Ανδρέας Σαρλάνης: «Φίλε δεν σε ξέρω, αλλά είσαι λεβέντης»

Οκτωβρίου 16, 2013


«Μην κάνεις πίσω ποτέ»















Συνέντευξη στη Γεωργία Λινάρδου

Στο κυνήγι των ειλικρινά ευγενικών ανθρώπων, συνάντησα τον Ανδρέα Σαρλάνη. Κάποτε ο Ανδρέας παρακαλούσε το «τσεκουράκι» του μικροπωλητή, μπας και κόψει από το ταψί περισσότερο πολίτικο χαλβά απ' ό,τι αντιστοιχεί σε ένα πενηνταράκι (προ ευρώ) και το λοχαγό να σταματήσει να κλοτσά στα μούτρα ένα φίλο του -φαντάρος κι εκείνος στη χούντα-, διότι αρνιόταν να υποκλιθεί στην ΕΣΑ σε εκπομπή γνωστού τηλεοπτικού «αστέρα» της εποχής. 

Κάποτε, ως φαντάρος, συνάντησε τον ήρωά του, Αλέξανδρο Παναγούλη, φυλακισμένο στις στρατιωτικές φυλακές στο Μπογιάτι, μετά την απόπειρα δολοφονίας στις 13 Αυγούστου του 1968 εναντίον του δικτάτορα Παπαδόπουλου. «Φίλε, δεν σε ξέρω, αλλά είσαι λεβέντης», είπε στον Παναγούλη. Εκείνος του απάντησε: «Απορώ με το θάρρος σου, γιατί εδώ μέσα όλοι είναι κουφάλες και πουλημένοι». Ενας «μονιμάς» λοχίας έκοψε την κουβέντα: «Τι του λες;». Ο Ανδρέας τού απάντησε: «Οτι είναι λεβέντης, ρε!». Και ο Παναγούλης... «Γεια σου, ρε λοχία, με τα ξύλινα αρχ...ια!». 

Η ζωή είναι εικόνες, ήχοι, συναισθήματα και ξύλινα «αρχ...ια». Με έναν Σαββόπουλο να θυμίζει σε καθέναν μας το «Βιετνάμ» της κάθε του νιότης. Οπως και στον Ανδρέα: «Ο καιρός θα 'ταν όμορφος στο δάσος... αν δεν κουφαίνονταν τα φύλλα απ' τον κρότο...»

Γιαούρτι και... παρκούρ 

Παρατηρώ τη ζωή του σήμερα. Φαίνεται ήρεμη. Με ηρεμία προϋπάρχοντος «κρότου» και πολλαπλών «θορύβων» γίνεται ήρεμη ζωή; Γίνεται. Διότι από τους πολλαπλούς «κρότους» ο Ανδρέας έμαθε τα εξής: «Μην υποτιμάς ποτέ κανέναν», «Μην κάνεις πίσω ποτέ», «Να στηρίζεσαι στις πλάτες σου»! 

Για να καταλήξει σε αυτά τα «διδάγματα ζωής», μιλάμε για πολύ «θόρυβο», από τη μέρα που άρχισε να νιώθει τον εαυτό του στα Ανω Πατήσια -όπου γεννήθηκε-, στη Λαμπρινή κοντά στον Αγιο Ανδρέα. 

Με τους φίλους της γειτονιάς να χειραφετείται στο χώμα, να παίζει πετροπόλεμο στο δρόμο, να φτιάχνει σπαθιά και ασπίδες από τενεκέδες, τα βράδια να πηδά από σπίτι σε σπίτι (το σύγχρονο... παρκούρ), να περιμένει πότε θα περάσει ο παππούς με το γαϊδουράκι, για να πουλήσει «original» γιαούρτι και να τον ακούσει να φωνάζει: «Γιαουρτάς» (Γιαουρτάις, χαριτολογεί ο Ανδρέας)! 

Γεννημένος τη δεκαετία του '50, ανάμεσα σε τέσσερα αδέλφια. Ο πατέρας του δούλευε στην Εταιρεία Υδάτων. Στο πίσω μέρος του σπιτιού υπήρχαν τσουκνίδες που τους τσίμπαγαν, αλλά είχαν έτοιμο αντίδοτο: «Παίρναμε μολόχα και τριβόμασταν», θυμάται και γελάει. «Μεγαλώσαμε με πίεση, δεν υπήρχε άνεση. Βλέπαμε ποδήλατο και μας τρέχανε τα σάλια»

Εκείνα τα χρόνια πέρασαν δύσκολα, αλλά «ευχάριστα και τόσο αληθινά, που δεν νομίζω πως θα ξανάρθουν...». 

Στη χούντα Σχολείο και μετά... φανταρικό στη χούντα. Ο Ανδρέας, με τη δυνατή φωνή, είχε κάνει μαθήματα όπερας. Του άρεσε και του αρέσει να τραγουδά. 

Υπηρέτησε στο ΚΕΒΟΠ στο Χαϊδάρι και για ένα φεγγάρι πέρασε από τα ΟΥΚ. Δεν είναι ένας από τους νοσταλγούς της χούντας, όμως είναι ένας άνθρωπος που την έζησε, την υπηρέτησε ως φαντάρος και λοχίας και που τώρα γυρνά τη σκέψη προς τα πίσω. 

Οταν δεν κουνάει το κεφάλι περιφρονητικά, δακρύζει. «Οταν πρωτοπήγα στο στρατό, ρώτησα σε ποια μεριά του κτηρίου να πάω. Μου λένε: πήγαινε από κει, που 'χει και ασανσέρ. Ασανσέρ, φυσικά, δεν υπήρχε, απλά έτρωγες μια κλοτσιά και βρισκόσουν με τα μούτρα στα σκαλοπάτια...». 

Κάθε φορά που αρνιόταν να τραγουδήσει τον ύμνο της χούντας «...και γελαστός ο ήλιος με ξέχωρη λαμπράδα, απ' άκρη σ' άκρη φώτισε τη δόλια την Ελλάδα...», έτρωγε κι από μια σφαλιάρα. 

Στο Πολυτεχνείο ήταν εκεί. Οχι στους μέσα, αλλά στους «απ' έξω». Φαντάρος κοντοκουρεμένος με πολιτικά, αλλά δίχως πολιτικές πεποιθήσεις -όπως λέει-, με ρόλο να αναφέρει στην Υπηρεσία κάθε δέκα λεπτά τι γίνεται στο Πολυτεχνείο: «Γελοία πράγματα. Τους έλεγα: φωνάζουνε "Κάτω ο Παπαδόπουλος" και "Κάτω η χούντα" και τέτοια. Ηταν ένας αλαλαγμός. Μόλις, όμως, άκουσα τον τριγμό των αρμάτων, εκεί ανατρίχιασα. Είδα την πόρτα που έπεσε. Ακούσα ουρλιαχτά. Ηταν αντάρα. Θεέ μου, τι κάνω εγώ εδώ; Πήδησα από μέσα από τα κάγκελα και παραλίγο να με φάνε κι εμένα κιόλας. Πάνω στο μαντρότοιχο ήταν πάρα πολλά παιδιά...». 

Σιγά μην υπάρξουν πάλι τέτοιες εποχές... 

«Τελείωσαν, πάνε οι εποχές που σκάγανε τα λάστιχα -είχα βοηθήσει κι εγώ- στα τρόλεϊ. Και μετά βγαίνει ο Μιχαλολιάκος και σου μιλάει για παραμύθια. Είναι ηλίθιος! Ανεβαίνει, όμως, το κόμμα του, γιατί υπάρχουν πολλοί ηλίθιοι»! 

Το θαύμα 

Τον Οκτώβρη του 2000, καβάλα σε μια μηχανή και δίχως να έχει ξεπεράσει τα 55 χιλιόμετρα, εξοπλισμένος με καλό κράνος, βρέθηκε χωμένος στο πίσω κάθισμα μιας παλιάς Μερσεντές -που του 'κοψε το δρόμο- να σπαρταράει με κομμένα τα νεύρα της δεξιάς πλευράς. 

«Εκανα έναν ελιγμό, αμυδρά τον θυμάμαι, πάτησα φρένο και μπήκα μέσα. Πήγαινα με 55 χιλιόμετρα, αυτό κατέγραψε η Τροχαία, ο άλλος πετάχτηκε από ένα γεφυράκι. Εσπασα το τζάμι και χτύπησα στο πλαίσιο του παραθύρου. Ξεριζώθηκαν τα νεύρα από το νωτιαίο μυελό». 

Το δεξί του χέρι δεν τον υπακούει. 

Σημαίνει κάτι αυτό; 

Ζει! 

Πιστεύεις στα θαύματα; 

«Βέβαια. Με δύο πίεση επί επτά ώρες, ζει άνθρωπος; Μου είχαν ανοίξει τάφο. Οι γιατροί έλεγαν: τρεις ώρες ζωής έχει και δεν έχει. Εάν ζήσει, λέγανε στον αδελφό μου, δεν θα μιλήσει ποτέ. Οταν με είδαν και σηκώθηκα, είπαν: Περπατάς!. Τι έπρεπε να κάνω, να μπουσουλάω;...» 

Τι είπες στον εαυτό σου όταν σηκώθηκες; 

«Ρε Ανδρέα, ζεις, ρε μαλάκα!» 

Σ.σ. «Γιε γιε γιε γιε... Φο Μι Τσιν, τι θα 'κανες αλήθεια, τι θα 'κανες αλήθεια, τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια, τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια; Α! το κορίτσι σου θα 'παιρνες για βόλτα χέρι χέρι, στο δάσος για βολτίτσα χέρι χέρι»... 

Πηγή: ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook