Το μυστικό του Σαρλό

Απριλίου 17, 2013



«Μπορεί ποτέ να μην καταφέρω να κάνω κάτι σημαντικό, αλλά τουλάχιστον ξέρω πως το έχω προσπαθήσει…»
Τσάρλi Τσάπλιν, 16 Απριλίου 1889 - 25 Δεκεμβρίου 1977




Ο Σερ Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν ο νεότερος (Charles Spencer Chaplin Jr), γνωστότερος με το υποκοριστικό Τσάρλι και, στην Ελλάδα κυρίως, με το προσωνύμιο «Σαρλό», υπήρξε Άγγλος ηθοποιός - εβραϊκής καταγωγής και σκηνοθέτης, που μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλιγουντ.


Λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, έπεσε σε δυσμένεια από την αμερικανική κυβέρνηση (ήταν η εποχή του μακαρθισμού) και το 1952, ενώ ταξίδευε προς το Λονδίνο, του απαγορεύτηκε να επιστρέψει στην Αμερική. Έκτοτε έζησε στην Ελβετία με την τέταρτη γυναίκα του, Ούνα, και τα οχτώ από τα έντεκα συνολικά παιδιά του.



Το μυστικό του Ανθρωπάκου

«Σε κάθε του έργο έρχεται και ξανάρχεται αυτή η πάλη του Ενός με το τυφλό Σύνολο, η πάλη του Αδύνατου με τους Δυνατούς, η πάλη του Φτωχού με τους Πλούσιους. Αν στην πάλη αυτή, ο ένας, ο αδύνατος, ο φτωχός, συντριβόταν, οι ταινίες του Τσάπλιν δε θα ήταν παρά ρεαλιστικά δραματικές. Αν νικούσε κι ευτυχούσε, δε θα ήταν παρά νέες εκδόσεις του συμβατικού "χάπι-εντ". Ο Τσάπλιν διάλεξε άλλον, πολύ βαθύτερο δρόμο: Ο αδύνατος, ο μόνος, με την εξυπνάδα του, με τη λυγεράδα του, γελοιοποιεί τους δυνατούς, εξευτελίζει τη σοβαρότητά τους, κουρελιάζει την αξιοπρέπειά τους, κατατροπώνει τη δύναμή τους. Αλλά η νίκη του σταματάει ως εκεί. Είναι μια νίκη χωρίς γέρας, χωρίς κέρδος άλλο από τη χαρά που νιώθει ο Δαυίδ για τη συντριβή του Γολιάθ. 



Ο Τσάπλιν, κι όταν νικάει, αρνιέται τους καρπούς της νίκης του, δε δέχεται να γίνει ο ίδιος πλούσιος, δυνατός, δυνάστης ίσως. (Το τέλος του "Χρυσοθήρα" είναι μια εξαίρεση, μέσα στο έργο του). Του φτάνει να γκρεμίσει, έστω και για λίγο, τη Δύναμη απ’ το θρόνο της, να της πάρει το κνούτο απ’ τα χέρια. Έπειτα, ξαναγυρίζει στη φτώχεια του και στη μοναξιά του. Ξέρει πως η ευτυχία δεν υπάρχει στη Δύναμη και στον Πλούτο – και ξέρει πως η ευτυχία του Έρωτα είναι πύργος στην άμμο. Έτσι παίρνει πάλι το μεγάλο δρόμο, μόνος, γυμνός, έρημος, με την πίκρα στην καρδιά, με τη μάσκα του χαμόγελου στα χείλια – και με την πάντα ανικανοποίητη δίψα για τη μεγάλη Αγάπη.



Όπως έλεγε ο ίδιος κάποτε "τα τεράστια ασήκωτα παπούτσια του είναι το πιο σημαντικό και το πιο συμβολικό μέρος του Ανθρωπάκου. Που διψάει για έρωτα, αλλά τα πόδια του δεν τον αφήνουν να τρέξει σ’ αυτόν". Μα είναι και το γενικότερο σύμβολο του δραματικού χάους ανάμεσα στη Θέληση και στην Μπόρεση των βροτών. Ανάμεσα στους απέραντους πόθους μας και στη λιγοστή δύναμή μας. Ενός χάους που, ακόμα κι όταν το ξέρουμε, δεν παύουμε –μια ζωή ολόκληρη – ν’ αγωνιζόμαστε για να το γεφυρώσουμε.»


ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΥ»
απόσπασμα από άρθρο του στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 25/4/1958



Ο βωβός κινηματογράφος είχε βρει τον ήρωά του. Ο πεινασμένος αλήτης θα ήταν ο τύπος που θα έμενε στην ιστορία. Ποια ήταν όμως η έμπνευσή του Σαρλό;

«Ένα Σάββατο, μετά το σχολείο, έφτασα σπίτι αλλά δε βρήκα κανέναν εκεί. Ο Σίντνεϊ, όπως συνήθως, έλειπε όλη τη μέρα παίζοντας μπάλα και η νοικοκυρά μου είπε ότι η Λουίζ και ο γιος της είχαν βγει από νωρίς το πρωί. Στην αρχή ένιωσα ανακούφιση, γιατί αυτό σήμαινε πως δε θα είχα να τρίβω πατώματα και να καθαρίζω μαχαίρια. Περίμενα μέχρι πολύ μετά την ώρα του μεσημεριανού, οπότε άρχισα να ανησυχώ. Ίσως να με είχαν εγκαταλείψει. Καθώς το απόγευμα περνούσε και χανόταν, άρχισαν να μου λείπουν. 
Τι είχε συμβεί; Το δωμάτιο έδειχνε αγριωπό και ανυπόφορο, τόσο άδειο, που με τρόμαζε. Άρχιζα κιόλας να πεινάω• έτσι κοίταξα στο κελάρι, αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Δεν μπορούσα να αντέξω άλλο αυτή την αίσθηση του κενού, κι έτσι βγήκα έξω, έρημος, και πέρασα το απόγευμα τριγυρνώντας στα παζάρια που υπήρχαν ολόγυρα. 



Περιπλανήθηκα στη Λάμπεθ Γουόκ και στη Γάτα, κοιτάζοντας πεινασμένα στα παράθυρα των μαγειρείων τα προκλητικά, αχνιστά ψητά κοψίδια από χοιρινό και βοδινό και τις χρυσοκάστανες τηγανητές πατάτες πνιγμένες στη σάλτσα. Έπειτα, για ώρες παρακολούθησα τους διάφορους ψευτογιατρούς να πουλάν τα παρασκευάσματά τους. Αυτό μου τράβηξε την προσοχή και με καταπράυνε, και για λίγο ξέχασα τα χάλια και την πείνα μου.»




Ο Τσάρλι Τσάπλιν περιγράφει τις σκηνές από τη ταινία του «Το χαμίνι» (1921)

«Υπήρχε μια σκηνή, όπου θέλαμε να κλάψει στ’ αλήθεια ο Τζάκι τη στιγμή που τον απομάκρυναν από εμένα δύο υπάλληλοι του ασύλου. Του είπα όλων των ειδών τις τρομαχτικές ιστορίες, αλλά ο Τζάκι είχε μια πολύ χαρούμενη και παιχνιδιάρικη διάθεση. Αφού περιμέναμε για μια ώρα, είπε ο πατέρας του: "Θα τον κάνω να κλάψει".
"Μην τρομάξεις ή χτυπήσεις το παιδί", είπα όλο ενοχή.
"Ω, όχι, όχι", είπε ο πατέρας.



Ο Τζάκι είχε τόσο όμορφη διάθεση που δεν είχα το κουράγιο να μείνω και να δω τι θα του έκανε ο πατέρας του, έτσι πήγα στο καμαρίνι μου. Λίγες στιγμές αργότερα άκουσα τον Τζάκι να κλαίει και να οδύρεται.




"Έτοιμος είναι", είπε ο πατέρας του.

Ήταν μια σκηνή όπου σώζω το παιδί από υπαλλήλους του ασύλου, κι ενώ κλαίει ακόμη το αγκαλιάζω  και το φιλώ. Μόλις τελείωσε, ρώτησα τον πατέρα: "Πώς τον κατάφερες να κλάψει;".
"Του είπα απλώς πως αν δεν τα κατάφερνε, θα τον παίρναμε από το στούντιο και θα τον στέλναμε στ’ αλήθεια στο άσυλο".
Γύρισα προς τον Τζάκι και τον πήρα στα χέρια μου για να τον παρηγορήσω. Τα μάγουλά του ήταν ακόμη υγρά από τα δάκρυα. "Δεν θα σε πάρει κανείς από δω», του είπα.
"Το ήξερα", ψιθύρισε. "Ο μπαμπάς με κορόιδευε".




Πηγή: Τσάρλι Τσάπλιν «Αυτοβιογραφία» εκδόσεις Παρατηρητής

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook