Μια ιστορία για τον πόλεμο του οπίου

Φεβρουαρίου 03, 2015

Όταν ο μεγαλύτερος έμπορος ναρκωτικών του 19ου αιώνα, η Βρετανική Αυτοκρατορία, άνοιξε την κλειστή για τους Δυτικούς αγορά της Κίνας σαν τα φύλλα ενός λουλουδιού.


Γράφει η Κάτια Κατιμερτζή


Οι ιδιότητες του οπίου, του αποξηραμένου γαλακτώδους χυμού συγκεκριμένης ποικιλίας παπαρούνας, ως παυσίπονο, καταπραϋντικό και αντιδιαρροικό φάρμακο ήταν γνωστές στην Κίνα από τον 7ο μ.Χ. αιώνα.

Η εμφάνιση των Πορτογάλων στην Κίνα τον 16ο αιώνα σηματοδότησε την έναρξη της χρήσης του οπίου για ψυχαγωγικούς λόγους.

Οι εθιστικές παρενέργειες αυτού του είδους ψυχαγωγίας, αν και δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη στην κινεζική κοινωνία, προκάλεσαν την πρώτη απαγόρευση της εισαγωγής και διακίνησης οπίου με αυτοκρατορικό διάταγμα το 1729. Νέα αυτοκρατορικά διατάγματα ακολούθησαν το 1796 και το 1800.

Η Κινεζική Αυτοκρατορία υπό τη δυναστεία των Τσινγκ είχε γνωρίσει τόσο πολιτιστική άνθιση όσο και εδαφική επέκταση. Παράλληλα, απομονώθηκε για να αποφύγει την επιρροή του δυτικού πολιτισμού και τη διάβρωση αρχών και παραδόσεών. Όσον αφορά στο εμπόριο, δραστηριότητα που σύμφωνα με τον Κομφουκιανισμό εξυπηρετούσε ταπεινά κίνητρα, οι Τσινγκ είχαν θεσπίσει ένα αυστηρό σύστημα ρυθμιστικών κανόνωνΟι Δυτικοί δεν ήταν ελεύθεροι να διεξάγουν τις εμπορικές τους συναλλαγές παρά μόνον στο λιμάνι της Καντόνας στην Ν. Κίνα.

Η μόνιμη διαμονή στην Κίνα απαγορευόταν και οι εμπορικές συναλλαγές επιτρέπονταν μόνο σε εξουσιοδοτημένους, δυτικούς εμπόρους, που συναλλάσσονταν με τη συντεχνία των Κινέζων εμπόρων υπό τη στενή επίβλεψη κρατικών αξιωματούχων. Οι πληρωμές γίνονταν μόνο σε ασήμι.
Ενώ, όμως, είχαν ελάχιστα αγαθά να εισάγουν από τους ξένους, οι Κινέζοι διέθεταν περιζήτητα προϊόντα προς εξαγωγήΉταν οι κυριότεροι προμηθευτές φίνας πορσελάνης, μεταξιού και τσαγιού του δυτικού κόσμου. Τα αγαθά αυτά είχαν προσελκύσει την μεγαλύτερη ιμπεριαλιστική δύναμη της εποχής, τους Βρετανούς, που είχαν επανειλημμένα επιχειρήσει διπλωματικά τη σύναψη επίσημων εμπορικών σχέσεων και την ελεύθερη διεξαγωγή του εμπορίου για να εισπράξουν την ευγενική απαξίωση του Κινέζου Αυτοκράτορα.

Η συνέχιση των εμπορικών συναλλαγών με τους ισχύοντες όρους έγινε ασύμφορη για τη Βρετανία κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, καθώς δημιούργησε αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο ανάμεσα στις δύο χώρες.


Η Κίνα δεχόταν μόνο ασήμι για τα περιζήτητα προϊόντα της, ενώ τα βρετανικά προϊόντα που επιχειρήθηκε να διοχετευθούν στην κινεζική αγορά έγιναν αντικείμενα χλευασμού, λόγω της κατώτερης ποιότητάς τους.

Η Κινεζική Αυτοκρατορία στο σημείο εκείνο ήταν ακόμη αυτάρκης. Αυτή ακριβώς την αυτάρκεια ήταν που έπρεπε να υπονομεύσει η Βρετανική Αυτοκρατορία, που δεν ορρώδησε προ ουδενός προκειμένου να ισοσκελίσει το εμπορικό της ισοζύγιο, να σταματήσει τις εκροές ασημιού αλλά ,κυρίως, να ανοίξει την κινεζική αγορά. Έχοντας επιτύχει τη φθηνή παραγωγή της καθαρής μορφής οπίου στις φυτείες και τα εργοστάσια της διαβόητης Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (εκτεταμένου βραχίονα της στην Ανατολή) στη Βεγγάλη της Ινδίας, εξύφανε ένα σχέδιο συστηματικής εισαγωγής και διάθεσης του ναρκωτικού στην Κίνα, μέσω ενός καλά στημένου δικτύου λαθρεμπορίου, επενδύοντας στην ανθρώπινη εξαθλίωσηΣτόχος, να μεγιστοποιηθεί η εξάρτηση του πληθυσμού σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Κινέζοι να δέχονται ευχαρίστως να ανταλλάσσουν το τσάι της βικτωριανής κοινωνίας με το αφιόνι.

Το όπιο μεταφερόταν μαζί με άλλα νόμιμα φορτία με τα μεγάλα, εμπορικά βρετανικά πλοία στο νησί Λιντίν, στα ανοιχτά του κόλπου της Καντόνας, όπου γίνονταν η επαναφόρτωση στα εκατοντάδες μικρότερα πλοιάρια των ντόπιων λαθρεμπόρων, που αναλάμβαναν να τα εισάγουν στην Καντόνα και να τα διακινήσουν στο εσωτερικό της χώρας αναπλέοντας τους ποταμούς.

Τα βρετανικά εμπορικά εισέρχονταν κατόπιν στην Καντόνα “καθαρά” για τη νόμιμη εμπορική τους δραστηριότητα. Ως τη δεκαετία του 1830 η ετήσια εισαγωγή οπίου στην Κίνα είχε ανέλθει στα 40.000 κιβώτια. Η χρήση του είχε απλωθεί από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα μέχρι και τον τελευταίο Κινέζο χωρικό. Καμιά πτυχή της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής της χώρας δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Ο κοινωνικός ιστός γονάτισε.

Στην αυτοκρατορική αυλή, βυθισμένη και αυτή στον εθισμό, επικρατούσε διχογνωμία σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης. Παρόλο που πολλοί από τους συμβούλους του τον παρότρυναν να νομιμοποιήσει και να φορολογήσει την εισαγωγή οπίου, ο Αυτοκράτορας αποφάσισε να υιοθετήσει την σκληρή γραμμή που εισηγούνταν ο σημαίνων αξιωματούχος Λιν Τσε – Χσου, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα αυτοκρατορικού επιτρόπου το Μάρτη του 1839, επιφορτισμένος με την εντολή για άμεση πάταξη του λαθρεμπορίου του θανάτου. Ο επίτροπος προέβη σε άμεση σύλληψη χιλιάδων Κινέζων λαθρεμπόρων, που συνεργάζονταν με τους Άγγλους , και κλείσιμο των παράνομων μαγαζιών, όπου γινόταν μαζική χρήσηΠαράλληλα απαίτησε και τελικά πέτυχε την παράδοση του ενάμιση τόνου οπίου, που οι Βρετανοί είχαν αποθηκευμένο, το οποίο και κατέστρεψε τελετουργικά.

Η παροδική νίκη του αδιάφθορου αυτού ανθρώπου δεν κατόρθωσε να σιγάσει τις φωνές που μέσα στο βρετανικό Κοινοβούλιο καλούσαν για πόλεμο εναντίον μιας «κωλυσιεργούς αυτοκρατορίας, που αρνείται να αναγνωρίσει τις ευλογίες του ελεύθερου εμπορίου».


Η βρετανική κυβέρνηση προχώρησε σε κήρυξη πολέμου στέλνοντας στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Η αναμέτρηση αποδείχτηκε άνιση. Η Κίνα ήταν ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, που μάχονταν με ξίφη και δόρατα απέναντι στις βρετανικές κανονιοφόρους. Δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις τεχνολογικά ανώτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Γηραιάς Αλβιόνος. Πολλές παράκτιες πόλεις βομβαρδίστηκαν ανηλεώς , ενώ οι χερσαίες δυνάμεις προελαύνοντας κατέλαβαν στρατηγικά σημεία, όπως το Χονγκ Κονγκ, το Αμόι, τη Σαγκάη και την παλιά πρωτεύουσα Νανκίνγκ.
Η ολοσχερής επικράτηση των Βρετανών ήταν ολοφάνερη στην καταμέτρηση των απωλειών. Μόλις 69 Άγγλοι έχασαν τη ζωή τους έναντι 20.000 Κινέζων.

Η Κίνα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει το 1842 στη Νανκίνγκ, υπογράφοντας την πρώτη από μια σειρά ετεροβαρών συνθηκών, που επέτρεπαν στους ξένους να πατήσουν το πόδι τους στη χώρα. Υποχρεώθηκε να ανοίξει πέντε από τα σημαντικά λιμάνια της στους δυτικούς εμπόρους, μειώνοντας τους δασμούς των εισαγόμενων προϊόντων στο 5%.Καταβλήθηκαν δυσβάσταχτες πολεμικές αποζημιώσεις και καθιερώθηκε ένα καθεστώς ετεροδικίας για τους ξένους υπηκόους.


Ο πιο επαχθής όρος της συνθήκης, όμως, ήταν η παραχώρηση του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία, εκχώρηση που διήρκεσε 155 χρόνια!

Η βασίλισσα Βικτωρία ήταν πασίχαρη που ο βασιλικός σύζυγος Αλβέρτος διασκέδασε τρομερά με την απόκτηση του Χονγκ Κονγκ. Η Βρετανική Αυτοκρατορία θεμελίωσε με αυτό τον τρόπο την παρουσία της στην Ανατολή, μεθοδεύοντας την κατάλυση της Ουράνιας Αυτοκρατορίας, που άρχισε να εκχωρεί κυριαρχικά της δικαιώματα. Αλλά και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις πίεζαν για ένα μερίδιο από την πίτα. Η εσωτερική δυσαρέσκεια για την ατυχή έκβαση του πολέμου ήταν μεγάλη και οι Κινέζοι ήταν απρόθυμοι να εφαρμόσουν τους όρους της συνθήκης.

Τον Οκτώβρη του 1856 οι κινεζικές αρχές συνέλαβαν το πλήρωμα του πειρατικού πλοίου «Arrow», κινεζικής ιδιοκτησίας που έπλεε υπό βρετανική σημαία. Οι Βρετανοί, που επιθυμούσαν την πλήρη επικράτησή τους, κήρυξαν τον πόλεμο με την πρόφαση ότι οι τελωνιακοί είχαν σκίσει την αγγλική σημαία, συνεπικουρούμενοι από τους Γάλλους, που επικαλέστηκαν τη δολοφονία ενός Γάλλου ιεραποστόλου και αναγορεύτηκαν σε προστάτες των Καθολικών της Κίνας(!).

Η στρατιωτική επικράτηση των Δυτικών ήταν για μια ακόμη φορά ολοκληρωτική. Οι Κινέζοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν στο Τιεντσίν το 1858. Συμφώνησαν να ανοίξουν άλλα πέντε λιμάνια στους ξένους, να νομιμοποιήσουν οριστικά την εισαγωγή οπίου, να επιτρέψουν την ελεύθερη διαμονή και διακίνηση των δυτικών εμπόρων και ιεραποστόλων και την εγκατάσταση ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών στο Πεκίνο. Η συμμόρφωση με τους όρους των Δυτικών ήταν όμως δύσκολη και οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν. Οι δύο σύμμαχοι εξαπέλυσαν συντονισμένη επίθεση προελαύνοντας ως τις πύλες του Πεκίνου. 


Διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων που εισέβαλαν στο Πεκίνο ήταν ο Τζέιμς Μπρους, λόρδος Έλγινγιος του κλέφτη των γλυπτών του Παρθενώνα. Αφού έδωσε τη διαταγή για πολλές λεηλασίες, προσφιλής οικογενειακή τακτική, πυρπόλησε τα Θερινά Ανάκτορα, ένα σύμπλεγμα παλατιών και κήπων, τα οποία ήταν ουσιαστικά η κύρια κατοικία του Κινέζου Αυτοκράτορα, γεμάτα από αμύθητους θησαυρούς.




Ο Αυτοκράτορας αναγκάστηκε να υπογράψει τον Οκτώβρη του 1860 τη σύμβαση του Πεκίνου, που επικύρωνε την συνθήκη του Τιεντσίν αναλαμβάνοντας νέες δυσβάσταχτες πολεμικές αποζημιώσεις προς τους δύο θριαμβευτές. 






Από τις ελάχιστες φωνές που εξεγέρθηκαν τότε για τα εγκλήματα των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων επί των «απολίτιστων» Κινέζων ήταν και αυτή του Γάλλου συγγραφέα Βίκτωρος Ουγκώ, που έγραφε για «δύο ληστές»: «Μια μέρα, δύο ληστές εισέβαλαν στα Θερινά Ανάκτορα. Ο ένας λεηλάτησε, ο άλλος έκαψε (…) Η δήωση των Θερινών Ανακτόρων επετεύχθη με τους δύο νικητές, δρώντες από κοινού. Ανακατεμένο σε όλο αυτό, είναι το όνομα του Έλγιν, που αναπόφευκτα φέρνει στη μνήμη μας τον Παρθενώνα. Αυτό που έγινε στον Παρθενώνα, έγινε στα Θερινά Ανάκτορα, πιο ολοκληρωτικά και καλύτερα, έτσι ώστε, τίποτε από εκείνα να μην απομείνει. Όλοι οι θησαυροί των καθεδρικών μας μαζί, δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν αυτό το ανυπέρβλητο και έξοχο μουσείο της Ανατολής. Περιείχε, όχι μονάχα αριστουργήματα τέχνης, αλλά και πλήθος χρυσαφικών. Τι υπέροχο ανδραγάθημα, τι αναπάντεχο κελεπούρι! Ο ένας απ’ τους δυο θριαμβευτές γέμισε τις τσέπες του – όταν ο άλλος το είδε, γέμισε τις κασέλες του. Και μαζί επέστρεψαν στην Ευρώπη, χέρι με χέρι, διασκεδάζοντας. Έτσι έχει η ιστορία των δύο ληστών….Αυτό είναι ό,τι ο πολιτισμός έπραξε στους βαρβάρους.»

Η πρακτική του εθισμού και της εξαχρείωσης ενός ολόκληρου λαού στο βωμό του ιμπεριαλισμού και οι δύο επαίσχυντοι πόλεμοι με τους οποίους μια αυτοκρατορία εξαναγκάστηκε να γονατίσει, λίγο απασχολούν και σήμερα την ευρωπαϊκή συνείδηση...

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook