Ε.Κριαράς: «Αυτοκαταδιωκόμεθα άπαντες.»

Αυγούστου 24, 2014

Ένιωθε ευτυχισμένος ο κορυφαίος δημοτικιστής, Εμμανουήλ Κριαράς;




«Το 1948 ήμουν συνυποψήφιος με το Λίνο Πολίτη για την έδρα Νέας Ελληνικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εγώ παραμερίζομαι, εκείνος εκλέγεται. Ήταν γιος του Νικολάου Πολίτη και, επιπλέον, τον έκρινε ένας σημαντικός επιστήμονας, ο Κυριακίδης, μαθητής και κουμπάρος του Νικολάου Πολίτη! Δεν ήταν κακός μελετητής, είχε όμως τότε ο Πολίτης λιγότερα προσόντα από μένα. Ήταν άδικη κρίση. Το θεώρησα μεγάλη ατυχία. Βέβαια υπήρχε μια κενή έδρα Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Στην αρχή δεν ήθελα να είμαι υποψήφιος, αλλά τελικά αποφάσισα να υποχωρήσω, γιατί σκέφτηκα ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα. Παρέμεινα στην έδρα μου ως το '68, όταν με απέλυσε η χούντα. Σας διηγήθηκα μόλις τη μεγάλη ατυχία της ζωής μου. Πέρα από αυτή, δε μπορώ να πω ότι στάθηκα άτυχος. Και με ικανοποιεί πολύ που έκανα μια δουλειά που είναι χρήσιμη. Και είναι αναγνωρισμένη και συνεχίζεται.» 

Με καταγωγή από την Κρήτη (Σφακιά), γεννήθηκε στην πόλη του Πειραιά στις 28 Νοεμβρίου 1906 (15 Νοεμβρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε τότε). 

Έζησε μέχρι την ενηλικίωσή του, πρώτα στη Μήλο και μετά στην Κρήτη. Αναφερόταν μνημονεύοντας ιδιαίτερα τους καθηγητές του στο γυμνάσιο των Χανίων: τον Εμμανουήλ Γενεράλι, που τον μύησε στα αρχαία γράμματα, και τον Ιωάννη Μοσχόπουλο της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, που τους μιλούσε για το γλωσσικό ζήτημα και τη σύγχρονη λογοτεχνία. Μαθητής της τρίτης γυμνασίου είχε ιδρύσει με τους συμμαθητές του τον πνευματικό όμιλο «Εγκυκλοπαιδικός Κύκλος των Νέων», ενώ στην τελευταία τάξη, τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και το περιοδικό «Αυγερινός». Νονός του περιοδικού και υπεύθυνος ύλης για τον πρώτο χρόνο ήταν ο ίδιος.  

Χρόνια αργότερα μια λαμπρή καριέρα είχε δρομολογηθεί για τον Έλληνα φιλόλογο και ομότιμο καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.Ο βίος του αποτελεί παρακαταθήκη της πνευματικής και πολιτικής ζωής της Ελλάδας του εικοστού αιώνα. 

Έλληνες και ξένοι επιστήμονες, σπουδαίοι λογοτέχνες, άνθρωποι των τεχνών και της πολιτικής, μοιράστηκαν τη φιλία και τη συνεργασία του. 

«Δεν είναι λίγο πράγμα να περνάς μια ολόκληρη βραδιά συνομιλώντας στη Θεσσαλονίκη με τον Αλμπέρ Καμύ», αναφέρει σε άρθρο του ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

 Στον ε­λεύ­θε­ρό του χρό­νο ο Κριαράς διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Τις ώρες του εργασιακού πυρετού, πίστευε πως ο επιστήμονας δεν πρέπει να μένει μόνο στο εργαστήριο. 

«Βέβαια το εργαστήριο χρειάζεται, διότι αλλιώς εργασία δε θα υπάρξει. Αλλά δε φτάνει αυτό. Εκείνος που έχει συνείδηση των καθηκόντων του των πνευματικών, πρέπει όσο γίνεται να εκλαϊκεύει την επιστήμη του. Αυτό επιδίωξα γενικότερα στη ζωή μου, αλλά κυρίως μετά το '74, όταν αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία στον τόπο μας. Ο επιστήμονας πρέπει να είναι και ερευνητής και δάσκαλος, εκλαϊκευτής»

Πάθος για την ελληνική γλώσσα. Μια είναι η γλώσσα τελικά; «Αφού ο Νεοέλληνας δεν μπορεί να διαβάσει την αρχαία ελληνική γραμματεία, πώς είναι μία η γλώσσα; Αν ήταν, θα την καταλάβαινε! Και παίζεις με τη γλώσσα όταν λες ότι είναι μια γλώσσα με δύο μορφές. Μα τότε είναι δύο γλώσσες! Θα διαμαρτυρηθούν κάποιοι αλλά, πώς να το κάνουμε, όταν δεν καταλαβαίνεις μια γλώσσα, είναι άλλη από τη δική σου. Τα αρχαία είναι η παλιότερη μορφή της σημερινής ελληνικής γλώσσας, συνεπώς είναι μια άλλη γλώσσα. Είναι ελληνική και αυτή, δεν είναι ξένη, είναι δική σου, αλλά είναι άλλη. Και η σύγχυση επιτείνεται και από το γεγονός ότι δεν είναι όσο π.χ. τα γαλλικά από τα γερμανικά. Είναι ελληνική γλώσσα, από λεξιλογική άποψη υπάρχει μεγάλη συγγένεια (βλ. άνθρωπος, ουρανός, προσκυνώ), αλλά από τυπολογική άποψη οι διαφορές είναι μεγάλες (ελπίς, -ος / ελπίδα, -ας). Αντί να βελτιώσουμε τη σημερινή κατάσταση και να διδάσκουμε τα αρχαία στο λύκειο, προσθέτουμε ώρες στο γυμνάσιο. Αυτή είναι εγκληματική πολιτική. Δε μαθαίνει έτσι ο Ρωμιός τη γλώσσα του. Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να γινόταν στο γυμνάσιο ένας απλός υπαινιγμός για την αρχαία γλώσσα, με αφετηρία εκείνα που ισχύουν στη νέα, τα οποία απαραιτήτως οφείλουν να γνωρίζουν οι μαθητές στο γυμνάσιο.» 

Πτώση της παιδείας. 

«Την περίοδο που για τη δουλειά μου στο λεξικό απασχολούσα δέκα συνεργάτες (αδιόριστους καθηγητές που περίμεναν να διοριστούν και τότε, φυσικά, με εγκατέλειπαν και έπαιρνα άλλους), όφειλα να κάνω διαγωνισμό για να τους επιλέξω. Ε, αν σας έδειχνα τα γραπτά τους, θα βλέπατε πως πολλά από αυτά ήταν απογοητευτικά. Και αναρωτιόμουν: "μα πώς είναι δυνατό να πάρουν δίπλωμα αυτοί;" Έπαιρναν, όμως, και αργότερα πήγαιναν και στο σχολείο να διδάξουν. Θα δίδασκαν, λέτε, σωστά την ελληνική γλώσσα;» 

Απαντούσε σ' αυτούς που υποστήριζαν πως η γλώσσα μας καταστρέφεται. 

«Κάποιος που δεν έχει μάθει ελληνικά, δεν τα γράφει σωστά. Από το 1976, με τη γλωσσική μεταρρύθμιση, πασχίζει ο κόσμος να μάθει να γράφει σωστά και μάλιστα στη τηλεόρασης και του Διαδικτύου, που πολλοί λένε 'τώρα με τη γλώσσα θα ασχολούμαστε; Εδώ ακριβώς είναι που χρειαζόταν η φροντίδα των λογίων, να δημιουργήσουν εταιρείες, συλλόγους, με σκοπό να αποκτήσει ο Έλληνας γλωσσική παιδεία. Τα λέω χρόνια αυτά, δε γίνεται τίποτα.» 

Και εξακολουθούσε να μιλεί για γλώσσα δημοτική που οραματίζεται να ονομαστεί νέα ελληνική. 

«Γιατί όχι νέα ελληνική; Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, υπάρχουν ακόμη μερικά περιττά λείψανα της καθαρεύουσας. Απαιτείται αγώνας για να φτάσουμε στη στιγμή που θα την πούμε νέα ελληνική.» 

«Από νέος αγάπησα πολύ τη γλώσσα μας, την έμαθα όσο μπορούσα, την καλλιέργησα και τη δίδαξα όσο μπορούσα.» 

Την εποχή της κρίσης, τη νιότη συμβούλευε. «Πρώτον οι νέοι να μην φεύγουν στο εξωτερικό. Να μάθουν να επιμένουν και να υπομένουν. Χάνουμε το αίμα μας ως έθνος με τη φυγή των νέων. Δεύτερον: Να μείνουν εδώ, να δουλέψουν, να αγαπήσουν την εργασία, να μην απεργούν (ειδικά οι δάσκαλοι, οι γιατροί...) Και τρίτον... εγώ να φύγω... Κουράστηκα πια. Δεν θέλω άλλο να ζω για να βλέπω αυτή την κατάσταση»

Η οικονομική κρίση συνάδει με την κοινωνική; 

«Είναι προϊόν η μία της άλλης ή απλώς συνυπάρχουν με κοινή προέλευση, παράλληλη έκφραση και αδιέξοδο αποτέλεσμα; Η κατάσταση είναι άσχημη από κάθε άποψη. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακή βέβαια αυτή που λέμε οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της είναι τραγικές, αλλά- επιτρέψτε μου- είναι τραγικότερες οι επιπτώσεις της άλλης κρίσης, αυτής της λεγόμενης κοινωνικής. Αυτοκαταδιωκόμεθα άπαντες. Υπάρχει γενικώς μια ανισορροπία. Διάγει κρίση η πολιτική ζωή, διάγει κρίση η Παιδεία, η Δικαιοσύνη - έννοιες πρωταρχικές... Όσον αφορά το αμιγώς οικονομικό φαινόμενο, δεν είμαι ίσως αρμόδιος να δώσω λύσεις. Έζησα και το κραχ του ΄29 αλλά ήταν αλλιώς τότε... Τώρα είναι διαφορετικά. Συνδυάζεται με την παγκοσμιοποίηση. Το κοινωνικό λοιπόν πρόβλημα είναι προϊόν της ευημερίας. Προϋπάρχει λοιπόν της οικονομικής κρίσης. Αυτό που ζούμε τώρα θα προτιμούσα να μην το είχα προλάβει, να μην το είχα ζήσει.» Θάνατος και έρωτας. «Είμαστε τραγικές μορφές. Το γεγονός ότι έχουμε συνείδηση δεν νομίζω ότι είναι στοιχείο ουσιαστικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ- δυστυχώς -την έχω. Επιθυμία μου είναι πλέον να μη ζήσω. Είναι βάρος πια η ζωή μου» 

«Έρωτας είναι η επιδίωξη του ιδανικού. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Ξεχωρίζω δύο: τον σαρκικό - πνευματικό έρωτα προς τη|τον σύντροφο και τον έρωτα προς την εργασία. Αυτό που λέμε φιλεργία. Ο έρωτας είναι το αντίδοτο του θανάτου. Είναι ίσως η ίδια η ζωή. Μόνο όταν είσαι ερωτευμένος ζεις. Ειδάλλως είσαι πέτρα...» 

«Επίστεψα βαθιά στον έρωτα! Αρκεί βέβαια να έχει εκδήλωση και από τις δύο πλευρές. Προσωπικά, έζησα ευτυχισμένο βίο. Η γυναίκα μου, με την οποία έζησα 65ετή κοινό ευτυχισμένο βίο, κατανοούσε, κι εγώ εκείνη. Ερωτευτήκαμε και οι δύο την εργασία, τη δημιουργία, ο ένας τον άλλο... Επίστεψα πολύ στον έρωτα... Είναι αυτός που σε βοηθά να ζεις και να δημιουργείς. Είναι αυτό που λείπει ίσως σήμερα...» 

Με την καθηγήτρια ψυχοτεχνικής και παιδαγωγικής, Αικατερίνη (Τιτίκα) Στριφτού-Κριαρά παντρεύτηκαν στις 8 Μαρτίου 1936. Πέθανε την Πρωτομαγιά του 2000. 

«Η χαρά μου (η αγαπημένη μου σύζυγος) έφυγε. Ο έρωτας– τον οποίο η ύπαρξή της και μόνο μου ενέπνεε, ο έρωτας για τη ζωή, τη δημιουργία και την εργασία, για τη δημιουργία, δεν υπάρχει πια.» 

«Βεβαιώνω ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλω σ’ εκείνην ό,τι πέτυχα στη ζωή μου». 

Δεν απέκτησαν παιδιά. Είχαν τα βιβλία. 

«Είναι γεμάτο το σπίτι, οι βιβλιοθήκες με απογόνους μου (τα βιβλία του). Είναι ένα στοίχημα η τεκνοποιία... Και αποδεικνύεται ότι είναι ευτύχημα ή δυστύχημα...» 

Ο καθηγητής Κριαράς πέθανε στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 108 ετών. Στην οδό Αγγελάκη της Θεσσαλονίκης, δεχόταν πρωθυπουργούς, υπουργούς, καθηγητές, συνεργάτες του, φοιτητές, απλούς ανθρώπους. Τα τελευταία χρόνια, ο χώρος λειτουργούσε ως βιβλιοθήκη. Από τον πρόλογο της αυτοβιογραφίας του, «Μακράς ζωής αγωνίσματα»... 

... «Καθώς πρόθεση μου είναι να διηγηθώ γεγονότα της ζωής μου, πνευματικά και άλλα, μιας ζωής μακρότατης, βιωμένης με προσπάθεια και μόχθο, που μου χάρισε και χαρούμενες και δύσκολες μέρες (μέρες άκρας ανακούφισης, αλλά και βαθύτατου πόνου), δε γίνεται να αποσιωπήσω ακόμη και δυσάρεστα γεγονότα για το άτομο μου, που η έκθεσή τους, παρά την επιθυμία μου, να αδικεί ίσως σε κάποιο βαθμό πρόσωπα με τα οποία βρέθηκα αντιμέτωπος σε ορισμένες περιπτώσεις του βίου μου. Η έκθεση των γεγονότων της ζωής μου είναι ενδεχόμενο να ξεπεράσει, κατά τις περιστάσεις το χαρακτήρα μιας αυτοβιογραφίας και να μετατραπεί σε απομνημονεύματα (ή καμιά φορά σε ημερολόγιο), καθώς θα καταγράφω γεγονότα που δεν αναφέρονται αποκλειστικά στη δραστηριότητα του προσώπου που αφηγείται. Όμως δεν αποκλείεται μια αυτοβιογραφία, έτσι νοούμενη, να παρουσιάζει πιο ολοκληρωμένα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και να γίνεται πιο χρήσιμη στον αναγνώστη ή να ικανοποιεί τον αυτοβιογραφούμενο. Αυτός ενδεχομένως δεν τα θυμάται όλα καθώς αναπολεί μια ολόκληρη ζωή• στην περίπτωση μου, μια ζωή που την πέρασε ο αυτοβιογραφούμενος διαβάζοντας, γράφοντας, διδάσκοντας, κρίνοντας, στρατευόμενος, παθαίνοντας, λυτρωνόμενος. Δεν επιθυμεί κανείς να αφηγηθεί όλα όσα του συνέβησαν, ούτε όλα είναι πράγματι αξιομνημόνευτα. Όμως συχνά παρασύρεται. Η επιλογή είναι πάντοτε δύσκολη. [...] «Δεν φοβήθηκα ποτέ τη δουλειά. Η δουλειά με φοβήθηκε». Τη ζωή την αισθάνεται ως «τραγικό βίωμα. Δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει».

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook