Έριχ Φρομ, Η ψυχολογία του φασισμού.

Μαρτίου 11, 2015


«Ο ναζισμός είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα» έχει γράψει ο διάσημος Αμερικανός ψυχαναλυτής και κοινωνικός φιλόσοφος με γερμανική καταγωγή, Έριχ Φρομ.


Γεννημένος στην Φρανκφούρτη  το 1900 άφησε την τελευταία του πνοή στο Μπουράλτο της Ελβετίας το 1980. Άρχισε να ασκεί ψυχανάλυση ως μαθητής του Φρόιντ, αλλά σύντομα διαφώνησε μαζί του απορρίπτοντας τον βιολογικό προσανατολισμό του Φρόιντ και στράφηκε για την κατανόηση του ανθρώπινου ψυχισμό του στην ιστορία. Εγκαταλείπει την ναζιστική Γερμανία το 1933 για τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας ήδη μεγάλη φήμη.

Ακολουθούν αποσπάσματα από το κείμενό του: «Η ψυχολογία του ναζισμού» από το βιβλίο του: «Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία», εκδόσεων Μπουκουμάνη.

Ακόμη μια αφορμή για προβληματισμό περί του ποιοι... επέλεξαν ποιους...


[…] Εξετάζοντας την ψυχολογία του ναζισμού πρέπει πρώτα να θεωρήσουμε σαν εισαγωγή το θέμα της δυνατότητας εφαρμογής των ψυχολογικών παραγόντων στην κατανόηση του ναζισμού. Κατά την επιστήμη και ακόμη περισσότερο κατά την εκλαϊκευτική εξέταση του ναζισμού προβάλλονται συνήθως δύο αντίθετες απόψεις: σύμφωνα με την πρώτη, η ψυχολογία δεν είναι ικανή να εξηγήσει ένα οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο όπως ο φασισμός και σύμφωνα με τη δεύτερη, ο φασισμός αποτελεί σήμερα πέρα για πέρα ψυχολογικό πρόβλημα.




Η πρώτη άποψη θεωρεί το ναζισμό είτε σαν αποτέλεσμα ενός αποκλειστικά οικονομικού δυναμισμού –των επεκτατικών τάσεων του γερμανικού ιμπεριαλισμού- είτε σαν ουσιαστικά πολιτικό φαινόμενο –της κατάκτησης του κρατικού μηχανισμού από ένα πολιτικό κόμμα υποστηριζόμενο από τους βιομηχάνους και τους Γιούνγκερς. Με δύο λόγια, η νίκη του ναζισμού θεωρείται σαν αποτέλεσμα της εξαπάτησης και του εκβιασμού της πλειοψηφίας του πληθυσμού από μια μειοψηφία.




Η δεύτερη άποψη, εξάλλου, υποστηρίζει πως ο ναζισμός μπορεί να εξηγηθεί μόνο με βάση την ψυχολογία ή μάλλον με βάση την ψυχοπαθολογία. Θεωρούν το Χίτλερ σαν τρελό ή σα «νευρωτικό» και τους οπαδούς του επίσης τρελούς και πνευματικά ανισόρροπους. Σύμφωνα με την εξήγηση αυτή, όπως την παρουσιάζει ο Λ.Μάμφορντ, οι αληθινές πηγές του φασισμού πρέπιε να αναζητηθούν «στην ανθρώπινη ψυχή και όχι στην οικονομία». Και συνεχίζει: «Στην ακαταμάχητη έπαρση, την ευχαρίστηση της ωμότητας, τη νευρωτική αποσύνθεση – σε όλα αυτά βρίσκεται η εξήγηση του φασισμού και όχι στη συνθήκη των Βερσαλλιών ή την ανικανότητα της γερμανικής δημοκρατίας.»




Κατά τη γνώμη μας, καμία απ΄αυτές τις εξηγήσεις που τονίζουν τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες και αποκλείουν τους ψυχολογικούς –ή αντίστροφα- είναι ορθή. Ο ναζισμός είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά οι ψυχολογικοί παράγοντες αυτοί καθαυτοί θα πρέπει να θεωρείται πως διαμορφώθηκαν από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Ο ναζισμός είναι οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, αλλά η εξάπλωσή του σ΄έναν ολόκληρο λαό θα πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω σε ψυχολογική βάση. Αυτό που μας ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό είναι η ψυχολογική αυτή άποψη του ναζισμού, η ανθρώπινη βάση του. Το θέμα αυτό προβάλλει δύο προβλήματα: τη διαμόρφωση χαρακτήρα των ανθρώπων εκείνων προς τους οποίους απευθυνόταν και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας που τον κατέστησε ένα τόσο αποτελεσματικό όργανο σχετικά με τους ίδιους αυτούς ανθρώπους.




Θεωρώντας την ψυχολογική βάση της επιτυχίας του ναζισμού, θα πρέπει να κάνουμε, πριν  ακόμη ξεκινήσουμε, τον εξής διαφορισμό: ένα μέρος του πληθυσμού υποτάχθηκε στο ναζιστικό καθεστώς χωρίς μεγάλη αντίσταση, αλλά και χωρίς να γίνουν οι άνθρωποι αυτοί θαυμαστές της ναζιστικής ιδεολογίας και πολιτικής πρακτικής. Ένα άλλο μέρος ένοιωσε να έλκεται ισχυρά από τη νέα ιδεολογία και αφοσιώθηκε με φανατισμό στους κήρυκές της. Την πρώτη ομάδα αποτελούσε κατά κύριο λόγο η εργατική τάξη και η φιλελεύθερη και καθολική αστική τάξη. 




Παρά την εξαίρετη οργάνωση, ιδιαίτερα της εργατικής τάξης, οι ομάδες αυτές, μολονότι τηρούσαν συνέχεια εχθρική στάση απέναντι στο ναζισμό από την εμφάνισή του μέχρι το 1933, δεν πρόβαλαν την εσωτερική αντίσταση που θα ανέμενε κανείς σαν αποτέλεσμα των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Η θέλησή τους να αντισταθούν κατέρρευσε γρήγορα και από τότε πολύ λίγο ενόχλησαν το καθεστώς (εκτός φυσικά μιας μικρής μειοψηφίας, που αγωνίστηκε ηρωικά κατά του ναζισμού ολ΄ αυτά τα χρόνια).




Ψυχολογικά, αυτή η προθυμία υποταγής στο ναζιστικό καθεστώς φαίνεται πως οφειλόταν κατά κύριο λόγο σε μια κατάσταση εσωτερικής κόπωσης και μοιρολατρίας, η οποία, όπως θα δείξουμε στο επόμενο κεφάλαιο, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας, ακόμη και στις δημοκρατικές χώρες. Στη Γερμανία υπήρχε μια ακόμη συνθήκη που αφορούσε την εργατική τάξη αυτής της χώρας: η ήττα που είχε υποστεί μετά τις πρώτες νίκες της επανάστασης του 1918. Η εργατική τάξη είχε εισέλθει στη μεταπολεμική περίοδο με πολλές ελπίδες πραγματοποίησης του σοσιαλισμού ή τουλάχιστο θετικής ανόδου της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής της θέσης. Όμως, ανεξάρτητα από τις αιτίες, δοκίμασε μια σειρά από συνεχείς ήττες, οι οποίες διέψευσαν όλες τις ελπίδες της.Στις αρχές του 1930 τα οφέλη των πρώτων επιτυχιών είχαν εκμηδενιστεί σχεδόν ολότελα, με αποτέλεσμα ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης, δυσπιστίας προς την ηγεσία της, αμφιβολίας σχετικά με την αξία κάθε μορφής πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δραστηριότητας.




Οι εργάτες και εργαζόμενοι της Γερμανίας εξακολούθησαν να είναι μέλη των διάφορων κομμάτων τους και συνέχισαν να πιστεύουν στις πολιτικές θεωρίες τους. Όμως βαθιά μέσα τους πολλοί απ΄αυτούς είχαν πάψει να πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής δράσης.




[… …] Αντίθετα από την αρνητική ή παθητική στάση της εργατικής τάξης και της φιλελεύθερης και καθολικής αστικής τάξης, η ναζιστική ιδεολογία έγινε με φλογερό ενθουσιασμό δεκτή από τα κατώτερα στρώματα της μεσαίας αστικής τάξης, που τα αποτελούσαν μικροεπαγγελματίες, βιοτέχνες και υπάλληλοι.




Τα μέλη της παλιάς γενιάς της τάξης αυτής αποτέλεσαν την πιο παθητική μαζική βάση. Οι γιοί τους και οι κόρες τους έγιναν πιο δραστήριοι μαχητές. Σ΄αυτούς η ναζιστική ιδεολογία – το πνεύμα τυφλής υπακοής σε έναν ηγέτη και το μίσος κατά των φυλετικών και πολιτικών μειονοτήτων, η δίψα για κατακτήσεις και κυριαρχία, ο εκθειασμός του γερμανικού λαού και της «βόρειας φυλής» – βρήκε τρομαχτική απήχηση στο συναισθηματικό τους κόσμο και ήταν ακριβώς η απήχηση αυτή που τους μετέτρεψε σε φλογερούς οπαδούς και μαχητές της ναζιστικής υπόθεσης. 




Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η ναζιστική ιδεολογία βρήκε τέτοια απήχηση στην κατώτερη μεσαία τάξη πρέπει να αναζητηθεί στον κοινωνικό χαρακτήρα της κατώτερης μεσαίας τάξης. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της τάξης αυτής διαφέρει σημαντικά από τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης, των ανώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης και της προ του πολέμου τού 1914 αριστοκρατίας. Ορισμένα γνωρίσματα χαρακτήριζαν το τμήμα αυτό της μεσαίας τάξης σ΄όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Η αγάπη της για τον ισχυρό, το μίσος της προς τον αδύνατο, η μικρότητα, η εχθρότητα και η τσιγγουνιά της ως προς τα αισθήματα, αλλά και ως προς το χρήμα και ουσιαστικά ο ασκητισμός της. Η προοπτική των μελών τής μεσαίας τάξης για τη ζωή ήταν περιορισμένη, υποπτεύονταν και μισούσαν τον ξένο, ήταν περίεργοι και ζηλόφθονοι απέναντι στις γνωριμίες τους, προβάλλοντας το φθόνο τους σαν ηθική αγανάκτηση. Ολόκληρη η ζωή τους στηριζόταν στην αρχή της στέρησης – οικονομικής και ψυχολογικής.




[… …] Η λειτουργία της ολοκληρωτικής ιδεολογίας και η πρακτική της μπορεί να συγκριθεί με τη λειτουργία των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα αυτού του είδους πηγάζουν από ανυπόφορες ψυχολογικές συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν μια λύση που κάνει τη ζωή υποφερτή. Αλλά δεν αποτελούν λύση που οδηγεί στην ευτυχία ή στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αφήνουν αμετάβλητες τις συνθήκες που οδηγούν στη νευρωτική λύση. Ο δυναμισμός της φύσης του ανθρώπου είναι σπουδαίος παράγοντας, που τείνει στην αναζήτηση περισσότερο ικανοποιητικών λύσεων αν έχει τη δυνατότητα να τις πετύχει. 

Η μοναξιά και η αδυναμία τού ατόμου, η επιδίωξη πραγματοποίησης των δυνατοτήτων που αναπτύχθηκαν μέσα του, το αντικειμενικό γεγονός της αυξανόμενης παραγωγικής ικανότητας της σύγχρονης βιομηχανίας είναι δυναμικοί παράγοντες, που αποτελούν τη βάση για μια ολοένα και μεγαλύτερη εξασφάλιση ελευθερίας και ευτυχίας. 
Η φυγή στη συμβιωτική κατάσταση μπορεί ν΄ ανακουφίσει τα βάσανα για λίγο, αλλά δεν τα εξαλείφει. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της ολοένα μεγαλύτερης εξατομίκευσης, αλλά είναι επίσης η ιστορία της ολοένα μεγαλύτερης ελευθερίας.


Η επιδίωξη της ελευθερίας δεν είναι μεταφυσική δύναμη και δεν μπορεί να εκφραστεί σε φυσικό νόμο. Είναι η αναγκαιότητα που απορρέει από το προτσές της εξατομίκευσης και της ανόδου του πολιτισμού. Τα ολοκληρωτικά συστήματα δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις βασικές συνθήκες που οδηγούν στην αναζήτηση της ελευθερίας. Ούτε μπορούν να εξαλείψουν την αναζήτηση της ελευθερίας που πηγάζει απ΄αυτές τις συνθήκες.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook