Χρήστος Μποκόρος: «Ένα πράγμα θέλει ο άνθρωπος: να μην αποθάνει»

Απριλίου 03, 2015

Ξεχωριστός ο Χρήστος Μποκόρος. Φωτισμένος. Όπως η Τέχνη του. Ο κόσμος του. Τον συναντήσαμε.














Συνέντευξη στην Αιμιλία Πανταζή


Τα έργα του, φορτωμένα συμβολισμούς, έχουν βραβευτεί με την αποδοχή του κόσμου. Τα αφηγηματικά του κείμενα πολυάριθμα. Ο ίδιος μοιάζει να μην παύει να θέτει ερωτήματα, να «οργώνει» εαυτό, ψάχνοντας απαντήσεις σ’ ένα απλό κλαράκι, να πιαστεί για να μην χαθεί… 
Το βλέμμα του, εκεί που αρνείται στιβαρά, εκεί αφήνει ένα φέγγος, σαν τα κεράκια των έργων του που τρεμοπαίζουν στα σκοτεινά. 
Τι να ρωτήσεις τον Χρήστο Μποκόρο που να αρκεστεί στα στοιχειώδη του βίου... 


-Από ποια κοίτη ανασύρει ο άνθρωπος τα στοιχειώδη; 

«Πολύ δύσκολη κατάκτηση του ανθρώπου τα στοιχειώδη. Όπως η απλότητα. Λες απλό είναι, γιατί δεν το σκέφτηκα τόσα χρόνια;» 

-Η απλότητα, άρα, ένα από τα στοιχειώδη… 

«Ναι, η απαλλαγή από το σύνθετο, από το περιττό. Ουσιαστικά η απαλλαγή από το εφήμερο. Η αιωνιότητα είναι απλή, δεν είναι μια μεταφυσική ιδέα.» 

-Δυσκολεύουμε εμείς τα απλά;

«Ναι, γιατί θεωρούμε πως η αιωνιότητα έχει να κάνει με θεούς. Δεν έχει να κάνει με όλα αυτά. Η αιωνιότητα είναι το να εντάσσουμε τον εαυτό μας στο άπειρο. Είμαστε στο άπειρο. Απλώς πολλά χρόνια, αιώνες τελευταίους, νομίζουμε πως είμαστε κυρίαρχοι στον κόσμο. Έχουμε πολλά καλά αποτελέσματα στον πόλεμό μας εναντίον της φύσης, και νομίζουμε πως κυριαρχούμε. Δεν είναι όμως έτσι. Η φύση δεν είναι απέναντί μας. Νομίζουμε πως είναι ένα ενεργειακό απόθεμα προς εκμετάλλευση. Είμαστε ένα κομμάτι της που δεν την σκέφτεται.» 

Και «Τα στοιχειώδη»… Ζωγραφιές πάνω σε σανίδια που ταξιδεύουν: Μουσείο Μπενάκη, Πορτογαλία, Ερμούπολη της Σύρου και μόλις επέστρεψαν από το Αγρίνιο. Τι μυρουδιές κουβαλούν οι σανίδες της τέχνης σας από την αύρα της γενέτειρας; 



«Υγρασία πολλή η γενέτειρα. Ευτυχώς έχει μεγάλη αγκαλιά και τη βρήκα ζεστή ακόμα. Πάντα η γενέτειρα είναι μία. Ξέρετε, δεν με ενδιαφέρει εμένα η ζωγραφική ακριβώς. Δεν αισθάνομαι φιλότεχνος πρώτα απ΄ όλα. Ούτε βλέπω πολλή ζωγραφική, ούτε ασχολούμαι πολύ.» 

-Τότε γιατί ζωγραφίζετε; 

«Την αγαπάω τη ζωγραφική, απλώς, αυτό που με αφορά περισσότερο είναι η λειτουργική της χρησιμότητα. Μία, αλλά πολύ μεγάλη κι έχει σχέση με τον άνθρωπο απέναντι, όχι με τον καλλιτέχνη. Αν δεν μπορείς να μετέχεις στο όλον της σχέσης στο κοινό, τι νόημα θα έχει ως Τέχνη; Γιατί να σε ενδιαφέρει εσένα η δική μου έκφραση; Ποιος πιστοποιεί πως είναι σπουδαία και οφείλει να σε αφορά; Γιατί σεβόμαστε την Τέχνη; Επειδή εκφράζει τον άλλον; Και ποιος δεν εκφράζεται; Τι προσδοκούμε από αυτό; Αν η Τέχνη δεν εκφράζει την αντίληψη της κοινότητας για το υψηλό και το κύριο, νομίζω πως δεν είναι τέχνη και δεν αφορά κανέναν. Είναι μια διασκέδαση, ένα must επίσκεψης. Όλα αυτά τα ανόητα πράγματα. Λέω πως δεν είμαι φιλότεχνος, αλλά μου αρέσει στη ζωγραφική η δεξιότητα του ανθρώπου να παριστά τον κόσμο. Μου αρέσουν αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα, όσο καλύτερα τα κάνει, όσο υψηλότερα. Εκτιμώ την προσπάθεια αυτή ως ύψιστο αποτέλεσμα. Μ’ αρέσει να μετέχω στο ίχνος. Και αισθάνομαι να μετέχω σε αυτό όχι μονάχα όταν ζωγραφίζω, αλλά και όταν περιποιούμαι ένα ξύλο, όταν μαγειρεύω, όταν περπατάω στο χωράφι, τι πατάω, τον τρόπο με τον οποίο σπάω τα κλαράκια όταν κλαδεύω ένα δέντρο, τι προσδοκώ από αυτό.» 

-Εάν ανατρέχατε πίσω στην παιδική σας μνήμη, τι θα ‘ταν αυτό που θυμάστε ως Τέχνη; 

«Τη ζωή του ανθρώπου. Τέχνη είναι η ζωή μας στο μέτρο που αντιλαμβανόμαστε το υψηλό και το κύριο. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Τα παιδιά ζωγραφίζουν πολύ ωραία, αλλά… Δεν είναι θέμα ομορφιάς, ούτε γούστου η τέχνη. Θέμα μέθεξης είναι. Σε παίρνει και σε εντάσσει. Αν τα καταφέρει.» 

Μπήκε στη Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών για να μαθητεύσει στον Μόραλη, αλλά ήταν η χρονιά που πήρε σύνταξη. Τι είναι η μαθητεία; 

«Κυρίως εσωτερική κατάσταση. Όργωμα. Και αυτά που μας διδάσκουνε είναι απρόβλεπτα. Ποτέ δεν ξέρουμε τι θα μας διδάξει κάποιος.» 


-Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί… 

«Ναι, και δεν ξέρουμε ποιες στιγμές είμαστε ανοιχτοί. Περιμένουμε από κάπου να μας μιλήσει, κι είμαστε τόσο προσηλωμένοι ενώ δεν βλέπουμε τίποτα. Και έρχονται κάποιες στιγμές που δεν αναμένουμε τίποτα να μας πει, κι έρχεται αυτό που μας συγκλονίζει. Και λες, άνοιξα τα μάτια μου.» 

Θεωρεί πώς η ζωγραφική δεν διδάσκεται; Η ζωγραφική τι απαιτεί;

«Όλα αυτά είναι για κοινωνική κατανάλωση. Η ζωγραφική απαιτεί να οργώσεις την ψυχή σου. Το χάρισμα είναι δεδομένο. Όσοι το ‘χουν, το ‘χουν όπως το ‘χουν. Διδάσκονται κάποιες τεχνικές, αλλά να σας πω την αλήθεια, στις σχολές καλών τεχνών δεν διδάσκονται τεχνικές. Με το που μπαίνουν θεωρούνται όλοι καλλιτέχνες που πρέπει να εκφραστούν. Μαθαίνουν νέες τεχνολογίες… τρέχα γύρευε… Το ουσιώδες παραβλέπουμε. Το στοιχειώδες δεν είναι οι τεχνολογίες. Δεν γίνεται από τις τεχνολογίες η Τέχνη.» 



Ήταν Οκτώβρης του 1878. O ζωγράφος Νικόλαος Γύζης λαμβάνει ένα απόκομμα Αθηναϊκής εφημερίδας, που γράφει ότι: «την Τέχνη έρχεται να αντικαταστήσει η φωτογραφία», κι απαντά: «όταν θα δυνηθεί μηχανή να κάμει ποίημα, τότε και το κουτί της φωτογραφίας θα κάμνει ό,τι κάμνει η καρδιά του ανθρώπου.» Τι έχετε να πείτε; 

«Ο γέροντας γνώριζε φαίνεται καλά. Γιατί αυτός ο γέροντας έκανε ποιήματα. Γι αυτό, κι εγώ δηλώνω με όση αλαζονεία μπορώ να διαθέτω, πως δεν είμαι ζωγράφος, ποιητής είμαι. Το πιστεύω. Ποίημα είναι να φέρνεις στον κόσμο κάτι που δεν υπάρχει ακριβώς, αλλά οφείλει να κουβαλάει τον κόσμο.» 

-Από το εργαστήρι σας βλέπετε θάλασσα. Τι κοιτάτε, όσα αναπαριστούν την πραγματικότητα ή όσα την κατοικούν ποιητικά; 

«Το ζητούμενο θα ‘ταν το δεύτερο. Ποτέ δεν γίνεται όμως έτσι. Τα καλύτερα πράγματα είναι αποτέλεσμα οργώματος, όπως είπα και πριν. Αποτέλεσμα της δυσκολίας που αντιμετωπίζουμε με το σκοτάδι. Αλλιώς, τι νόημα έχει το φως εάν δεν έχει σκοτάδι γύρω; Άμα δεν παραδεχτούμε το σκοτάδι, τι στολή ζωγράφου θα φορέσουμε;» 

-Αισθάνεστε ερασιτέχνης ή επαγγελματίας ζωγράφος; 

«Επαγγελματίας προφανώς, με διπλή έννοια. Είναι γοητευτικό να είσαι εραστής της τέχνης, αλλά μου φαίνεται λίγο. Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως ο έρωτας είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή. Ο έρωτας είναι δυστυχία. Το σπουδαιότερο στη ζωή είναι το τι επαγγέλλεσαι, το τι ευαγγελίζεσαι. Αυτή είναι η εικόνα που έχει από σένα ο κόσμος. Και η επαγγελία έχει σχέση με την αιωνιότητα, ενώ ο έρωτας με το εφήμερο.» 

-Όλα οδηγούν προς την αιωνιότητα; 

«Ένα πράγμα θέλει ο άνθρωπος σε αυτή τη ζωή: να μην αποθάνει. Άρρηκτη δεμένη και η Τέχνη με τον μη θάνατο. Και τον νικάει, αλλά δεν της το ‘χουμε. Νομίζουμε ότι η αθανασία είναι το να ζήσεις αιωνίως, κι όχι το να ζεις την αιωνιότητα. Η ζωή μας δεν χρειάζεται παράταση, ανάταση χρειάζεται. Απλό δεν είναι; Δυσκολεύομαι να το κάνω, και κυρίως στην πνευματική ζωή. Έχω νομίζω το χάρισμα να το δείχνω στη ζωγραφική.» 

-Αρετή, Θαύμα, Χάρη. Υπάρχει γέφυρα που τα ενώνει; 

«Αρχαίες ιστορίες. Η καταγωγή του δυτικού πολιτισμού, στο μέτρο που είναι αρχαιοελληνική, βασίζεται στην αρετή, δηλαδή στην επιλογή του Ηρακλή. Ένα στενό δρομάκι, χάλι μαύρο. Εκεί στηρίζονται όλα. Είναι θέμα επιλογής. Το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Η ειλικρίνεια της επιλογής θα φανεί στην πράξη της καθημερινότητάς σου, και είναι πασιφανής, κανείς δεν πρόκειται να εξαπατηθεί.»


-Στη ζωγραφική ξέρουμε τι είναι σημαντικό; 

«Δεν υπάρχουν άνθρωποι που δεν το γνωρίζουν. Είτε το επικρίνουμε, το επικροτούμε, το κρύβουμε, το εχθρευόμαστε, ξέρουμε τι είναι το υψηλό. Δεν μας φοβάται αυτό, εμείς φοβόμαστε το ύψος. Γιατί φοβόμαστε πως θα τσακιστούμε στο καθημερινό μας σκοτάδι. Δεν τσακιζόμαστε στο σκοτάδι για να πεθάνουμε, αλλά για να δούμε φως. Ωραία τα λέμε… αλλά δυσκολεύομαι στο σκοτάδι της ζωής.» 

-Η σχέση με τη θρησκεία δυσκολεύει; 

«Δυσκολεύομαι με τους τύπους. Δεν έχω απαντήσεις, δεν είμαι χριστιανός. Δυστυχώς θα ‘θελα και ‘γω να βρω ένα απάγγιο, να πιστέψω. Εν απιστία τελώ.» 

Πώς να επαναπαυτεί σε μια ροή δεδομένη; Αναζητά, και ελπίζει να βρίσκει… «κανά κλαράκι μες στη ροή του πράγματος να σωθεί.» Μάζεψε από πατώματα ορεινών γεφυριών της Ευρυτανίας παλιές ξύλινες σανίδες και έσυρε πάνω τους τη δική του πινελιά... 

«Το ξύλο το παλιό κάτι κρατάει από τη χρήση, απ’ τη ζωή. Απάνω του έχω βάλλει το μπαμπά μου, τη μαμά μου, τους παππούδες μου, τις γιαγιάδες μου, τους φίλους μου, τον Σωκράτη... Προσπαθώ να φορτώσω εκεί ότι μπορώ από τον εαυτό μου. Να ξαναδώ εκεί. Τι να δω ακριβώς; Ένα φως. Και πάω να κρατηθώ, για να μην κοιτώ τα σκοτάδια. Για να μην με φάει το σκοτάδι μόνο του δηλαδή, αλλιώς χάθηκα. Κι αυτό φαίνεται παρήγορο και σε άλλους.» 

Μουσικά όργανα διάσπαρτα στο χώρο του εργαστηρίου του. «Παίζουν τα παιδιά.» Δυο αγόρια επτά και δέκα ετών. Οι ζωγραφιές τους κορνιζαρισμένες στον τοίχο του εργαστηρίου. Ένα πατίνι αφημένο πρόχειρο στο πάτωμα. 

-Παραμύθια τους λέτε; 

«Ναι» 

-Κι ύστερα, σαν κλείσετε τα μάτια λίγο πριν κοιμηθείτε, Φως ή σκοτάδι διακρίνετε; 

«Δεν υπάρχει φως χωρίς σκοτάδι.» 

-Σε ποια πρόκληση ελπίζουμε; 

«Στο να ξεπερνούμε καθημερινά τα ζόρια. Στην πρόκληση, άντε να σηκώσουμε το ανάστημά μας. Αυτό είναι η ανάσταση. Να βλέπουμε το πρόσωπό μας καθαρό κάθε μέρα. Μες στη λάσπη και μες στη δυσκολία. Πώς αλλιώς; Να ζητάς τα δικαιώματά σου; Πού, τι δικαιούσαι, χωρίς να σκύψεις και να παλέψεις;»

-Η Τέχνη είναι δικαίωμα; 

«Κατάκτηση είναι, και θέλει κόπο και θυσία. Το αποτέλεσμα της άσκησης πολλών υποχρεώσεων, είναι δικαίωμα. Κι αυτή η διαδικασία δεν σταματά. Ούτε καν για να απολαύσεις το δικαίωμα.» 

-Τι άλλο ψάχνει; 

«Μια κουβέντα, μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά θέλουμε όλοι. Όποιος μας τη δώσει, ό,τι μας τη δώσει.»



Μιλήσαμε και για το φυτό κοντοτσίπα, ή αλλιώς capsella bursa-pastoris ή shepherd's purse.
Τα στοιχειώδη; 

«Η πρώτη μυρουδιά στα χωράφια που προμήνυε τον ερχομό της άνοιξης, ήταν η μοσχοβολιά της κοντοτσίπας!»
Χρήστος Μποκόρος 







Η έκθεση «Τα στοιχειώδη» του Χρήστου Μποκόρου θα φιλοξενηθεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τα εγκαίνια ορίστηκαν για το Σάββατο, 4 Απριλίου στις 19.00. Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 31 Σεπτεμβρίου.

Περισσότερες πληροφορίες για όλα στη διεύθυνση: www.bokoros.com

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook