Ελένη Καραϊνδρου: «Η σιωπή είναι ό,τι πιο μουσικό υπάρχει.»

Μαΐου 11, 2014


Η Ελένη Καραΐνδρου αφήνεται συνειρμικά και ταξιδεύει σε βιώματα, ήρωες, θαύματα, στη ροή της σιωπής...



Η διεθνώς αναγνωρισμένη συνθέτρια Ελένη Καραϊνδρου σπούδασε πιάνο στο Ελληνικό Ωδείο, Ιστορία και αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας στη Schola Cantorum και εθνομουσικολογία στο École pratique des hautes études στο Παρίσι.
Έχει δημιουργήσει σημαντικά έργα για το θέατρο και τον κινηματογράφο ενώ η συνεργασία της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, αποτελεί σταθμό για τα μουσικά δρώμενα.

Η συνέντευξη δόθηκε στην «Καθημερινή».


Αλήθεια: «Πάντα πρέπει κανείς να λέει την αλήθεια και να φτιάχνει έναν κόσμο αληθινό γύρω του, μέσα στον οποίο να μπορεί να υπάρξει και να δημιουργήσει με ευθύνη και ειλικρίνεια. Στη ζωή μου, έχω πορευτεί με την αλήθεια. Δεν μου πάει οτιδήποτε είναι συμβατικό, κάλπικο, ψεύτικο. Δεν βγήκα καθόλου ζημιωμένη χτίζοντας ειλικρινείς, αληθινές σχέσεις με τους ανθρώπους». 

Βίωμα: «Τα πρώτα μου βιώματα, αυτά των πρώτων εφτά χρόνων της ζωής μου, τα οποία είναι και καθοριστικά για τη μετέπειτα πορεία μας, προέρχονται από τη ζωή μου κοντά στη φύση, σε ένα ορεινό χωριό, το Τείχιο της Φωκίδας, το οποίο, ως παιδί, άκουγα να το λένε Λυκοχώρι, γιατί είχε λύκους. Ένα μικρό χωριό, με λιγοστούς κατοίκους με φοβερή αλληλεγγύη μεταξύ τους, ένα χωριό χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και αυτοκίνητα, με έναν άλλο τρόπο ζωής, ήρεμο και με φυσικούς ρυθμούς, που δεν του έλειπε ούτε η διασκέδαση, ούτε η μουσική. Στην πλατεία, κλαρίνα και γυναίκες που τραγουδούσαν πολυφωνικά τραγούδια, η εκκλησία, που ήταν κολλητά στο σπίτι μας και άκουγα τις ψαλμωδίες. Για μένα, αυτά τα πρώτα βιώματα καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία μου, αποτέλεσαν εφόδια για τη ζωή μου. Σε αυτό το μέρος, επιστρέφω πολύ συχνά. Εκεί, ξεκουράζομαι, συγκεντρώνομαι και δουλεύω αρκετά κομμάτια μου. Πρόκειται για ένα καταφύγιο μέσα σε δάση από δρύες και έλατα, με καταπληκτική θέα, όπου έχεις μια φοβερή επαφή με την ηρεμία και τη μουσική της φύσης. Η γη είναι γενναιόδωρη σε αυτόν τον τόπο». 

Γεννήθηκα: «Δεν ξέρω πολλά πράγματα για τη γέννησή μου, γιατί η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν εφτά ετών. Αυτό που ξέρω είναι πως, όταν ήμουν πολύ μωρό, πέθαινα από ελονοσία –εκείνη την εποχή “θέριζε” αυτή η αρρώστια. Και αυτό που μου έχουν πει ήταν πως βρήκαν μια γυναίκα στο δρόμο και με αεροβαφτίσανε. Με βάφτισαν στον αέρα για να προλάβουν μήπως πεθάνω αβάφτιστη. Αποφάσισα, όμως, να παραμείνω στη ζωή και η ίδια γυναίκα με βάφτισε κανονικά, στη συνέχεια. Το όνομα της νονάς μου, με τα μπλε μάτια και το όμορφο πρόσωπο, ήταν Σωτηρία και πραγματικά αποτέλεσε σωτηρία για μένα. Το άλλο που θυμάμαι, ως πρώτη εικόνα μου από αυτόν τον κόσμο, ήταν η θέα της Γκιώνας και των Βαρδουσίων, από το κρεβατάκι όπου βρισκόμουν». 

Δώρο: «Αισθάνομαι αμήχανα όταν οι άλλοι μου κάνουν δώρα, γιατί το φυσικό μου είναι να χαρίζω εγώ δώρα. Και αυτό είναι, ίσως, το μεγαλύτερο δώρο: να μπορώ να έχω αυτή τη δυνατότητα, να δίνω χαρά στους ανθρώπους. Σε αυτό, έχουμε ταιριάξει πολύ με τον Αντώνη (σ.σ. Αντύπα), γιατί και αυτός έχει την ίδια ανάγκη προσφοράς και δοτικότητας».

Ελευθερία: «Σε όλη μου τη ζωή, αυτό που πάντα ήθελα ήταν να νιώθω ελεύθερη. Αυτό καθορίζει και τη ζωή μου και τη δουλειά μου. Δεν θέλησα ποτέ να κάνω κάποιο συμβιβασμό. Για παράδειγμα, όταν έκανα τον πρώτο μου δίσκο με τη Μαρία Φαραντούρη, τη “Μεγάλη Αγρυπνία”, η Columbia μου πρόσφερε συμβόλαιο αποκλειστικότητας, με αντίστοιχα χρήματα. Στη συνέχεια, υπήρξαν και άλλες δισκογραφικές εταιρίες με ανάλογες προτάσεις αποκλειστικότητας. Ουδέποτε υπέγραψα. Δεν ήθελα, επ’ ουδενί, να δεσμευτώ. Διεκδίκησα να έχω την ελευθερία να σηκώνομαι το πρωί και να λέω: “ναι, θέλω να γράψω μουσική σήμερα” ή “όχι, σήμερα θέλω να κάνω κάτι άλλο και να μην γράψω μουσική”. Δεν μπορώ να πιέζομαι. Ούτε με την ECM έχω υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο. Το πιο ωραίο πράγμα είναι να δίνεις το χέρι στον άλλον και ο λόγος σου να είναι συμβόλαιο. Δεν μπορώ να αισθανθώ καταναγκασμένη σε καμία περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν εντάχτηκα ποτέ σε κανένα κόμμα. Και ήταν φυσικό, όταν έγινε η δικτατορία, να πάρω τους δρόμους και να φύγω από δω, παρόλο που ήμουν μόνο είκοσι τεσσάρων ετών με ένα τετράχρονο παιδί στην αγκαλιά. Είχε προηγηθεί και μία σύλληψή μου. Με είχαν πιάσει με το παιδί και μας είχαν πάει στην οδό Μπουμπουλίνας. Βλέπετε, παρακολουθούσαν το τηλέφωνο της κόρης της Λιλής Ζωγράφου και μάζεψαν εβδομήντα ανθρώπους, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ. Όταν, λοιπόν, κατάλαβα ότι αυτό το καθεστώς ήταν έτοιμο να με περιορίσει, να με τρομοκρατήσει και να με αναγκάσει να παρουσιάζομαι στο αστυνομικό τμήμα κάθε βδομάδα, πήρα το παιδί και έφυγα για το Παρίσι. Μέχρι να απογειωθεί το αεροπλάνο, δεν ήμουν σίγουρη ότι δεν θα έρθει κάποιος να με κατεβάσει. Όταν, όμως, πετάξαμε επιτέλους, είπα “γεια χαρά νταν!”. Ο τότε σύζυγός μου, ο Νικόλας Φαράκλας, έμεινε πίσω, γιατί δεν μπορούσε να φύγει λόγω δουλειάς –ήταν αρχαιολόγος και έφορος αρχαιοτήτων στη Θήβα. Μετά, βέβαια, παραιτήθηκε και αυτός και έφυγε. Στο Παρίσι, δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Έκανα ό,τι δουλειά μπορείτε να φανταστείτε, εργάστηκα πολύ σκληρά αλλά βρήκα τον δρόμο μου. Και, τελικά, αυτή η απόφασή μου, όσο δύσκολη και αν φαινόταν στην αρχή, στο τέλος μόνο σε καλό μου βγήκε. Άντλησα από αυτή μεγάλη δύναμη». 


Ζορίζομαι: «Γενικά, θεωρώ πως είμαι μαχητής στη ζωή και η έννοια του ζορίσματος δεν με έχει κατατροπώσει, δεν με έχει ακινητοποιήσει ποτέ. Αυτό που με ανησυχεί, όμως, σήμερα είναι αυτή η δυσάρεστη κατάσταση στην πατρίδα μου, που τόσο αγαπάω και στην οποία αποφάσισα, μετά από χρόνια, να γυρίσω πίσω και να προσφέρω, παρά τις πολύ σημαντικές μουσικές και ακαδημαϊκές προτάσεις που είχα στη Γαλλία. Με ανησυχεί και με στενοχωρεί βαθιά να βλέπω τόσους συνανθρώπους μου χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς φαγητό. Είναι τρομακτική η φτώχεια που επικρατεί στον κόσμο. Επίσης, με θλίβει το ότι τόσα αξιόλογα νέα μορφωμένα παιδιά φεύγουν τρέχοντας από την Ελλάδα, πράγμα, βέβαια, φυσιολογικό να συμβαίνει, όταν δεν τους παρέχεται καμία προοπτική. Τέλος, με πληγώνει η βαθιά αδιαφορία του κράτους για τον πολιτισμό και την παιδεία». 

 Ήρωες: «Οι άνθρωποι της διπλανής μου πόρτας. Η κυρία Έλλη, ο κύριος Μήτσος, η κυρία Νίκη. Οι άνθρωποι, οι οποίοι με εντιμότητα και τιμιότητα, προχωρούν στη ζωή και βλέπουν τον διπλανό τους με αγάπη και αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν απέναντι στη ζωή μία ευθύνη, μία καθαρότητα και, κυρίως, ένα αίσθημα δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι, οι οποίοι, κόντρα σε όλες τις δυσκολίες, παραμένουν Άνθρωποι. Γιατί η κοινωνία μας έχει αρχίσει να απανθρωπίζεται βίαια». 

Θαύμα: «Το θαύμα, αρκεί να έχουμε μάτια να το βλέπουμε, υπάρχει και μέσα στην καθημερινή μας ζωή. Και σε αυτό το θαύμα πιστεύω. Αλλά χρειάζεται να έχεις πίστη, για να μπορέσεις να γίνεις κοινωνός ενός θαύματος». 

Ιστορία: «Μελετώντας και γνωρίζοντας το παρελθόν, κατανοούμε καλύτερα το παρόν. Έχω σπουδάσει ιστορία και θεωρώ πως είναι το άλφα και το ωμέγα για να ερμηνεύσουμε και να αξιολογήσουμε τα σημερινά γεγονότα και να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Η ιστορία θα έπρεπε να είναι κτήμα του κάθε ανθρώπου. Έχω περάσει κάτι απίστευτα βράδια με θείους μου στο χωριό, κοντά στο τζάκι, να μας αφηγούνται ιστορίες από την Ιστορία. Το αλβανικό έπος το έχω ακούσει από τον θείο μου τον Κώστα. Πως διέσχισε με τα πόδια όλη την Ελλάδα από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα και έφτασε στο χωριό μετά από δύο μήνες περπάτημα. Η Ιστορία είναι για μένα ένας καταπληκτικός ηλικιωμένος κύριος στο χωριό μου, που τον έχω μαγνητοφωνήσει, όταν μου αφηγήθηκε όλη αυτή την τρομερή ιστορία καταστροφής με τον Κεμάλ, πριν από την τραγωδία της Σμύρνης. Η Ιστορία είναι οι ιστορίες που αφηγούνται οι θείες του Αντώνη από τη Μικρασιατική καταστροφή. Όλες αυτές τις ιστορικές μαρτυρίες των απλών ανθρώπων τις περισυλλέγω, τις καταγράφω σε μαγνητόφωνο. Για μένα, αυτό είναι η Ιστορία. Αυτές οι αφηγήσεις. Και ένας από τους καλύτερους αφηγητές, ένας υπέροχος παραμυθάς, που έχω γνωρίσει και τρελαινόμουν να τον ακούω, είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος». 


Καλοσύνη: «Αποτελεί φάρμακο για την ανθρώπινη ψυχή. Αυτό που εφαρμόζουμε με τον Αντώνη είναι να στέλνουμε καλοσύνη και αγάπη ακόμα και σε κείνους οι οποίοι δεν σκέφτονται όμορφα για μας. Η καλοσύνη είναι “εμπλουτιστική” και γαληνευτική για την ψυχή μας. Είναι δώρο». 

Λιμάνι: «”Στα καΐκια τ’ αραγμένα, τα δεμένα/ στα καΐκια που δεν πάνε πουθενά/ θα μπούμε να γυρίσομε τα ξένα “, στίχοι του Ζαχαρία Παπαντωνίου». 

Μητρότητα: «Έγινα μητέρα στα δεκαεννιά μου. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο δώρο για μένα, γιατί ήμουν ένα παιδί φιλάσθενο, με αδύναμη κράση, με πολλές ανασφάλειες και ευαισθησίες. Η εγκυμοσύνη με όπλισε με μια πρωτόγνωρη ενέργεια και δύναμη, που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι διαθέτω. Και στη συνέχεια, κατά το μεγάλωμα του παιδιού σου, η αίσθηση ευθύνης που αποκτάς για μία άλλη ύπαρξη σε κάνει να μετακινείς βουνά». 

Νέα γενιά: «Λατρεύω τους νέους. Είναι το παρόν και το μέλλον μας. Η ελπίδα του κόσμου. Το θέμα είναι εμείς τι έχουμε κάνει για τις νεότερες γενιές και αν τους έχουμε δώσει την ευκαιρία να ελπίζουν. Οι νέοι, που έρχονται με όλη τους την ορμή, την αθωότητα, την ειλικρίνεια, την αγάπη μέσα τους, πληγώνονται πολύ εύκολα με όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Οι νέοι μπορούν να κάνουν τη ζωή όλων μας καλύτερη και ομορφότερη αλλά δεν τους δίνεται το βήμα. Εδώ, σε αυτόν τον τόπο, κυριαρχεί η απληστία των μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων να κερδίσουν, να φανούν, να κυριαρχήσουν. Δεν κάνουν πέρα για τους νεότερους, δεν τους αφήσουν χώρο να δημιουργήσουν έναν καλύτερο κόσμο. Θέλω να βλέπω στον δικό μου τομέα, στη μουσική σύνθεση, νέους ανθρώπους και να τους καμαρώνω». 

Ξένος: «Έχω ζήσει ως ξένη, σε μία ξένη χώρα, κάποια δύσκολα χρόνια, τα οποία μετέτρεψα σε θετικά στην πορεία. Στη Γαλλία, δεν ήταν τα πράγματα ιδανικά. Κι εκεί, δεν αγαπούν όλοι οι άνθρωποι τους ξένους. Στο σχολείο, έβαλαν την τσάντα του παιδιού μου και την έκαψαν, επειδή ήταν ξένος. Αυτή η εμπειρία, όμως, μας δυνάμωσε να προχωρήσουμε και να κάνουμε πράγματα στη ζωή μας. Ζήσαμε τις δυσκολίες αλλά τις ξεπεράσαμε και μετά βιώσαμε και πολύ όμορφες στιγμές στη Γαλλία. Αυτό, όμως, που συμβαίνει σήμερα στην πατρίδα μας, η οποία είχε και μία παράδοση στη φιλοξενία των ξένων ανθρώπων, είναι τραγικό. Όλη αυτή η ξενοφοβία και η βία προς τους αλλοδαπούς είναι ασύλληπτη, εφιαλτική». 

Όνειρα: «Τα πρώτα εφτά χρόνια της ζωής μου, όπως σας είπα, ζούσα στο βουνό. Σαν τον Μόγλη! Δεν είχα δει, λοιπόν, ποτέ μου τη θάλασσα. Την πρωτοαντίκρισα στον Κορινθιακό κόλπο, φεύγοντας από το χωριό στη Φωκίδα για να έρθουμε στην Αθήνα. Γύρω-γύρω βουνά και από πάνω ουρανός. Και κάτω από τα βουνά, ο ουρανός ανάποδα! Αυτό νόμισα όταν πρωτοείδα τη θάλασσα. Ότι είναι μια αντανάκλαση του ουρανού! Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη για τη θάλασσα. Ο καιρός πέρασε και μετά από λίγο άρχισα να βλέπω συχνά ένα όνειρο που με φόβιζε κάπως. Ένα σουρεαλιστικό όνειρο, που το έβλεπα μέχρι και μετά την εφηβεία μου. Έβλεπα τον ουρανό και από πάνω του βουνά. Και μετά από αρκετό διάστημα συνειδητοποίησα ότι αυτό το όνειρο ήταν η υποσυνείδητη προβολή εκείνης της πρώτης εικόνας μου από τη θάλασσα. Όταν κατάλαβα τον μηχανισμό του συνειρμού, σταμάτησα να βλέπω και το συγκεκριμένο όνειρο». 


Παντοτινά: «Μια ζωή κυνηγάμε αυτή την έννοια του “παντοτινά”. Θα θέλαμε παντοτινά να μας αγαπούν, θα θέλαμε η ευτυχία να κρατά παντοτινά, θα θέλαμε η νεότητα να κρατάει παντοτινά, θα θέλαμε ο άνθρωπος να κρατάει παντοτινά. Είναι η πάλη μας με αυτή τη λέξη-επιθυμία. Αλλά είμαστε πεπερασμένα όντα και αυτό το “παντοτινά” είναι το άπιαστο όνειρο, που θα θέλαμε να υπάρχει αλλά ποτέ δεν θα το έχουμε». 

Ροή: «”Τα πάντα ρει, είναι δε παγίως ουδέν”, κατά τον Ηράκλειτο. Στη ζωή μας, τίποτα δεν μένει ίδιο, όπως και στη φύση. Ως παιδί, έχω μεγαλώσει με τους ήχους των τρεχούμενων νερών, από τα χιόνια που λιώνουν στα βουνά, στους καταρράκτες, στα ποτάμια, στα ρυάκια». 

Σιωπή: «Νομίζω δεν είναι τυχαίο το ότι βρίσκομαι σε μια δισκογραφική εταιρία, την ECM, της οποίας το μότο είναι: “ο καλύτερος ήχος μετά τη σιωπή”. Για μένα, η σιωπή είναι η ωραιότερη μουσική. Γιατί περιλαμβάνει τα πάντα. Γιατί σε κάνει να ακούς τον χτύπο της καρδιάς σου, τον ήχο της ανάσας σου, τον παραμικρό ψίθυρο της φύσης. Η σιωπή είναι ό,τι πιο μουσικό υπάρχει. Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί ακόμα, που συνέλαβα την τρομακτική δύναμη της σιωπής. Όταν ήμουν στο χωριό, περίπου πέντε ετών τότε, ένα βράδυ χιόνισε. Αυτό που συμβαίνει, όταν το χιόνι καλύπτει τα πάντα, είναι απίστευτο. Δεν ακούγεται κανένας ήχος. Όταν ήρθαμε στην Αθήνα και μέναμε στο Κέντρο, στην οδό Πραξιτέλους, είχα μια κρυφή νοσταλγία για τη φύση και το χωριό μου. Ένα βράδυ, λοιπόν, ξύπνησα, γιατί ξαφνικά δεν υπήρχε κανένας θόρυβος, παρά μόνο απόλυτη σιωπή. Κοιτάζω από τα παντζούρια και ήταν όλα κάτασπρα. Η Αθήνα ολόλευκη. Ξύπνησα από την ανάμνηση της σιωπής του χιονιού, που είχα βιώσει στο χωριό μου». 

Τοίχος: «Για μένα δεν υπάρχουν τείχη, με την έννοια του εμποδίου. Για μένα, τοίχος σημαίνει αρχίζω να χτίζω κάτι καινούργιο. Επειδή έχω ένα κρυφό πάθος με την αρχιτεκτονική και το χτίσιμο του σπιτιού, ο τοίχος είναι το ξεκίνημα μιας νέας εστίας. Και καθώς είμαι και χειρονάκτης –“πιάνουν” τα χέρια μου- ο τοίχος για μένα είναι βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, χτιστοί καναπέδες, εντοιχισμένες ντουλάπες ή συρτάρια». 

ΥΠΠΟ: «Δεν νιώθω ευφορία για το συγκεκριμένο θέμα. Μόνο θλίψη αισθάνομαι, καθώς το Υπουργείο Πολιτισμού έχει υπάρξει, ως επί τω πλείστο, μόνο κατ’ όνομα. Δεν υπάρχει μία εμπνευσμένη πολιτιστική πολιτική στην Ελλάδα. Το θέμα “πολιτισμός” σπανίως αντιμετωπίστηκε σοβαρά και υπεύθυνα σε μια χώρα, της οποίας το μεγάλο κεφάλαιο είναι ο πολιτισμός. Και δεν εννοώ μόνο τον αρχαίο αλλά και τον σύγχρονο. Κανονικά, θα έπρεπε να ανατίθεται η θέση του υπουργού πολιτισμού σε έναν πολύ καλλιεργημένο και καταρτισμένο επί του θέματος άνθρωπο, που να έχει όραμα και όρεξη για δουλειά. Αυτά μας λείπουν. Όπως και η διάθεση της συνέχειας. Να οργανώνουμε κάτι, να το στηρίζουμε και να το ενισχύουμε. Είδατε τι έγινε με τα θέατρα ρεπερτορίου, τα οποία πραγματικά παρήγαν πολιτισμό. Έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Πάει να γίνει ένα βήμα μπροστά και μετά σταματάει. Ε, μα πως θα προχωρήσουμε έτσι; Δεν υπάρχει ούτε σοβαρότητα, ούτε γνώση πίσω από την μελαγχολική υπόθεση, που ονομάζεται “Υπουργείο Πολιτισμού”». 

Φως: «Μόλις βγαίνει το πρώτο πρωινό φως, είμαι στην πιο δημιουργική μου στιγμή. Νωρίς το πρωί γράφω τα περισσότερα έργα μου, μονορούφι. Το πρωινό είναι της έμπνευσης, της έκρηξης και το βράδυ της χαλάρωσης, της ηρεμίας, της περισυλλογής, της οικογένειας». 


Χρήματα: «Αδιαφορώ πλήρως. Έχω ζήσει πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια γυρνώντας ξυπόλητη. Έχω ζήσει σε φτωχογειτονιές, όταν ήρθαμε στην Αθήνα, αλλά δεν μου έλειψε ποτέ η χαρά και η ευτυχία. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι η ζωή μου θα γινόταν καλύτερη, αν είχα παραπάνω χρήματα. Τα χρήματα είναι για να τα μοιραζόμαστε με τους δικούς μας ανθρώπους. Εμένα δεν με ενδιέφερε ποτέ να πάω να αγοράσω ρούχα, παπούτσια ή εγώ δεν ξέρω τι. Πάντα, τα απολύτως απαραίτητα. Ακόμα και το αυτοκίνητό μου το έχω χρόνια μέχρι να με αφήσει στο δρόμο. Όταν είχα το Κατρέλ Ρενό, με έβλεπε ο κόσμος και έλεγε “μα, καλά, εσείς με αυτό το αυτοκίνητο;”. Σιγά! Το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο για να δίνουμε χαρά στους ανθρώπους μας. Επίσης, δεν έκανα παραχωρήσεις στη δουλειά μου, για να βγάλω περισσότερα χρήματα. Ειδικά, μετά τις ταινίες του Αγγελόπουλου και τη συνεργασία μου με την ECM, είχα πολλές προτάσεις. Ακόμα και διαφημιστικό της Μερσεντές στην Αμερική μου πρότειναν να αναλάβω. Φυσικά, αρνήθηκα! Σιγά, μη χαλάσω τη ζαχαρένια μου για να βγάλω δυο δεκάρες παραπάνω. Τι να τις κάνω; Και μη νομίζετε, έχω μείνει και χωρίς χρήματα. Το 1982, που παραιτήθηκα από το Τρίτο Πρόγραμμα, όπου ήμαστε με τον Μάνο (σ.σ. Χατζιδάκη) και παραιτηθήκαμε όλοι μαζί, έμεινα στον άσσο. Τα χρήματα είναι ωραίο να έρχονται χωρίς παραχωρήσεις». 

Ψύχος: «Οι πόλοι της γης ξεπαγώνουν και πάμε κατά διαόλου. Η περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη έχει διαταραχθεί σε σημείο εφιαλτικό. Ο καταστροφικός άνθρωπος, ο ηλίθιος άνθρωπος, αυτόν τον λίγο χώρο που του δόθηκε να ευδαιμονίσει και να ζήσει, από απληστία και λύσσα για χρήμα και εξουσία, τον καταστρέφει ανεπιστρεπτί. Έχουμε περάσει σε μια περίοδο τόσο απάνθρωπη».

Ωραίοι Έλληνες: «Ωραίοι άνθρωποι. Ένας από αυτούς ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Ωραίος σαν Έλληνας. Ωραίος είναι κάθε δημιουργός, του οποίου η παρακαταθήκη είναι η ομορφιά. Υπό αυτή την έννοια, ωραίος είναι ο Μίκης, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς. Όλοι αυτοί που μας έχουν στρώσει έναν δρόμο γεμάτο ομορφιά, ο οποίος μας δίνει δύναμη για να προχωράμε στη ζωή. Μόνο ευγνωμοσύνη νιώθω απέναντι στην τεράστια προσφορά αυτών των ανθρώπων».

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook