Νίκος Καζαντζάκης και Μιγκέλ δε Ουναμούνο

Απριλίου 13, 2015

Η συνάντηση του Νίκου Καζαντζάκη με τον Μιγκέλ δε Ουναμούνο.











«Το ταξίδι κι η εξομολόγηση (η δημιουργία είναι η ανώτερη και πιστότερη μορφή της εξομολόγησης) στάθηκαν οι δυο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον πρόλογο του βιβλίου του Ταξιδεύοντας - Ισπανία. Πράγματι, το ταξίδι του Έλληνα στοχαστή στη χώρα των Ιβήρων, πριν και κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936 - 1939), ήταν, όπως φαίνεται, πλούσιο σε εμπειρίες: Άβιλα, Βαγιαδολίδ, Σαλαμάνκα, Μαδρίτη, Τολέδο, Κόρδοβα, Σεβίγια, Γρανάδα κλπ. Εγώ, θα σταθώ στις εντυπώσεις του από την πόλη της Σαλαμάνκα και συγκεκριμένα από τη συνάντησή του με έναν άλλο μεγάλο στοχαστή, τον ισπανό Μιγκέλ δε Ουναμούνο. 

Ο Ουναμούνο (1864 - 1936) γεννήθηκε στο Μπιλμπάο, συνέδεσε όμως τη ζωή του με τη Σαλαμάνκα. Άριστος γνώστης των κλασικών γραμμάτων, υπήρξε καθηγητής αρχαίων Ελληνικών και αργότερα Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα (ενός από τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, με έτος ιδρύσεως το 1218), ποιητής και συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. Τέλος, ο Ουναμούνο θεωρείται από τους κορυφαίους στοχαστές της γενιάς του, της λεγόμενης γενιάς του 1898. Τα φιλοσοφικά του δοκίμια «Για το τραγικό αίσθημα της ζωής» (Del sentimiento trágico de la vida, 1913) και «Η αγωνία του χριστιανισμού» (La agonía del cristianismo, 1925) αποτελούν έργα - σταθμούς στην ιστορία της Ευρωπαϊκής σκέψης του εικοστού αιώνα. 

Γράφει, λοιπόν, ο Καζαντζάκης στον τόμο του Ταξιδεύοντας - Ισπανία ότι δεν ήθελε να αφήσει την Σαλαμάνκα χωρίς να συναντήσει «τον τρομερό σκαντζόχοιρο, τον Ουναμούνο». Έτσι και έγινε: Τα δύο αυτά μεγαθήρια του πνεύματος, ο ανήσυχος Kρητικός και ο ανήσυχος Bάσκος συναντήθηκαν στο σπίτι του Ουναμούνο. Η συζήτησή τους είναι ζωηρή κι ενδιαφέρουσα: Ο Ουναμούνο εκθέτει στον Καζαντζάκη τις ιδέες του σχετικά με το αβάσταχτο πρόσωπο της αλήθειας. Ο απλός λαός
-υπογραμμίζει ο Ισπανός- έχει ανάγκη να του πουν ψέματα, να τον εξαπατήσουν. Όποιος κοιτάξει την αλήθεια κατάματα πεθαίνει, το λέει κι η Παλαιά Διαθήκη, καταλήγει ο Ουναμούνο. 

Ο Iσπανός βγάζει και διαβάζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «Ο μάρτυς Σαν Μανουέλ Μπουένο» (San Manuel Bueno, mártir, 1930). Πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματά του: Σε λιγότερες από 50 σελίδες, περιέχεται όλος ο φιλοσοφικός στοχασμός του Ουναμούνο γύρω από το τραγικό αίσθημα της ζωής. Ο ήρωάς του, ο ιερέας πατέρας Μανουήλ, είναι από μόνος του ένα τραγικό πρόσωπο: Χωρίς ο ίδιος να πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, κηρύττει στους πιστούς του χωριού του την πίστη στην άλλη ζωή, εξομολογώντας τους και βοηθώντας τους να πεθάνουν εν ειρήνη. Την ελπίδα όμως που κηρύττει και μεταλαμπαδεύει, ο ίδιος την έχει χάσει προ πολλού. 

Το απόσπασμα του έργου που διαβάζει ο Ουναμούνο στον Καζαντζάκη είναι πολύ χαρακτηριστικό: «Η αλήθεια είναι κάτι τρομερό, αβάσταχτο, θανάσιμο...Ο απλός λαός, αν τη μάθει, δε θα μπορέσει πια να ζήσει, και πρέπει να ζήσει, να ζήσει... ». Σ’ αυτό το χωρίο βρίσκεται συμπυκνωμένη όλη η τραγική φιλοσοφία του Ισπανού: Τον Ουναμούνο δεν τον ενδιέφερε η «ανθρωπότης», σαν όρος αφηρημένος και ουδέτερος. Τον περήφανο αυτό και ντεσπεράντο πολεμιστή (όπως τον λέει ο Καζαντάκης), τον ενδιέφερε πάνω από όλα ο άνθρωπος με σάρκα και οστά, που γεννιέται, ζει, υποφέρει και πεθαίνει. Γράφει ο Ουναμούνο στην πρώτη σελίδα του έργου του «Για το τραγικό αίσθημα της ζωής»: 


«Homo sum; nihil humani a me alienum puto, είπε ο ρωμαίος κωμωδιογράφος. Εγώ θα έλεγα καλύτερα: Nullum hominem a me alienum puto; άνθρωπος είμαι, κανέναν άλλον άνθρωπο δε θεωρώ ξένο. Γιατί το επίθετο humanus μου φαίνεται το ίδιο ύποπτο όπως και το ουσιαστικό humanitas, η ανθρωπότητα. Ούτε τα ανθρώπινα ούτε η ανθρωπότητα, ούτε το απλό επίθετο, ούτε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, παρά το συγκεκριμένο ουσιαστικό: ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος με σάρκα και οστά, αυτός που ζει, υποφέρει και πεθαίνει -κυρίως πεθαίνει-, αυτός που τρώει, και πίνει, και παίζει, και κοιμάται, και σκέφτεται, και επιθυμεί: Ο άνθρωπος που βλέπουμε και ακούμε, ο αδερφός, ο αληθινός αδερφός». 

Συγκρίνετε τώρα αυτά τα λόγια του Ουναμούνο με τα γραφόμενα του Καζαντζάκη στην Ασκητική (1927): 
«Ο Θεός μας δεν είναι ένας αφηρημένος στοχασμός, μια λογική ανάγκη, ένα αρμονικό αψηλό οικοδόμημα από συλλογισμούς και φαντασίες. […] Είναι άντρας και γυναίκα, θνητός και αθάνατος, κοπριά και πνέμα. Γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος […] Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα». 

Οι δυο στοχαστές αναγνωρίζουν ως θεό τους τον άνθρωπο με σάρκα και οστά, τον κοινό θνητό που ζει, αγωνίζεται και -όπως λέει ο Ουναμούνο- αν και δεν θέλει να πεθάνει, πεθαίνει. 
Για τον Ισπανό στοχαστή, ο σταυρός του ανθρώπου, η πηγή της δυστυχίας του είναι αυτό που τον ξεχωρίζει από τα πλάσματα του ζωϊκού βασιλείου, δηλαδή, η συνείδηση. Σ’ ένα άλλο σημείο του βιβλίου του «Για το τραγικό αίσθημα της ζωής» δε διστάζει να τη χαρακτηρίσει "αρρώστια": 

«Ο άνθρωπος, για να είναι άνθρωπος, για να ’χει συνείδηση, είναι βέβαια, σε σχέση με το γάιδαρο ή με τον κάβουρα, ένα ζώο άρρωστο. Η συνείδηση είναι μια αρρώστια». 

Η ίδια συνείδηση ταλαιπώρησε εν ζωή και τον Καζαντζάκη. Μπεργκσονιστής και Νιτσεϊστής, μυστικιστής και Διονυσιακός, Μαρξιστής και Βουδιστής, χριστιανός και αγνωστικιστής συνάμα (όπως και ο Ουναμούνο), πέρασε από πολλές ιδεολογίες, με την αμφιβολία και την αγωνία μόνιμα εγκαταστημένη στη ζωή του. Αυτό το υπαρξιακό δίλημμα γύρω από το οποίο αμφιταλαντεύτηκαν ο συγγραφέας του Ζορμπά και ο συγγραφέας του San Manuel Bueno, mártir δεν ήταν άλλο παρά το ακόλουθο: Μηδενισμός ή πρόσδεση σε μια ηθική πίστη. Και οι δυο βρήκαν διέξοδο μετουσιώνοντας τις τυραννικές τους ιδέες (obsesiones) σε παραμύθια, σε μυθοπλασία, σε ήρωες μυθιστορηματικούς που συναντιούνται με το πεπρωμένο τους, μάχονται και πάσχουν: Σαν Μανουέλ Μπουένο Μάρτυρ, Αουγκούστο Πέρεθ, Ζορμπάς, Μανολιός, Καπετάν Μιχάλης... 


Ο Βάσκος στοχαστής (που όσο προχωράει η συζήτηση φαίνεται όλο και πιο φορτισμένος συναισθηματικά), αποχαιρετά τον Κρητικό συνομιλητή του με αυτά τα απεγνωσμένα λόγια: «Δεν είμαι φασιστής μήτε μπολσεβίκος. Είμαι μόνος! Μόνος, όπως ο Κρότσε στην Ιταλία!». Μόνος πεθαίνει και ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, ντεσπεράντο και αμοραλιστής, στην κορυφή ενός παγόβουνου στο Νότιο Πόλο, μετά από ένα ταξίδι αυτογνωσίας. All the rest is silence. 



Πηγή: περιοδικό «Το Δέντρο» (Μάϊος 2007). Έγραφε η Στέλλα Βουτσά, απόφοιτος Ελληνικής και Ισπανικής Φιλολογίας και διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook