Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ: «Ποτέ δεν οπισθοχώρησα»

Απριλίου 24, 2015


Σ' ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας ζει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, όταν ξαποσταίνει από την Αίγινα. Εκεί μέσα «διδάσκει» τις πιο σπουδαίες αλήθειες για τη ζωή...

Συνέντευξη στην Αιμιλία Πανταζή
Φωτογραφίες: Μαρία Πανταζή



Συναντηθήκαμε με την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ στο μικρό και απέριττο διαμέρισμά της στο κέντρο της Αθήνας. Με συντροφιά παγωμένο καφέ και τσουρέκι, βουτήξαμε στις φωτογραφίες και τις ιστορίες της ζωής της. Στην ποίηση.
Δεν έχει υπολογιστή. Ακόμη γράφει στα τετράδια της. Το βασικό της πιστεύω; «Η φαντασία ξεπερνά τη ζωή».





-Σε ποιον τόπο γράφετε τα ποιήματά σας; 

«Δεν υπάρχουν κανόνες στην ποίηση, όπως ούτε και στη ζωή, θα 'λεγα. Είναι σαν να μπαίνεις σ’ ένα δωμάτιο, στο οποίο οτιδήποτε κι αν συμβεί, πετάει η μύγα, βήχει ο σκύλος, σε εμπνέει. Και μετά βγαίνεις. Αν δεν είσαι εκεί, ο πιο χαρισματικός άνθρωπος να βρεθεί μπροστά σου σε αφήνει αδιάφορη.» 



-Όταν γράφετε ένα ποίημα πώς καταλαβαίνετε ότι έχει πια τελειώσει; 

«Φαίνεται απίθανο να μη γνωρίζεις. Κάθε ποιητής έχει το δικό του εκφραστικό σύστημα. Δεν είμαι απ’ αυτές που τα βασανίζουν τα ποιήματα. Δηλαδή, γράφω μια, δυο… την τρίτη φορά μόνο του μου λέει αν θα ζήσει ή δεν θα ζήσει. Αυτό που παθαίνει ο ποιητής με τα χρόνια -και είμαι πάνω από μισό αιώνα στο θέμα- είναι να δίνει μία αυτάρκεια στο ποίημα. Να κανονίζει κι αυτό τι θέλει. Να μην εξαρτάται τελείως από σένα, να επιβάλλει κι αυτό τους δικούς του κανόνες.»

Παρατηρεί την ημερομηνία δημιουργίας των ποιημάτων της. Και τώρα που εκδόθηκε ο Συλλεκτικός Τόμος, αναρωτιέται:

«Μα πώς το ‘ξερα εγώ αυτό τότε, από την άποψη δηλαδή του βιώματος της ζωής; Όπως το ποίημα που έγραψα στα δεκαεφτά μου για την μοναξιά. Ακόμη και τώρα πολλές φορές αμφιβάλλω πώς μπορούσα να γνωρίζω για την μοναξιά. Θεωρώ πως οφείλεται στην επιρροή από τον νονό μου τον Καζαντζάκη. Αυτός ήταν που το έστειλε με συστατικό γράμμα και δημοσιεύτηκε το 1956 στο λογοτεχνικό περιοδικό "Καινούρια εποχή" του Γουδέλη, καθώς και στις εμπειρίες του ασυνείδητου αγώνα που έκανα από μικρή για να συμφιλιωθώ με το κινητικό μου πρόβλημα.» 

Απαγγέλλει απόσπασμα των στίχων του...

«Θεέ μου, τι θα γίνουμε; 
Πώς θα πορευτούμε; 
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; 
Μ' αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων 
των ψυχών από δίπλα μας; 

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος. 
Μια θα 'ναι η Νίκη: 
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε. 
Μόνοι μας.» 







-Τι κερδίζει κάποιος από την ποίηση; 

«Υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να μπορείς να υπηρετείς αυτό που αγαπάς και αυτό για το οποίο έχεις μια ικανότητα; Δεν υπάρχει.» 







Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχει δώσει διαλέξεις και έχει διαβάσει ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y. State, Princeton, Columbia κ.α.). Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών) το 2000, ενώ πρόσφατα τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της. 

Υπάρχει κάποιο πρόσωπο στο οποίο θα πρόσφερε εκείνη Βραβείο Τιμής; 

«Σκέφτομαι τη φίλη μου Μαρία Σερβάκη Μπλάκστον. Φοβερή ποιήτρια και πάντα χαμηλών τόνων. Τώρα είναι σε γηροκομείο. Τέτοια ευγένεια ψυχής… Κανείς δεν την ξέρει.» 

-Τι χρώμα έχει η ζωή σας σήμερα; 

«Γκρι. Και δεν μ’ αρέσει το γκρι.» 

Ο νους της σταματά στους νέους και χαμογελά ξανά… 

«Με συγκινούν όταν έρχονται οι νέοι και μες στα μάτια τους βλέπω πως αληθινά αγαπάν αυτό που κάνω. Ίσως επειδή δεν είχα ποτέ παιδιά και αδέρφια. Αυτό πραγματικά μέσα από την καρδιά μου το χαίρομαι.» 

-Τι σας λείπει περισσότερο; 

«Ο άντρας μου. Από 24 χρονών παντρευτήκαμε με τον Ρόντνεϊ Ρουκ, συνομήλικοι ήμασταν και ζήσαμε μαζί 43 χρόνια. Ήταν ο ιδανικός σύντροφος. Με ευγένεια ψυχής, συνεσταλμένος, Εγγλέζος κανονικός αλλά με καταγωγή από Ισλανδία. Η μόρφωσή του, τεράστια. Υπήρξε κλασσικός φιλόλογος αρχαίων ελληνικών, και κατείχε και την ειδικότητα του βιβλιοθηκάριου. Χωρίς αυτόν δεν ξέρω τι θα ‘μουνα. Ακόμα κι όταν ήταν δύσκολα μεταξύ μας, εκείνος εκεί, με υποστήριζε.» 

-Εάν μπορούσατε να του κάνετε ένα δώρο, ποιο θα ήταν; 

«Μια δεύτερη ζωή.» 








-Και αυτό που έχετε χορτάσει; 

«Τη ζωή. Ποτέ δεν οπισθοχώρησα. Τη ζούσα πραγματικά.»








Παρακολουθεί μανιωδώς ειδήσεις. Εδώ και τρία χρόνια «σταμάτησε μαχαίρι το ποτό». Λατρεύει τα γλυκά. Εκτιμά σε 'κείνον που στέκεται δίπλα της την αλήθεια του, την ειλικρίνειά του. «Να μην υπάρχει κανένας λόγος μιας πλαστής συμπεριφοράς.» Λέει, πως «δεν της αρέσει να γκρινιάζει» και θίγει τις ανακαλύψεις της… 

«Έρχονται, "τι κάνετε;", "είστε καλά;", κι ύστερα από λίγο ανακαλύπτεις -με καμία δυσκολία ομολογώ- ότι ζητάνε κάτι. Και εκεί πια με πιάνουν τα κλάματα… 
Από την άλλη μεριά, όταν βλέπεις ένα νέο πλάσμα που πρωτομπαίνει στην ποίηση και σου ζητά να παρευρεθείς στην παρουσίαση του έργου του ή να κρίνεις δημοσίως, έρχομαι σε πολύ δύσκολη θέση να του πω όχι. Πλέον, δεν παρευρίσκομαι σε πολλές εκδηλώσεις. Είμαι γριά γυναίκα πια, δεν αντέχω. Για να καταλάβετε, πρόσφατα με παρακαλούσαν να παρευρεθώ σε εκδήλωση κι όταν αρνήθηκα, λέει το αγαθόν πλάσμα: "Μα καλά, και τότε ποιος θα ‘ρθει; Για μένα θα ‘ρθουν, για σας θα ερχόντουσαν…" Αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά.» 



-Εικόνες ανακαλεί η μνήμη. Αποσπασματικές και αλληλένδετες συγχρόνως. Εικόνες γεννά συνεχώς η ίδια μας η ζωή. Μια εικόνα από τα παιδικά σας χρόνια; 

«Η σοδειά για μένα είχε τεράστια σημασία, που μετά έγινε και μεταφορικός λόγος. Ήταν ευλογία όταν όλη η οικογένεια μαζεύαμε φιστίκια το Σεπτέμβρη κι ύστερα καθόμαστε γύρω απ' το τραπέζι και με τα χέρια τα ξεφλουδίζαμε. Δεν υπήρχαν μηχανήματα τότε. Ξέρετε, η φιστικιά ένα χρόνο αποδίδει καρπούς κι ένα χρόνο όχι.» 





-Μια εικόνα των νιάτων σας; 

«Πολλές και βασικά ερωτικές.» 

-Της ωριμότητάς σας; 

«Δεν χρειάζεται να την απεικονίσω, τη ζω. Τώρα, όταν θες να είσαι αισιόδοξος τη λες ωριμότητα, όταν θες να είσαι πραγματιστής τη λες γήρας.» 

-Εσείς τι όνομα της δίνετε; 

«Γήρας.» 




Πάνω στο τραπέζι που χρησιμοποιεί, όπως λέει η ίδια, «ως γραφείο και ως κομμωτήριο», παρατηρώ ένα ξύλινο κουτάκι με μία ζωγραφιά, ένα παιδικό ποδήλατο: «Το ποδήλατο που είχα στην Αίγινα – το 'χει ζωγραφίσει ένας φίλος!» 

-Έχετε χαρακτηρίσει την Αίγινα «μικρό σας παράδεισο» Πού συναντιέται ο παράδεισος τελικά; 

«Σε τούτη τη γη. Εδώ και επί ταύτα. Ένας καμβάς είναι η ζωή που ποτέ δεν τον κεντάς ολόκληρο.» 






-Σημεία γήινου παραδείσου; 

«Όταν βρίσκεις τον άλλον και είναι σαν να έρχεστε από τον ίδιο κόσμο. Βέβαια, δεν ξέρω, άλλοι λένε πως ο παράδεισος είναι να κάνεις παιδιά. Μα κάτι που δεν γνωρίζεις, δεν σου λείπει. Το ένστικτο της μητρότητας δεν το είχα. Ίσως επειδή, αντί να κάνω παιδιά γέννησα ποιήματα.» 




-Έχετε ζήσει στο εξωτερικό. Το πιο αξιόλογο ταξίδι σας; 

«Μόλις τελείωσα το γυμνάσιο ήταν να πάω στον νονό μου τον Νίκο Καζαντζάκη, αλλά δυστυχώς πέθανε έξι μήνες πριν φτάσω. Δεν τον έχω συναντήσει, μα έχω επηρεαστεί από τα γραφόμενά του και από την αλληλογραφία του με την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν και δικηγόρος του. Τον έλεγε: "μεγάλε Ανατολίτη μου»", αφού ο πατέρας μου καταγόταν από τον Βόσπορο. Έμεινα μαζί με την γυναίκα του την Ελένη στην Γενεύη όπου και σπούδασα μετάφραση και λογοτεχνία.» 

-Τι θυμάστε από την Ελένη; 

«Σεμνός και πολύ γλυκός άνθρωπος. Εκτιμούσε το ότι είχε ζήσει με τον Καζαντζάκη. Μεγαλώνοντας προσπάθησα να φανταστώ, πώς θα είναι να είσαι δίπλα σε έναν τέτοιο κολοσσό και συ να ζεις σαν παραφυάδα. Κι αυτό το θαυμάζω! 
Είναι στη ψυχολογία της γυναίκας να στηρίζει. Ακόμα κι όταν είναι επαναστάτρια, κάποια στιγμή της φαίνεται φυσικό να δίνεται σε έναν άντρα, στα παιδιά της. Είναι προορισμένη γι αυτό οπότε το κάνει με περισσότερη φυσικότητα, ενώ για τον άντρα είναι δύσκολο.» 

«Νεαρό κλωσσοπούλι του Παρνασσού, Μη με ντροπιάσεις!» της έγραφε ο νονός της Νίκος Καζαντζάκης σε μία από τις επιστολές του προς την οικογένεια Αγγελάκη στις 11 Οκτωβρίου του 1956,  την οποία η σημαντική Ελληνίδα ποιήτρια έχει δωρίσει στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη. 


Τα παιχνίδια της ζωής...


Απορεί και διασκεδάζει με τα παιχνίδια της ζωής που: «Γι' άλλους είναι τυχερά και για άλλους άτυχα»… 

«Ποτέ δεν ήμουν σε τόσο ζήτηση όσο είμαι τώρα, και ποτέ δεν ήμουν μέσα μου τόσο σκοτεινή όσο είμαι τώρα. Σαν να θέλει η ζωή να ισορροπήσει, όπως και για να βγει πραγματική ποίηση χρειάζεται ισορροπία στη σκέψη και στο συναίσθημα.» 



Της πρότεινα μια συνομιλία παιγνιώδη, σαν πάνω σε μια ζυγαριά. Ανταποκρίθηκε. 

-Χτυποκάρδι 

«Ανάσα» 

-Κελάηδισμα 

«Φρούτο στην εξοχή» 

-Άγγελος 

«Σύζυγος» 

-Σάρκα 

«Οστά» 

-Γέφυρα 

«Ποτάμι» 

-Μοναξιά 

«Έμπνευση» 

-Θάνατος 

«Τέλος» 

-Λυπιού 

«Λύπη ου» 

-Σελίδα 

«Τόμος» 

-Εξομολόγηση 

«Αλήθεια» 

 -Υπάρχει βαθιά μέσα σας κάτι που θα θέλατε να το μοιραστείτε; 

«Δεν έχω ανάγκη να μοιραστώ αυτό που με απασχολεί ή με εμπνέει, αλλά να έχω κάποιον πιο κοντά να μοιράζομαι τις μέρες μου.» 


«Γράφω κι αυτό έχει σημασία»



«Μόλις τελείωσα μια καινούρια έκφραση του εαυτού μου που δεν είναι ποιητική ακριβώς. Λέγεται Διπρόσωπος Μονόλογος. Και τα δυο πρόσωπα είναι: εγώ και εγώ. Πάντως, εμένα εκείνο που με βοηθάει πάρα πολύ είναι πως δεν αισθάνομαι απόλυτα "τελειωμένη". Γράφω, κι αυτό έχει σημασία. Σημαίνει ότι ζω.» 





Μιλούμε για την τελευταία της ποιητική συλλογή, Η Ανορεξία της Ύπαρξης. 

«Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω 
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω 
κάνω πως γελάω 
δεν επιθυμώ το αδύνατο 
ούτε το δυνατό 
τα απαγορευμένα για μένα σώματα 
δε μου χορταίνουν τη ματιά. 
Τον ουρανό καμιά φορά 
κοιτάω με λαχτάρα 
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του 
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται στη γοητεία της νύχτας. 
Η μόνη μου συμμετοχή 
στο στροβίλισμα του κόσμου 
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή. 
Αλλά νιώθω και μια άλλη 
παράξενη συμμετοχή∙ 
αγωνία με πιάνει ξαφνικά 
για τον ανθρώπινο πόνο. 
Απλώνεται πάνω στη γη 
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο 
που μουσκεμένο στο αίμα 
σκεπάζει μύθους και θεούς 
αιώνια αναγεννιέται 
και με τη ζωή ταυτίζεται. 
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω 
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.» 

Τη ρωτώ αν στέρεψε κι εκείνη μου γνέφει πως, ναι. 

«Αλήθεια σας λέω, στέρεψε.» 

-Τι μισείτε; 

«Την υποκρισία, την συμφεροντολογία» 

 -Τι αγαπάτε; 

«Τη φύση, να κάνεις ό,τι σου έρχεται φυσικό, ακόμη κι αν δεν είναι πολύ… καλό. Όπως, όταν είσαι ξαφνικά χαρούμενος και τρομαγμένος. Όχι να πιέζεσαι να αναδείξεις συγκεκριμένη πλευρά του εαυτού σου γιατί συμφέρει. Κι αν είσαι τυχερός και το φυσικό σου είναι και η ικανότητά σου, να το υπηρετήσεις.» 

-Χάνεται η επαφή με τη φύση; 

«Όσο περνάν οι γενεές συμβαίνει και είναι τραγικό. Όλα γίνονται "δια μηχανημάτων". Ακόμη κι ο έρωτας, που είναι το κέντρο. Παίρνεις ένα μηχάνημα και λες: θέλω μια κοπέλα με πλούσια μαλλιά, με ωραίο χαμόγελο, να ζυγίζει τόσο …» 

Στη Λυπιού ανασαίνει η πιο όμορφη γέφυρα







Χτυπά το τηλέφωνο. Είναι μία άγνωστη φωνή. Μου λέει: «Από την Ισπανία μου τηλεφώνησε. Τη λένε Μαρία Μ. Ήθελε όταν έρθει το καλοκαίρι στην Ελλάδα να με γνωρίσει!»

Ύστερα θυμηθήκαμε τα λόγια μιας άλλης θαυμάστριας της:











«Εσωτερικότητα αναδύει ο ποιητικός κόσμος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Αισθήματα ενώνονται σε κομμάτια σάρκας. Αγγελικές μορφές φτερουγίζουν εναλλάσσοντας χρώματα και ιδιότητες. Στο γύρισμα της σελίδας ένας άλλος τόπος γεννιέται. Λυπιού το όνομά του. Το χτίσιμο τού τσιμέντου του σταδιακό. Δομείται σε κάθε λέξη, σε κάθε πρόταση. Από τις σιωπηλές πλατείες του ζωντανεύουν μελωδίες που μυρίζουν χαρά και λύπη, έρωτα και θάνατο. Στη Λυπιού ανασαίνει η πιο όμορφη γέφυρα. Ανασυντάσσει νέο τόπο σ’ ανθρώπινες ψυχές. Βαφτίζεται σε… Λυπιού Μας.»





Αυτή κι ακόμη τόσα άλλα είναι η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Ορίζουμε το επόμενο ραντεβού. Φεύγοντας από το σπίτι της νιώθω πλήρης. Πόση αλήθεια γράφουν τα μάτια αυτής της γυναίκας. Πόσο αστείρευτη που 'ναι η ψυχή της. Πόσο όμορφη που' ναι...






Επιμέλεια: AnniVar


You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook