Λάμπρος Τυρλής: «Ο δρόμος που αγαπάμε, η μόνη μας επιλογή»

Σεπτεμβρίου 02, 2013



Την ώρα που παιδιά, ακολουθούν επαγγελματικές πορείες που δεν επιθυμούν, ο 23χρονος φωτογράφος Λάμπρος Τυρλής πιστεύει πως η κινητήριος δύναμη βρίσκεται στο «να έχεις όρεξη να αγωνιστείς!»








Συνέντευξη στην Αιμιλία Πανταζή



Μεσημεράκι καλοκαιριού και η ζέστη να μας ωθεί στο σκιερό παγκάκι της πλατείας. Ο Λάμπρος Τυρλής με ιδιαίτερη σεμνότητα μου μιλά για την αναζήτησή του να τα έχει καλά με τον εαυτό του.


«Υπάρχει μεγάλη καταπίεση. Εμείς οι νέοι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι γονείς μας αύριο δεν θα υπάρχουν. Ο δρόμος που αγαπάμε είναι η μόνη μας επιλογή.»



Μαθητής «μελετηρός με δυνατότητες», ώσπου στα μέσα της Γ΄ Λυκείου αποφασίζει πως δεν θέλει να δώσει πανελλήνιες. Σταματάει και τα φροντιστήρια, ενώ η καθηγήτρια μαθηματικών τον παρακαλά κλαίγοντας να αλλάξει γνώμη. «Κουράστηκα, δεν μπορώ άλλο» της είχε απαντήσει.


 Η αντίδραση των γονιών του υποστηρικτική. Επόμενη επιλογή σπουδών; Ο τομέας της πληροφορικής, αφού οι επιδόσεις του στα μαθηματικά ήταν άριστες. Ακολούθησαν οι άκαρπες προσπάθειες φοίτησης σε ιδιωτικό κολέγιο  και εν συνεχεία σε γνωστό ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης.

«Στην ουσία, προσπαθούσα σκληρά να πείσω τον εαυτό μου πως μου άρεσε».



Η σχέση του Λάμπρου με την καταπίεση άρχισε να γιγαντώνεται. Την πάλευε στην τάξη, με το να επεξεργάζεται  φωτογραφίες στην οθόνη του υπολογιστή. Ομολογεί πως πάντα του άρεσε, χωρίς ποτέ να το έχει σκεφτεί ως πιθανό επάγγελμα. Εξάλλου, ερασιτεχνικά δεν ξεκινούν οι μεγάλες αγάπες;

Η επόμενη δήλωση προς τους γονείς δεν άργησε: «Κάτι τελευταίο να σας πω… κι αν θέλετε με βοηθάτε. Δεν αντέχω εκεί. Θέλω να γίνω φωτογράφος.»

Τέσσερα αδέλφια και ο μόνος που είχε ακολουθήσει το δρόμο του γενικού λυκείου. Οι γονείς του άνθρωποι της βιοπάλης και η αβεβαιότητα του επαγγέλματος του φωτογράφου υπαρκτή. Παρά τα δικαιολογημένα όνειρά τους, τον στηρίζουν ξανά.





«Με το που ξεκινώ στο  Photography Studies College γίνεται το πρώτο κλικ μέσα μου.»

Οι διακρίσεις και η επιβεβαίωση πως βρέθηκε ο χώρος που του ταιριάζει, τον ωθούν να πιστέψει ακόμη περισσότερο στον εαυτό του. Συγκεντρώνει από τους καλύτερους βαθμούς του πρώτου εξαμήνου ενώ λαμβάνει μέρος στον διαγωνισμό Athens Photo Inspiration όπου κερδίζει το δεύτερο βραβείο.








«Δεν το θεωρώ επάγγελμα, αλλά δώρο Θεού. Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο στη ζωή μου. Πήγαινα σε fashions shows μόνος μου, πολλές φορές χωρίς να πληρώνομαι. Γενικά απαιτείται σκληρή δουλειά χωρίς να αμείβεσαι τουλάχιστον στην αρχή, εάν θες να καταφέρεις να χτίσεις…»

Ο ανταγωνισμός μεγάλος και η αντιμετώπιση των περισσότερων καταξιωμένων φωτογράφων να απέχει από την ιδανική.

«Δεν βοηθούν όσο θα έπρεπε. Οι νέοι χρειάζονται στήριξη και συμβουλή, να δίνονται περισσότερες ευκαιρίες κι αν αξίζουν ας προχωρήσουν.»

Κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις και ο Λάμπρος το γνωρίζει. «Έχω μπουχτίσει από το ψώνιο. Οι νέοι κάνουμε δυο πράγματα και νομίζουμε πως έχουμε φτάσει στην κορυφή.»

Κι εκείνος;
«Ότι έχω κάνει είναι απειροελάχιστα. Με περιμένει σκληρή δουλειά. Πως να καβαλήσω καλάμι;»





Όταν του πρότειναν να διδάξει φωτογραφία στο πολιτιστικό τμήμα του Δήμου Μάνδρας, νόμιζε πως του έκαναν πλάκα.
Πως ήταν να σε φωνάζουν δάσκαλο;

«Δεν μπήκα με δασκαλίστικο ύφος. Αρχικά με άγχωσε η ευθύνη τόσων ατόμων. Βέβαια η εξέλιξη όλης αυτής της εμπειρίας ήταν πολύ αγαπητική. Μπορεί να τους έμαθα πώς να χειρίζονται τη μηχανή αλλά από κάθε έναν εισέπραξα κάτι διαφορετικό και τους ευγνωμονώ για αυτό.»







Έχει ξεκινήσει την επαγγελματική του ζωή σε περίοδο κρίσης. Πεισμώνει και επιμένει.
«Τα πράγματα τείνουν να γίνουν πιο αξιοκρατικά. Όποιος αξίζει δουλεύει. Θα ‘ρθει κάποια στιγμή πως οι κόποι μου θα αμειφθούν.»

Η τελειότητα στη φωτογραφία είναι το ζητούμενό του.

«Σκέφτομαι σπίτι μου, πως θα πάω να κάνω τη φωτογράφηση γιατί θα πληρωθώ, αλλά εάν το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί δεν θα πάρω χρήματα. Αφού αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό που αγαπάω τόσο πολύ, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μην τα καταφέρει.»

Ο Λάμπρος λατρεύει τα πορτραίτα. Ασχολείται περισσότερο με το χώρο της μόδας σε διάφορα περιοδικά.

«Το πρόσωπο, το βλέμμα, έχει την ικανότητα να εξωτερικεύει συναισθήματα. Στην αρχή πριν δουλέψω με μοντέλα, ζητούσα από φίλες να ποζάρουν. Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο προτιμώ τα γυναικεία πρόσωπα, να τα μεταμορφώνω, να βγάζουν κάτι διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται στην καθημερινότητά τους. Δεν θέλω όμως να χαμογελάνε, θέλω το βλέμμα καθαρό».

Ονειρεύεται πολλά: εξώφυλλα, αξιόλογες δουλειές, να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από αυτό που αγαπά, κάτι που δεν κρύβει πως τον κάνει να σκέφτεται να ακολουθήσει τη λύση του εξωτερικού. Μα πάνω από όλα νιώθει καλά με τον εαυτό του. «Αγωνίζομαι. Σκέφτομαι, γιατί όχι κι εγώ;»

Λέει πως δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του. Τον πιστεύω, αφού την περισσότερη ώρα που μου μιλά παίζει αμήχανα τα δάχτυλά του, σχεδόν δεν με κοιτάζει και οι λέξεις τουλάχιστον στην αρχή, βγαίνουν με δυσκολία.



«Μπορεί να είμαι κλειστός χαρακτήρας αλλά για μένα η οικογένεια μου, οι φίλοι μου, είναι οι άνθρωποι που με στηρίζουν και θεωρώ ευλογία που τους έχω δίπλα μου. Μου δίνει δύναμη ένα τηλεφώνημα, ένας καφές μαζί τους. Όταν έχω φωτογράφηση, παίρνω μαζί τους φίλους μου. Με βοηθούν ή απλά στέκονται σε μια γωνία κι αυτό μου φτάνει.»




Θέλω να αντλήσω πληροφορίες για τους συνομήλικούς του…

«Οι περισσότεροι σκεφτόμαστε πως εάν δεν είχαμε τους γονείς μας θα πεινάγαμε. Το όνειρο κάποτε να μπορέσουμε να ανεξαρτητοποιηθούμε φαντάζει μακρινό και θολό.»

Και τα λάθη των προηγούμενων γενεών;

«Ήμασταν ατομιστές, πουλάγαμε την ψήφο μας για έναν διορισμό. Το παιδί μου και κανένας άλλος. Ας ανοίξουμε λίγο τα μάτια μας. Βέβαια απαιτείται αξιοκρατία. Όταν μια γυναίκα χωρισμένη με δυο παιδιά ψάχνει για δουλειά, δεν μπορεί να καλύπτει τη θέση ο νέος που ζει στο σπίτι των γονιών του.»

Λένε πως η γενιά σας είναι μια χαμένη γενιά…

«Εκεί που ονειρεύεσαι, στήνονται εμπόδια. Αν έχεις όμως πείσμα θα παλέψεις για το καλύτερο.
Εάν είχα συνεχίσει την πληροφορική, πιστεύεις πως τώρα θα έκανα κάτι; Θα περίμενα τον μπαμπά μου ή τον κάθε μπαμπά μου, να μου βρει δουλειά, ενώ τώρα προσπαθώ μόνος μου.»

Ο Λάμπρος θεωρεί κιτς τη φωτογραφία που έχει πολλά χρώματα πειραγμένα ή την ασπρόμαυρη που έχει κόκκινα χείλη ή λουλούδια, ενώ στην χώρα που ζει, τη μιζέρια και τη διάσπαρτη κλάψα.

«Δεν τα μπορώ, με κάνουν και βαριέμαι.»















You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook