Ένα χαζό κορίτσι

Μαΐου 14, 2013


Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από τότε που καθημερινά ακολουθούσα συγκεκριμένη διαδρομή για να φτάσω στη δουλειά μου.













Γράφει η Αιμιλία Πανταζή




Λεωφορείο, ύστερα μετρό, κατέβασμα στη στάση «Σύνταγμα». Περπατούσα με γοργό ρυθμό, κρατώντας σφιχτά το λουράκι της τσάντας μου. Ακολουθούσα τους υπόλοιπους. 

Παρατηρούσα τις ψηλοτάκουνες μπότες να περπατούν με χάρη, τα κορδόνια των αθλητικών να αγκομαχούν σφιχτά δεμένα, τα μποτάκια να δίνουν στο βήμα άνεση και ρυθμό, ενώ τα αντρικά καλοραμμένα παπούτσια να δηλώνουν παιχνίδια εξουσίας. Όλα ανεξαιρέτως άφηναν τα χνάρια τους στους υπόγειους διαδρόμους του μετρό και κατευθύνονταν προς τη σκάλα που οδηγούσε στην έξοδο. Τη σκάλα που άφηνε τον αέρα του πεζοδρομίου να σου αγγίξει το πρόσωπο. Κι ύστερα, μια μεγάλη ευθεία μέχρι να περάσω απέναντι στη διάβαση, στο φανάρι.

Κάθε πρωί την ίδια πάντα ώρα την συναντούσα. Λίγο χαζούλα θα έλεγα, παιδί σε σώμα ώριμης γυναίκας. Τα παλιοτριμμένα υφάσματα που κολυμπούσαν πάνω της, δήλωναν την πορεία της ζωής της. Το σχεδόν, βιασμένα κακοκουρεμμένο μαλλί της, την έκανε να φαντάζει ακόμη πιο κακορίζικη, ενώ τα μεγάλα της μάτια, κατεβασμένα, κοιτούσαν το έδαφος. Για μια στιγμή, έψαξα να βρω τις ρυτίδες της. Ήταν εκεί. Στα χαμηλά. Μαρτυρούσαν τον αίτιο της ύπαρξής τους: κακουχίες και εκμετάλλευση από τους «έξυπνους» είχαν εμφανιστεί στο δέρμα της χαζούλας. Το χέρι της απλωμένο προς τις κυρίες και τους κυρίους που διάβαιναν το πεζοδρόμιο του Συντάγματος, αναζητούσε. Τι; Νόμιζα πως ήξερα. Μια φορά έκανα τον κόπο και έδωσα αυτό που νόμιζα. Τις υπόλοιπες φορές έβαλα μπροστά τη λογική...

«Κι αν λέει ψέματα; Κι αν δεν έχει πραγματική ανάγκη; Κι αν πιαστώ κορόιδο; Κι αν την περιμένουν παρά κάτω; Κι αν… και η λογική που υπηρετεί τα «αν» και τα ερωτηματικά δεν έλεγε να σταματήσει. Η λογική των περισσοτέρων ίδια. Κάποιες φορές φανερωνόταν είτε με φευγαλέες ματιές προς τη χαζούλα, είτε με παγερή αδιαφορία, είτε θέλοντας να ξεπεράσει τα προσωπικά της όρια, άφηνε λίγα κέρματα στο χέρι του παράξενου κοριτσιού. Τίποτα όμως δεν φαινόταν ικανό να της αλλάξει τη διάθεση. Οι ρυτίδες της εξακολουθούσαν να κοιτούν χαμηλά.

Μα τι ζητούσε πια αυτό το κορίτσι; 

 Παραμονές Πρωτοχρονιάς κι ο διευθυντής μάς ήθελε έστω για λίγες ώρες εκεί. Τι λόξα κι αυτή… κι η διαδρομή ξανά η ίδια. Λεωφορείο, μετρό, στάση Σύνταγμα. Το ίδιο ανακουφιστικό ανέβασμα της σκάλας, το ίδιο κορίτσι να περιμένει. Νευριασμένα άκουγα τα τακούνια μου να με συντροφεύουν. Ήξεραν κι αυτά για τις λόξες γενικώς, αφού ήταν τα αγαπημένα μου. Το κορίτσι κοιτούσε αυτή τη φορά προς το μέρος μου. Δεν ήταν λυπημένη. Μου χαμογελούσε διάπλατα. Μου κουνούσε τα χέρια της με χαρά, χοροπήδαγε πάνω κάτω, σαν το μικρό παιδί που του έδιναν καραμέλες εκεί που δεν περίμενε τίποτα από κανέναν. Ο ενθουσιασμός της που με έβλεπε με παραξένεψε.

Σαν να με περίμενε… Εμένα; 

Τρία βήματα και την έφτανα. Λες να μάθω επιτέλους τι θέλει το χαζό κορίτσι από εμάς, τους περαστικούς του Συντάγματος; Κι έμαθα.. από την μπροστινή μου κυρία… από ένα κρουασάν του εμπορίου… από ένα μικρό χυμό… και από ένα γρήγορο, τρυφερό χάδι που ακούμπησε την πλάτη της. Δεν κράτησε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα η συνάντησή τους. Λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα σε τόσο κόσμο ήταν αρκετά για να φυτρώσει το χαμόγελο στα χείλη του χαζού κοριτσιού. Λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκαν και για μένα μέχρι να τις προσπεράσω και να φτάσω στο φανάρι.

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook