Χάριετ Τάμπμαν: «Αν φοβάσαι, προχώρα»

Ιανουαρίου 27, 2014


Το 1820 στο Μέρυλαντ του αμερικανικού Νότου ήρθε στον κόσμο ένα μικροσκοπικό, μαύρο κοριτσάκι, η Αραμίντα Ρος.
Γράφει η Κάτια Κατιμερτζή 


Στα πλαίσια του απάνθρωπου καθεστώτος δουλοκτησίας, που κινούσε την ατμομηχανή της οικονομίας του Νότου, η μοίρα της φάνταζε προδιαγεγραμμένη. Το κορίτσι όμως εκείνο, με άλλο όνομα, επρόκειτο να γράψει την ιστορία του στις σελίδες της αμερικανικής ιστορίας διδάσκοντας πως ο άνθρωπος έχει μέσα στην καρδιά του εμφυσημένη τη δύναμη να ανασηκωθεί ακόμη και μέσα από τις αλυσίδες της σκλαβιάς και να χαράξει ο ίδιος το πεπρωμένο του. Και πως έχει χρέος να το κάνει, αν θέλει να ονομάζεται άνθρωπος...  

Τα αφεντικά της την απέσπασαν από την αγκαλιά των γονιών της από την τρυφερή ηλικία των έξι ετών και την ενοικίαζαν σε ιδιοκτήτες άλλων φυτειών, για να εργαστεί ως εσωτερική υπηρέτρια
 


Στα σπίτια αυτά έμαθε ότι και το παραμικρό λάθος τιμωρούνταν με αλύπητο μαστίγωμα, που τα σημάδια του χάρασσαν το παιδικό κορμάκι για πάντα. Το ατίθασο πνεύμα της, που την έσπρωχνε να αντιστέκεται στους βασανισμούς και να το σκάει για μέρες, την έκανε ακατάλληλη για υπηρετικό προσωπικό και καθώς μεγάλωνε οι αφέντες της τής ανέθεταν βαριές εξωτερικές δουλειές

Η εμπειρία αυτή τη σκληραγώγησε και της χάρισε μια άριστη γνώση της γύρω περιοχής. Κατά την εφηβεία της υπέστη βαρύτατο τραυματισμό, όταν κάποιος επιστάτης της πέταξε στο κεφάλι ένα μεταλλικό αντικείμενο βάρους δύο κιλών. Είχε αρνηθεί να βοηθήσει στη σύλληψη ενός άλλου σκλάβου. Γλίτωσε το θάνατο από θαύμα, αποκτώντας βαριάς μορφής παρενέργειες, όπως ισχυρούς πονοκεφάλους, επιληπτικές τάσεις, ναρκοληψία και παραισθήσεις, που θα τη ταλάνιζαν μέχρι το τέλος της ζωής της.


Αυτό το πείσμον πλάσμα, όμως, δονούνταν από την πίστη σε ένα ιδανικό που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. «Μεγάλωσα σαν ένα αγριόχορτο, έχοντας άγνοια για την ελευθερία. Χωρίς να την έχω γευτεί ποτέ.» Αλλά σε αυτήν ήλπιζε και προς αυτήν σχεδίαζε να αποδράσει. 

Ο γάμος της το 1844 με έναν απελεύθερο μαύρο, τον Τζον Τάμπμαν, της πρόσφερε μόνο μια αλλαγή στο όνομά της. Υιοθέτησε το επώνυμο του συζύγου της και το μικρό όνομα της μητέρας της. Η Χάριετ Τάμπμαν είχε γεννηθεί. Και δεν δεχόταν καμιά μεταβολή στα σχέδιά της για απόδραση, παρά τις αποθαρρυντικές προσπάθειες του συζύγου της : «Η ψυχή μου είναι τόσο οργισμένη στη σκέψη ότι είμαι σκλάβα, που έχω αποφασίσει πια να αγωνιστώ για την ελευθερία μου ή για τον θάνατο.»  


Απέδρασε μόνη το 1849, κάνοντας χρήση του Υπόγειου Σιδηροδρόμου, ενός μυστικού δικτύου απελευθέρωσης σκλάβων του οποίου ο συνωμοτικός κώδικας επικοινωνίας βασιζόταν στη σιδηροδρομική ορολογία. Μεγάλο μέρος του ταξιδιού των 145 χιλιομέτρων προς την πολιτεία της Πενσυλβανία και την ελευθερία χρειάστηκε να το κάνει μόνη της, πεζή, ταξιδεύοντας τις νύχτες και ακολουθώντας βορεινή πορεία με μοναδική καθοδήγησή της τον Πολικό Αστέρα



Η εξοικείωσή της με τις δασώδεις περιοχές και τα έλη του τόπου τη βοήθησε να επιζήσει. Η ίδια θα περιέγραφε χρόνια αργότερα τις πρώτες στιγμές ελευθερίας μετά από τα 29 χρόνια σκλαβιάς: «Όταν αντιλήφθηκα ότι είχα διαβεί τα σύνορα, κοίταξα τα χέρια μου για να δω αν ήμουν ο ίδιος άνθρωπος.».  

Με τα χέρια εκείνα χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά σε διάφορες δουλειές στην μεγαλούπολη της Φιλαδέλφεια για να επιζήσει. Οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες καθώς οι ελεύθεροι μαύροι χρειαζόταν να ανταγωνιστούν κύματα από λευκούς μετανάστες, κυρίως Ιρλανδούς, για τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, το Αμερικανικό Κογκρέσο, που ελεγχόταν από τους βουλευτές του Νότου, αυστηροποίησε τη νομοθεσία, επιβάλλοντας στις δικαστικές και διωκτικές αρχές όλων των πολιτειών -ακόμη και των βόρειων- τη συνεργασία για τη σύλληψη των φυγόδικων σκλάβων και επισύροντας βαρύτατες ποινές στους παραβάτες. 

Η πρώην σκλάβα αποφάσισε να συνεργαστεί με το Υπόγειο Σιδηρόδρομο για να βοηθήσει όσον το δυνατόν περισσότερους έγχρωμους να βρουν τη δική τους ελευθερία στον Καναδά πια, όπου η δουλεία είχε καταργηθεί από το 1834. Το Δεκέμβρη του 1850 επέστρεψε κρυφά στο Μέρυλαντ σαν 
«οδηγός» του Δικτύου για να φέρει σε πέρας την πρώτη της αποστολή απελευθέρωσης. Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια γύρισε άλλες δεκαεννέα φορές, λυτρώνοντας συνολικά πάνω από 300 σκλάβους- ανάμεσα τους και πολλά μέλη της οικογένειάς της- από τα δεσμά τους. 

Η μικρή το δέμας Χάριετ, η σημαδεμένη από χρόνια κακομεταχείρισης, η αγράμματη με την κλονισμένη υγεία, έκρυβε μέσα της αστείρευτα αποθέματα τόλμης, αποφασιστικότητας, ψυχραιμίας και οξύνοιας. Με ευφυείς μεταμφιέσεις και με μόνο της σύντροφο ένα περίστροφο κατόρθωσε να μην χάσει αυτή τη δεκαετία ούτε έναν από τους «επιβάτες» της. 

Δούλευε τους χειμερινούς μήνες, ελαχιστοποιώντας έτσι τις πιθανότητες ανακάλυψης. Στις αποστολές της δεν υπήρχε δρόμος για επιστροφή. Οι λιπόψυχοι αντίκριζαν το περίστροφο της, που έθετε το δίλημμα: «πορεία προς τα εμπρός ή θάνατος.». 


Η ίδια έλεγε: «Αν είσαι κουρασμένος, προχώρα. Αν είσαι πεινασμένος, προχώρα. Αν είσαι φοβισμένος, προχώρα. Αν θες να γευθείς την ελευθερία, προχώρα.»

Στο διάστημα αυτό γνωρίστηκε και με τον Τζον Μπράουν, τον αγωνιστή για την κατάργηση της δουλείας, που πίστευε στην ανάγκη ενός ένοπλου αγώνα για το σκοπό αυτό, με τον οποίο συνεργάστηκε στενά αν και δεν συνηγορούσε με τη γενικευμένη χρήση βίας εναντίον των λευκών. Η δράση της ώθησε ηγετικές μορφές του κινήματος εναντίον της δουλείας να της αποδώσουν την ονομασία «Μωυσής». Και πράγματι περί Εξόδου επρόκειτο... 



Μία από τις μεγαλύτερες μορφές του αγώνα για την κατάργηση της δουλείας, ο συγγραφέας και πολιτευτής Φρέντερικ Ντάγκλας επισήμαινε ότι ο μεγαλειώδης αγώνας που έδωσε δεν χρειαζόταν συστάσεις. «Η διαφορά μεταξύ μας είναι αξιοσημείωτη. Τα περισσότερα από αυτά που έχουμε επιτύχει για το σκοπό μας, έγιναν στα φανερά και με αρκετή ενθάρρυνση. Εκείνη αντίθετα πάλεψε στα κρυφά. Ο ουρανός του μεσονυκτίου και τα σιωπηλά αστέρια ήταν οι μάρτυρες του ηρωισμού και της αφοσίωσής της στην ελευθερία. Με εξαίρεση τον Τζον Μπράουν δεν γνωρίζω κανέναν άλλο που να αντιμετώπισε οικειοθελώς τόσους κινδύνους και κακουχίες όσο εκείνη.»

Όταν το 1861 ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος, η αξιοθαύμαστη αυτή γυναίκα θεώρησε καθήκον της να ριχτεί ξανά στη φωτιά. Η προσήλωσή της στον αγώνα για την κατάργηση της δουλείας την έκανε να ελπίζει ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από την επικράτηση των Βορείων. Από επικριτικά σχόλια που είχε κάνει για τον Αβραάμ Λίνκολν στην αρχή του πολέμου, όμως, φαίνεται πως διέθετε παράλληλα την οξυδέρκεια να καταλαβαίνει ότι προτεραιότητα του αμερικανού προέδρου ήταν η πάση θυσία διατήρηση της ένωσης των αμερικανικών πολιτειών, για την οποία η κατάργηση της δουλείας ήταν μόνο το μέσον. 

Αρχικά υπηρέτησε σαν νοσοκόμα και η βοήθειά της στην φροντίδα των τραυματιών και των ασθενών ήταν σημαντικότατη. Με τις πρακτικές της γνώσεις έσωσε πολλές ζωές. Αρνήθηκε τη σίτιση της από τα τρόφιμα του στρατού και συντηρούνταν πουλώντας πίτες και μπύρα από ρίζες που παρασκεύαζε στον ελεύθερο χρόνο της.  



 


Την περίοδο 1863-1865 υπηρέτησε ως αρχηγός ομάδας ιχνηλατών, καθώς η εμπειρία της από τις αποστολές της κρίθηκε πολύτιμη από τους ανωτέρους της. Βοήθησε στη χαρτογράφηση του αγνώστου εδάφους γύρω από το Πορτ Ρόϋαγιαλ, ενώ υπηρέτησε και σαν μυστική πράκτορας υπό τις διαταγές του σκληροπυρηνικού συνταγματάρχη της Ένωσης Μοντγκόμερι. Οι πληροφορίες που παρείχε βοήθησαν τον στρατό των Βορείων να καταλάβει το Τζάκσονβιλ της Φλόριντα. 







Το καλοκαίρι του 1863 η Χάριετ έγινε η πρώτη γυναίκα επικεφαλής στρατιωτικής επιχείρησης κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Καθοδήγησε ασφαλώς μια αποστολή τριών ατμόπλοιων των Βορείων σε μια επίθεση εναντίον των σημαντικότερων παραποτάμιων φυτειών της Νότιας Καρολίνας, με σκοπό την καταστροφή εχθρικών υποδομών, την εξασφάλιση εφοδίων αλλά και την απελευθέρωση 700 σκλάβων

 
Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που είχε, συνέχισε να υπηρετεί και να παίρνει μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του πολέμου το 1865. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη μαζί με τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς της. 

Μέχρι το τέλος της ζωής της το 1913 δεν σταμάτησε να δουλεύει για τα προς το ζην μέσα σε μεγάλη φτώχεια, αλλά και να αγωνίζεται. Υποστηρίζοντας με σθένος το δικαίωμα ψήφου των γυναικών είχε πει: «Υπέφερα αρκετά για να δικαιούμαι να το υποστηρίζω.».




Για την προσφορά της το αμερικανικό κράτος δεν της επιφύλαξε καμία άλλη τιμή εν ζωή πλην της απονομής μιας σύνταξης στο όνομα του δεύτερου συζύγου της, βετεράνου του Εμφυλίου, της τάξης των 20 δολαρίων το μήνα. Η ίδια δεν ζήτησε ποτέ τίποτε περισσότερο. 

 
Η κηδεία της έγινε με απόδοση στρατιωτικών τιμών.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook