Φρεντερίκ Μπουασονά, φωτογράφιζε την Ελλάδα για 30 χρόνια.

Μαρτίου 11, 2015

Ο Γαλλοελβετός Φρεντερίκ Μπουασονά (Fred Boissonnas) 18 Ιουνίου 1858 - 17 Οκτωβρίου 1946) ξεχώρισε για την φωτογραφική τεχνική του αλλά και την εκτεταμένη φωτογράφιση του ελληνικού χώρου επί τριάντα περίπου έτη.









Γράφει η Αιμιλία Πανταζή




Το έργο του, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στην Ελλάδα θεωρείται «πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20o αιώνα»


Πολυδιάστατο το ταλέντο του,  κινούνταν παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Ασχολήθηκε με τα σπορ (αλμπινισμός), τη μουσική και τις καλές τέχνες. Πηγή έμπνευσης και επιρροής, ο δάσκαλός του Ούγγρο Κόλερ, ο οποίος τον βοήθησε να ανακαλύψει τη δική του φωτογραφική τεχνική, η οποία σε συνδυασμό με το πειραματισμό νέων υλικών του επέφερε πολλές διεθνείς διακρίσεις, μεταξύ άλλων το πρώτο βραβείο της παγκόσμιας έκθεσης του Παρισιού.

Γεννήθηκε θα λέγαμε μέσα στα φιλμ, αφού ο πατέρας του υπήρξε φωτογράφος. Το οικογενειακό εργαστήριο διαχειρίστηκε μαζί με τον χημικό αδελφό του Εντμόν-Βικτόρ. Η ορθοχρωματική πλάκα, δική τους επινόηση έδινε βελτιωμένο φωτογραφικό αποτέλεσμα. Φωτογραφίζοντας το Mont-Blanc, με τηλεφακό κατασκευασμένο στην Αγγλία, κατόρθωσε να διακρίνει το μπλε του ουρανού από το λευκό του χιονιού στη φωτογράφισή του, διαμορφώνοντας μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου.




Την περίoδο 1900 - 1930 επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα αποτυπώνοντας με την φωτογραφική του μηχανή όψεις της ελληνικής κοινωνίας.






Στις 2 Αυγούστου 1913 μαζί με το Ντανιέλ Μπο-Μποβί, ποιητή και πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης και με οδηγό τον κυνηγό αγριοκάτσικων από το Λιτόχωρο Χρήστο Κάκαλο, πάτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, τον Μύτικα.

Η προσπάθεια είχε ξεκινήσει ήδη λίγες μέρες πριν ακολουθώντας την κλασική διαδρομή προς το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Στις 30 Ιουλίου φθάνουν στον προορισμό τους και αντικρίζουν τον Μύτικα, αλλά αποφασίζουν να επιστρέψουν στη βάση τους, επειδή νυχτώνει. Στο δρόμο της επιστροφής, το μετανοιώνουν και επιχειρούν εκ νέου το μεγάλο κατόρθωμα. Περνούν τη νύχτα μέσα σε θύελλα και την 1η Αυγούστου φτάνουν σε μια καλύβα στον Μαυρόλογγο, όπου διανυκτερεύουν. Χαράματα της 2ας Αυγούστου ξεκινούν μέσα στο ομιχλώδες τοπίο που τους περιβάλλει και φτάνουν στις 9 το πρωί σε μία κορυφή, την οποία θεωρούν την πιο ψηλή. Τη βαπτίζουν «Κορυφή της Νίκης», προς τιμή της Μάχης του Σαρανταπόρου  και σε μια πρόχειρη κατασκευή τοποθετούν τις κάρτες τους και την ελβετική σημαία.





Ενώ η ομίχλη διαλύεται, ανακαλύπτουν ότι η πραγματική κορυφή βρίσκεται ακόμη πιο ψηλά. Η επιμονή του Χρήστου Κάκαλου, ο οποίος αναρριχάται ξυπόλητος, οδηγεί τους ορειβάτες στις 10:25 το πρωί στην ψηλότερη κορυφή, τον Μύτικα.


Ο φιλέλληνας Μπουασονά επισκέφθηκε πολλές ελληνικές περιοχές, μεταξύ των οποίων την Πελοπόννησο, την Ανδρίτσαινα, την Αθήνα, την Ιθάκη, την Κρήτη, ενώ το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 1930 στο Άγιο Όρος.
Σημαντικός συνοδοιπόρος σε πολλά ταξίδια του στην Ελλάδα υπήρξε ο ελληνιστής Βικτόρ Μπεράρ. Το αρχείο του με τις ελληνικού περιεχομένου φωτογραφίες του φυλάσσεται στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης.



You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook