον ύπνο και στον ξύπνιο της...







Γράφει η Ελένη Τριβέλλα

... κι ένα μικρό βαρκάκι, μπλε με λευκά γράμματα. Φαγητά μοσχομυριστά κι αχνιστά στην αλουμινένια κατσαρόλα, ψημένα σε φούρνο με ξύλα, ζυμάρια στην πινακωτή και καφέ ελληνικό σε μπακιρένιο μπρίκι. Μια λεμονιά, μια πορτακαλιά και γιασεμί οπωσδήποτε. Ερεθισμός όλων των αισθήσεων, ταυτόχρονα ή σταδιακά, σε ένα κονσέρτο αγαλλίασης. Ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις, αγγίγματα, εικόνες... συνοθύλευμα αντάρας και σιωπής. Συντροφικότητας και μοναχικότητας, επιβίωσης και ζωής.

Κάθε χρόνο, τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, έκλεινε τα μάτια κι έκανε την ίδια ευχή: να τα καταφέρει, κάποτε. Κι όταν έπεφτε ένα αστέρι, -το 'χε μάθει σαν στιχάκι, ψυχαναγκαστικά- προλάβαινε να το ψιθυρίσει πριν σβήσει η λάμψη του. Κανείς δεν το γνώριζε. Ήταν το μυστικό της, το τάμα της, με την αξία και τη μυσταγωγία βαθιάς πίστης και προσήλωσης στο τυχερό.

Περνούσαν οι εποχές. Σαν κινηματογραφική ταινία κι ούτε κατάλαβε πως έφτασε στα πενήντα. Δεν έκρυβε ποτέ την ηλικία της. Μάλιστα, πρόσθετε δυο, τρία χρόνια, για να παίρνει κολακευτικά σχόλια απ' τον περίγυρο, για τη ζωντάνια και τη δροσιά της. Τα είχε καταφέρει άριστα, σε όλους τους τομείς της ζωής της. Είχε παλέψει άγρια βέβαια. Είχε χάσει ώρες από τον ύπνο της, τη βολή της, την ανεμελιά της. Κι είπε να δοκιμάσει να κάνει μια πρόβα, να βουτήξει στο όνειρο.

 Έτσι ξαφνικά, χωρίς δεύτερη σκέψη, ένα βραδάκι το αποφάσισε! Βρήκε ένα χάρτη, στο συρτάρι με τα ενθύμια από τα ταξίδια της, τον έστρωσε στο τραπέζι της κουζίνας προσεκτικά, έπιασε τις γωνιές του με φλυτζανάκια και πέταξε ένα κέρμα στον αέρα, το μοναδικό που είχε κερδίσει σε βασιλόπιτα. Αυτό στροβιλίστηκε επάνω στο χαρτί κι έκαστε περήφανα σε μια μικρή κουκκίδα.
«Κύθνος! Αχά!» είπε και μορφάστηκε με σουφρωμένα χείλη.

Το πλοίο προσέγγιζε στο λιμάνι του νησιού. Έριξε άγκυρα κι έδεσε τους κάβους. Οι επιβάτες φορτώθηκαν τα μπαγκάζια τους και κατέβηκαν αργά τη σκάλα. Δεν είχε ρίξει ούτε μια ματιά από το φινιστρίνι. Δεν ήθελε.
Σηκώθηκε. Άπλωσε το βλέμμα της ελεύθερο να περιπλανηθεί, ν' αλητέψει μετά από καμιά δεκαριά βήματα στο ντόκο. Μαγεύτηκε! Άνυδρο το τοπίο, ξερό, βραχώδες, γυμνό από φτιασίδια, καθαρό, ουσιώδες. Κι αφού είχε αφήσει τη μοίρα να την πάει εκεί, έβαλε και το δικό της χεράκι να την βοηθήσει λίγο. Έφαγε με τα μάτια κάθε σπιθαμή του και με το στόμα κατάπινε λέξεις, φράσεις, πληροφορίες και το εντόπισε.


Από μακριά το είδε και το ερωτεύτηκε. Στο αγαπημένο της γεωμετρικό σχήμα, λευκό, κατάλευκο, κρεμασμένο στην πέτρα να ρουφάει τον γαλάζιο ορίζοντα. Το νοίκιασε αμέσως. Δεν θυμάται πόσα χρήματα έδωσε, ούτε καλά- καλά το πρόσωπο της γιαγιάς που το 'χε. Και δεν επέστρεψε ποτέ στην προηγούμενη ζωή της. Για ένα μήνα είχε υπολογίσει. Πρόβα το 'χε πει. Κάτι, σαν αρραβώνας. Πώς δοκιμάζεις τις γεύσεις του παγωτού από το κουταλάκι; Σιγά....!


Τη γριούλα ιδιοκτήτρια την έκανε μαμά της και το εγγόνι της, παιδί της. Συνειδητοποίησε, πως ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για να ζει μόνος του, πως έπαιρνε άλλο χρώμα η θάλασσα όταν είχε το παιδί στην αγκαλιά της, πως είχε άλλο άρωμα ο καφές όταν τον μοιραζόταν με τις γειτόνισσες.

Κι ο βασιλικός στην γλάστρα ζωήρευε και κοίταζε τον ήλιο, έπινε όλο το νερό και μοσχοβολούσε άρωμα πρωινής δροσιάς σαν φρεσκοπλυμμένο ρούχο. Άστραφτε και λαμποκοπούσε ο τοίχος και οι ξερολιθιές, άμα καθρεφτίζονταν οι φιγούρες των φίλων που μοιράζονταν τις βούρτσες και τα σύνεργα.

Ανακάλυψε την απόχρωση «το λευκό του λευκού», αγνό και βασανιστικό χρώμα. Τυραννικό για την όραση, μαξιλάρι για τη θύμηση. Τα βραδάκια, έπινε τσικουδιές παρέα με τα γεροντάκια που της ξέπλεκαν ιστορίες αστείες ή της εξέπνευαν μαράζια. Κάποιες φορές, έβγαινε μαζί με τους ψαράδες στο πέλαγος για παραγάδι. Καθάριζαν τις ψυχές τους με γέλια και φρέσκο ψάρι, με πειράγματα και βουτιές στο πιο βαθύ που μπορούσε η ανάσα.

Άλλες πάλι, άδειαζε τα καφάσια με τις μπύρες στο καφενείο της πλατείας και τηγάνιζε πατάτες για τους θαμώνες. Πρόσθετε κρυφά ένα κουταλάκι βούτυρο και κρυφογελούσε πονηρά όταν της έλεγαν ότι «φταίει»το χέρι της για τη νοστιμιά τους. Οι παλάμες της γέμιζαν πληγές πανέμορφες απ' τα σκοινιά της βάρκας, τις πετονιές, τον ασβέστη, το σκληρό χώμα, τα κάρβουνα και τον πηλό που έμαθε να του δίνει ζωή. Λάτρεψε την κεραμική.

Ένιωθε πανίσχυρη. Σα να φυσούσε και... «εγένετο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Καμάρωνε για τις πληγές της - φορούσε τα πιο ακριβά βραχιόλια. Τα σαββατοκύριακα γέμιζε το σπίτι της πιτσιρικάκια. Τους έφτιαχνε βρεγμένο ψωμί με ζάχαρη και λιγουλάκι καφέ από πάνω και πορτοκαλάδες και λεμονάδες. Τ' απογεύματα που έπεφτε το φως, ρέμβαζαν και τραγουδούσαν, μαζί με τη δασκάλα του σχολείου που έγινε η καλύτερή της φίλη.

Όσο γεμάτος και βαρύς είναι ο νους από αγάπη κι όχι σκοτούρες, τόσο αλαφραίνει η αρετή της οντότητας πριν από το θάνατο. Το μόνο δεδομένο καταφύγιο άρνησης της αποδοχής του.

Μα αν είσαι πλήρης; Αν τα κατάφερες να είσαι πλήρης; Αν πρόλαβες;

Ο αέρας ανοιγόκλεινε τα παραθυρόφυλλα μια νύχτα του Νοέμβρη κι ήταν σα να 'κουσε βροντές από τα εσώψυχά της. «Θεέ μου», ψέλλισε, «αντέχεται τόση ευτυχία;»

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook