Αίσθηση και αισθαντικότητα του ταλέντου μας!

Δεκεμβρίου 01, 2013



Νέα χρονιά προ των πυλών, νέες αποφάσεις και κοινή η ερώτηση στα χείλη πολλών: «Μα είναι εποχή τώρα αυτή να βρω το ταλέντο μου, να ασχοληθώ μ` αυτό που θέλω; Υπάρχουν ακόμα περιθώρια για όνειρα;»












Γράφει η Αγγελική Πλουμά


Αν η μαζική κατάθλιψη είναι σήμερα η βόμβα για να μας χειραγωγήσουν, το όνειρο κι η ικανότητά μας είναι η προσωπική μας ασπίδα, ο χώρος ελευθερίας μας, η ζώνη εκεχειρίας που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε βάζοντας το στίγμα μας στο μικρό ή μεγάλο κόσμο μας.

Εν αρχή ην ο Λόγος. Κι όταν μιλάμε για τον «Δρόμο της Πεταλούδας», για τον δρόμο της ανακάλυψης και της αξιοποίησης των ταλέντων μας, η αρχή, ο Λόγος είναι η πυρηνική μας ικανότητα, το βασικό μας ταλέντο.

Ένας τρόπος για να προσεγγίσουμε τον πυρήνα αυτό είναι να κατανοήσουμε το πώς ακριβώς νοιώθει κάποιος που εκφράζει την πυρηνική του ικανότητα και κάνει αυτή την έκφραση κομμάτι της καθημερινότητάς του.
Συγκέντρωσα λοιπόν εδώ μαρτυρίες από ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο της Πεταλούδας και από τους οποίους ζήτησα να δώσουν αυτή την αίσθηση συμπληρώνοντας την φράση:  «όταν ασκώ την ικανότητά μου, το ταλέντο μου...» Παρακάτω παρουσιάζονται μερικές ενδεικτικές απαντήσεις:

«Αναπνέω καλύτερα. Παίρνω ανάσα δροσιάς.»
«Δεν καταλαβαίνω πως περνάει η ώρα. Ξεκινάω το πρωί και μετά από λίγο βλέπω έξω από το παράθυρο και είναι βράδυ.»
«Μου φτιάχνει η μέρα. Είναι πάνω από μένα το να μην ασχοληθώ καθημερινά.»
«Νοιώθω σαν να χα περάσει μια νύχτα στο κρύο και να μπαίνω στο σπίτι μου όπου το τζάκι είναι αναμμένο…»
«Βλέπω το αποτέλεσμα, αυτό που έφτιαξα και ξέροντας ότι είναι δικό μου παίρνω κουράγιο και δύναμη να συνεχίσω.»
«Σαν να κοιμόμουνα καιρό και ξαφνικά ξύπνησα.»


Είναι, όμως, μόνο χαρά η έκφραση του ταλέντου μας; Προφανώς όχι.  Είναι και …αϋπνία.
Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, σημαντικός μεταφραστής της γενιάς μας, με εντυπωσίασε όταν στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα, σπουδαίας ρωσίδας ποιήτριας, περιέγραψε το παρακάτω περιστατικό: «Η Αχμάτοβα έγινε μέλος της οικογένειάς μου, αφού πολλές φορές .....κοιμόμουν μαζί της!!! Δεν φτάνει που η μετάφρασή της με απασχολούσε όλη μέρα αλλά και στον ύπνο μου πεταγόμουν ξαφνικά για να σημειώσω μια λέξη που με απασχολούσε όλη την προηγούμενη ή τις προηγούμενες μέρες. Την συμπλήρωνα επί τόπου και το πρωί που ξύπναγα την άλλαζα πάλι.»

Η αλήθεια είναι, κι αυτό το ξέρουμε όλοι όσοι έχουμε παθιαστεί κατά καιρούς με ό,τι δημιουργούμε, ότι η άσκηση της ικανότητας μας δεν έχει ωράριο, δεν σ' αφήνει ήσυχο ούτε στον ύπνο, ούτε στην διασκέδαση, ούτε πουθενά. Όσοι έχουν παιδιά, το περιγράφουν σαν μια αίσθηση πολύ κοντά στο να τα αναθρέφεις. Η έννοια, η φροντίδα δεν παύει ούτε μια στιγμή, να αποτελεί το κύριο μέλημά σου αλλά με τρόπο που πλουτίζει τη ζωή σου.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου, μεγάλη ελληνίδα συγγραφέας, περιγράφει σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο μια συγκλονιστική ιστορία από τη ζωή της που λέει πολλά για την αίσθηση και τον τρόπο έκφρασης του ταλέντου, της πυρηνικής ικανότητας. Η Μαργαρίτα αναφέρει στη συνέντευξη αυτή, τη μάχη της με τη μανιοκατάθλιψη και την απόφασή της να μιλήσει ανοιχτά γι αυτήν για να βοηθήσει άλλους ανθρώπους που ντρέπονται ή κρύβονται εξαιτίας της. Περιγράφει τη δυσκολία της και τους πόνους της και ο Τσαγκαρουσιάνος τη ρωτάει: «Πώς αντέξατε;» και η απάντησή της: «Στις μεγάλες κρίσεις, όταν ήμουν στο νοσοκομείο, πετούσα τον ορό, καθόμουν στο τραπέζι κι έγραφα..έγραφα...έγραφα...έτσι άντεξα ...κι έτσι έγραψα το ΝΑΙ! (σημ. Ένα από τα γνωστότερα βιβλία της).

Πολλές φορές είναι έτσι ακριβώς. Η ικανότητα και η έκφρασή της είναι ο ομφάλιος λώρος με τη ζωτική μας ενέργεια, η πηγή και η ασπίδα της ζωής. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που αναφέρουν ότι σε πολύ δύσκολες προσωπικές στιγμές, ασθένειες ή απώλειες, σ' αυτή την ικανότητα τους στράφηκαν κι αυτή τους βοήθησε να συνεχίσουν...


Τυπική περίπτωση είναι η Τζωρτζίνα Ξένου που βραβεύτηκε ως Γυναίκα της Χρονιάς το 2010 σε ηλικία 15 ετών. Η Τζωρτζίνα ασχολείται με τον αθλητισμό από πολύ μικρή. Το χάρισμα και το πάθος της είναι το καράτε στο οποίο κατέχει μαύρη ζώνη από τα δέκα της χρόνια. Στο βιβλίο «Γεννημένη Νικήτρια» περιγράφουν, από κοινού με την μητέρα της, το οδοιπορικό τους σε ένα δύσκολο πρόβλημα υγείας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Τζωρτζίνα. Η μαρτυρία της είναι συγκλονιστική:
«Και να είχα την δυνατότητα να διαγράψω αυτή την εμπειρία από τη ζωή μου δεν θα το 'κανα» λέει. «Είχα μάθει να αγωνίζομαι κι αυτό με βοήθησε όσο τίποτα άλλο να ξεπεράσω το καρκίνο. Όταν αισθανόμουν κάπως καλύτερα, ότι μπορούσα να περπατήσω, σηκωνόμουν από το κρεβάτι, έκλεινα τη πόρτα και έκανα στον αέρα και πολλές φορές κυρίως με το νου μου ασκήσεις καράτε.» Επέμενε συνέχεια να ρωτηθούν οι γιατροί αν μπορούσε να προχωρήσει ένα βήμα τη φορά, να κάνει λίγο πιο δύσκολες ασκήσεις. Η απάντηση ήταν άμεση και κοφτή. «Δεν υπάρχει λόγος, Το καράτε σιγά - σιγά πρέπει να πάρεις απόφαση ότι θα το σταματήσεις.» Για τη Τζωρτζίνα το να κάνει «κινήσεις καράτε στον αέρα» ήταν η ταυτοποποίησή της με τη ζωή. Σηματοδοτούσε συνάντηση και συμβόλαιο επιστροφής, πράγμα που τελικά και έγινε αφού επέστρεψε δυνατή και νικήτρια στη ζωή και στο καράτε. Για έναν άνθρωπο που είναι στο «στοιχείο» του, η πυρηνική του ικανότητα δεν είναι κάτι που έχει. Είναι κάτι που είναι. Πρωταθλητές που ήρθαν αντιμέτωποι με σοβαρές ασθένειες και πάλεψαν σκληρά για τη ζωή τους (Amstrong, Παπακυριόπουλος, Jordan κλπ) δεν βοηθήθηκαν μόνο από τη στόφα «του αγωνίζεσθαι». Βοηθήθηκαν από το γεγονός ότι είχαν γίνει το ίδιο το χάρισμα το οποίο τους ενεργοποιούσε, τους έδινε κίνητρο να ζήσουν, να συνεχίσουν.

Η Elisabeth Kubler Ross είναι μια φημισμένη ψυχίατρος που ασχολήθηκε με περισσή φροντίδα αλλά και με επιστημονική «ματιά» με ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά στο θάνατο. Συνέβαλε καταλυτικά στην μετακίνηση του ενδιαφέροντος του ιατρικού κόσμου από τις τεχνικές θεραπείας και τα φάρμακα που παρατείνουν την επιβίωση στην σημασία της σχέσης με τον ασθενή και της ποιότητας ζωής του ίδιου και των συγγενών του. Αφιέρωσε την ζωή της «ακούγοντας» τους ασθενείς για να προσφέρει στην επιστήμη την τεχνογνωσία του πως μπορεί κάποιος να πεθαίνει καλύτερα και μέσω αυτού πως μπορούμε όλοι μας να ζήσουμε καλύτερα. «Δεν άκουσα πολλούς να μετανιώνουν» λέει «γιατί δεν έκατσαν περισσότερες ώρες στο γραφείο. Αλλά άκουσα πολλούς να μετανιώνουν γιατί δεν έδωσαν μια καλύτερη ευκαιρία στα όνειρα και στις δυνατότητές τους.»

Αυτή την ποιότητα της υπερβατικής, σχεδόν, εμπειρίας περιγράφει μοναδικά ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά του στο Γκρέκο». Νέος, στο τελευταίο έτος της Νομικής Σχολής γυρίζει για διακοπές στη Κρήτη. Η ψυχή του είναι στοιχειωμένη από την πρώτη του ερωτική συνεύρευση, λίγα χρόνια πριν με μια Ιρλανδέζα την οποία εγκαταλείπει σχεδόν βίαια με «την αίσθηση τής στάχτης στο στόμα» του. Το βάρος αυτό το σέρνει μαζί του όλα αυτά τα χρόνια αλλά εκείνο το καλοκαίρι νοιώθει να τον πνίγει. Το σώμα του, μην βρίσκοντας άλλη διέξοδο αντιδρά με ένα παραληρηματικό τρέμουλο, με πυρετό που για τρεις μέρες τον καθηλώνει στο κρεβάτι.


«Την τέταρτη μέρα χωρίς να `χω καθαρά σκοπό κανένα στο νου μου, τινάχτηκα από το κρεβάτι πρωί πρωί και, χωρίς να ξέρω τι θα `κανα, πήρα την πένα κι άρχισα να γράφω. Ετούτη στάθηκε κρίσιμη στη ζωή μου στιγμή. Η μέσα μου αγωνία το πρωί εκείνο, ίσως με το τρόπο αυτό θ` άνοιγε πόρτα να φύγει... Άρχισα λοιπόν να επιστρατεύω λέξεις, ν` αναχαράζω τα συναξάρια, τα τραγούδια και τα μυθιστορήματα που είχα διαβάσει, να κουρσεύω άθελά μου δώθε κείθε και να γράφω... Από τα πρώτα λόγια που αράδιασα στο χαρτί ξαφνιάστηκα. Δεν είχα καθόλου στο νου μου, αρνιόμουν να γράψω ένα τέτοιο πράμα, γιατί τό `γραψα; Ψέματα, όλα ψέματα, κι όμως αραδιάζοντας τώρα στο χαρτί τα ψέματα αυτά καταλάβαινα, ξαφνιασμένος, πώς είχα γευτεί χαρές μεγάλες μαζί της. Όλα τούτα τα ψέματα λοιπόν ήταν αλήθεια; Και γιατί όταν το ζούσα δεν το καταλάβαινα; Και γιατί τώρα που το γράφω το καταλαβαίνω για πρώτη φορά; Έγραφα και καμάρωνα, ήμουν θεός κι έκανα ότι ήθελα, μετουσίωνα την πραγματικότητα, την έπλαθα όπως θα `θελα και θα 'πρεπε νά `ναι, έσμιγα αξεδιάλυτα αλήθειες και ψευτιές, όλα ζύμη μαλακιά και την έπλαθα και την ξέπλαθα όπως μού κανοναρχούσε το κέφι μου, λεύτερα χωρίς να πάρω κανενός την άδεια. Υπάρχει φαίνεται μια αβεβαιότητα πιο σίγουρη από τη βεβαιότητα. Μα η μια από αυτές βρίσκεται ένα πάτωμα πιο αψηλά από το ισόγειο κατασκεύασμα του ανθρώπου που το λέμε αλήθεια.»

Όταν ρώτησαν τον Τσαρούχη σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του: «Θα θέλατε να δώσετε κάποιες συμβουλές σε νεαρούς ζωγράφους;», απάντησε: «Να ζωγραφίζουν αυτό, με το οποίο παθιάζονται, αυτό είναι το σημαντικό. Αν δεν έχουν βρει το πάθος τους, να το ψάχνουν κάθε μέρα. Είναι εύκολο, αρκεί να επιμένουν, ώστε να ανακαλύψουν ποιοι και τι είναι.»


Το πάθος λοιπόν είναι το κλειδί. Το πάθος που ακόμα κι αν μας κάψει θα μας επιτρέψει να αναγεννηθούμε σαν το φοίνικα και να αξιωθούμε έναν καινούργιο εαυτό «πιό αψηλά από το ισόγειο κατασκεύασμα τού ανθρώπου!» στη δική μας αλήθεια και όνειρο που μπορεί να αφορά πολλούς.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook