Ηρακλής Φοβάκης: «Όνειρο δεν είναι να 'χω δέκα παλτά»

Μαρτίου 27, 2013


Ο Ηρακλής Φοβάκης αναζητά διαρκώς ένα νέο ταξιδιωτικό προορισμό, τη καινούρια γνώση, ένα άσχημο πρόσωπο, το φως μες το σκοτάδι...


Γράφει η Αιμιλία Πανταζή


Πέρασε ανέμελα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο Ηράκλειο, το όνομά του παραπέμπει στον μυθικό ατρόμητο ήρωα, Ηρακλή, ενώ το επίθετο του στο εντελώς αντίθετο, στο φόβο. Του το λέω και κείνος γελά.
«Έχει όμως μια τέλεια ισορροπία όλο αυτό» 
Αυτή την ισορροπία ψάχνει στη ζωή του ο θεραπευτής - ζωγράφος, Ηρακλής Φοβάκης, αλλά μέσα από τα δύσκολα.




-Σου αρέσουν τα δύσκολα;

«Εκεί ξέρεις είμαι Ηρακλής. Ακόμη και αν μου προσφερθεί απλόχερα ο εύκολος δρόμος θα αρνηθώ. Φοβάμαι  πως τα εύκολα είναι  και προσωρινά. Ξέρω, πως μέσα από ότι θα σε δυσκολέψει, ανοίγεται η αναζήτηση, κι εκεί θα ξεπεράσεις καταστάσεις και θα προχωρήσεις. Αλλιώς βαλτώνεις».

-Η ζωγραφική πως ξεκίνησε;

«Μου άρεσε να τρυπώνω  στο γραφείο του παππού μου που ήταν πολιτικός μηχανικός, να χαζεύω τα μολύβια του, τα παράξενα όργανα σχεδίασης και να σχεδιάζω συνέχεια. Αργότερα στο σχολείο, σε όλους έκαναν εντύπωση οι ζωγραφιές μου κι εγώ να σκεφτόμουν, μα καλά δεν είναι και κάτι τρομερό, εύκολο πράγμα.
Για 7 χρόνια μαθήτευσα ως παιδί δίπλα στον ζωγράφο, Αζαρία Μαδανιάν. Σε αυτόν τον άνθρωπο χρωστάω, μου ξεκλείδωσε πολλά…
Μια φορά, θυμάμαι, που είχαμε έρθει οικογενειακώς στην Αθήνα, κάποια στιγμή με χάνουν. Βρισκόμουν δίπλα σε μια έκθεση του Τσαρούχη για να χαζέψω τους πίνακες. Βρέθηκα λοιπόν να ρωτάω τον ζωγράφο για τα χρώματα, τα σχήματα, όταν ο πατέρας μου με βρήκε. Κι όταν του πρότεινε ο Τσαρούχης να με αφήσει να μαθητεύσω κοντά του, εκείνος αρνήθηκε. Έμενα βλέπεις στην Κρήτη και ήμουν μόλις 10 χρονών...»

-Πότε φεύγεις από το νησί;

«Στα 17 μου πηγαίνω για σπουδές στην Παιδική Ακαδημία στο Βελιγράδι αλλά εξ ανάγκης, αφού το ψώνιο μου ήταν πάντα η Καλών Τεχνών. Γι αυτό βέβαια ούτε συζήτηση στο σπίτι…
Μέσα από την Παιδαγωγική γνώρισα το παιδί. Έπειτα, κάνοντας την πρακτική μου συνειδητοποίησα πως αντί να με ενδιαφέρει η αριθμητική για παράδειγμα, με απασχολούσε γιατί το πίσω παιδί ήταν απομονωμένο, γιατί το άλλο στεκόταν βουρκωμένο και καθόμουν και του έπιανα κουβέντα. Ήθελα να το παρηγορήσω».

-Και αποφασίζεις να ξανακάτσεις στα θρανία και να σπουδάσεις ψυχολογία.

«Θεώρησα πως από εκεί θα μπορούσα να προσφέρω περισσότερα. Σήμερα λοιπόν εργάζομαι ως ψυχολόγος πλέον σε ειδικά σχολεία».

-Η αναζήτηση του μυστηρίου της ψυχής γοητεύει, έτσι δεν είναι;

«Πάρα πολύ. Έγινε κανόνας στη ζωή μου.
Ξέρεις, αρχικά ασχολήθηκα από τύχη με την ειδική αγωγή. Περιμένοντας να ανοίξει η επετηρίδα, ξεκίνησα να δουλεύω σε έναν νεοϊδρυθέντα κέντρο στο Ηράκλειο για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Και κόλλησα…»

-Μίλα μου γι αυτά τα παιδιά…

«Μάθημα ζωής, τι να σου πω».

Παρατηρώ ένα κλουβί κρεμασμένο στον τοίχο του γραφείου του. Μέσα κάθεται ένα ζευγάρι πουλιών. Μάλλον μαντεύει τη σκέψη μου.

«Κάποτε είχα έναν παπαγάλο και μου άρεσε να τον αφήνω ελεύθερο να πετά στο διαμέρισμα,  αλλά εκείνος ξαναέμπαινε από την ανοιχτή πόρτα του κλουβιού του. Είχε συνηθίσει εκεί, δεν του άρεσε φαίνεται η αναζήτηση»

-Εσύ όμως αναζήτησες το χαμένο σου όνειρο. Μεγάλος πια έδωσες στην Καλών Τεχνών.

«Και πέρασα στις εξετάσεις χάρη στη σειρά ζωγραφικών μου έργων, οι Μαρίες μου. Οι άσχημες Μαρίες μου».

-Σε γοητεύουν τα «άσχημα» πρόσωπα...

«Την ομορφιά της ασχήμιας δεν μπορεί να την αντικαταστήσει το ωραιότερο πρόσωπο του κόσμου.
Το να μπορείς να δεις πίσω από αυτό που φαίνεται, εκεί βρίσκεται η ομορφιά. Ακόμη και ένας άνθρωπος που μπορεί να θεωρηθεί πολύ άσχημος, μέσα σε έναν πίνακα για μένα μπορεί να είναι ο ωραιότερος πίνακας που έχω ζωγραφίσει. Πάντα προσέχω να βγάζω την ψυχή του άλλου κι όχι το φαίνεσθαι. Έχω θαυμαστές των άκρων. Ή θα λατρέψουν τα έργα μου ή θα τα μισήσουν, ανάλογα που θα μείνει η ματιά».

-Τι φοβίζει περισσότερο τον σύγχρονο άνθρωπο;

«Οι φοβίες του. Ό,τι φοβάται για τον ίδιο, φοβάται και να το αντιμετωπίσει. Πολλές φορές με ρωτούν, πως αντέχεις και δουλεύεις δίπλα σε παιδιά με πολυαναπηρίες, ή με νοητικές στερήσεις, με παιδιά που στέκονται ακίνητα λόγω παραλυσίας..»

-Πως βρίσκεις τις ισορροπίες σου λοιπόν;

«Είναι αυτές οι μικρές στιγμές που βλέπεις ξαφνικά μέσα από ένα παιδικό, ανέκφραστο προσωπείο να ξεπετάγεται  ένα χαμόγελο από το πουθενά. Η προσφορά. Αυτά τα 5 λεπτά.
Είναι αλήθεια πως τα συγκεκριμένα παιδιά σε σχέση  με ένα «φυσιολογικό» ας πούμε άτομο, σου δίνουν πάρα πολλά. Σου χαρίζουν απλόχερα τόση αγάπη. Αν σε αγαπάνε, θα σε αγκαλιάζουν συνέχεια, θα σε φυλάνε,  θα σε κάνουν ένα σάλιο από πάνω ως κάτω μόνο από αγάπη, ενώ όταν δεν τους αρέσει κάτι πάλι θα στο δείξουν, θα σε κλωτσήσουν, θα σε χτυπήσουν. Γνωρίζεις πως είναι ο τρόπος τους να σου δείξουν πως θέλουν ανθρώπινη επαφή. Δεν έχουν άλλο μέσο έκφρασης».

-Κι όλα αυτά ξορκίζονται με τη ζωγραφική;

«Πέρα από το ότι είναι για μένα τρόπος ζωής, είναι και το φάρμακό μου.  Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτήν. Όταν μπαίνω στο ατελιέ ξεχνιέμαι. Σαν να έχω ξυπνήσει εκείνη την ώρα. Χάνεται ο χρόνος, ο χώρος, τα πάντα. Βρίσκομαι σε πλήρη ταύτιση χεριού, ματιού, μπογιάς, πινέλου. Και να μου μιλήσεις, δεν θα σε ακούσω. Ο καμβάς σε ρουφάει».

-Ώρες που ζωγραφίζεις;

«Τα βράδια. Όλη την ημέρα ουσιαστικά "αδειάζεις" δίνοντας πράγματα. Στο σχολείο, που έχεις να ασχοληθείς με 44 παιδιά και άλλους τόσους γονείς και καθηγητές, τα απογεύματα στο γραφείο με ενήλικες... Όλοι τρέχουν στον ψυχολόγο.
Ξέρεις όλα αυτά είναι μέρος της ζωής μας. Δεν μπορείς να αποφύγεις να μην αισθάνεσαι πράγματα, πρέπει να τα διαχειριστείς. Το θέμα είναι πως τα αντιμετωπίζεις, τη στιγμή που τα νιώθεις, και αν δεν τους επιτρέπεις να σου γίνουν εμπόδιο. Δύσκολα πράγματα βέβαια».

-Τις νύχτες ονειρεύεσαι;

«Πολύ. Ονειρεύομαι πράγματα που καμιά φορά τα ζωγραφίζω κιόλας. Δημιουργώ εικόνες από το πουθενά. Ένα χαρακτηριστικό μου όνειρο είναι κάπου στο πολύ σκοτάδι να ξεπηδά φως».

-Η φλόγα του κεριού είναι καταδικασμένη να σβήσει ή μπορούμε να της δώσουμε κι άλλες  εναλλακτικές;

«Μοιραία θα σβήσει. Είναι εφήμερη η όλη ιστορία της ζωής. Το θέμα είναι πως τον αναπτήρα, την πηγή της φωτιάς, τον κρατάμε εμείς. Σβήνει κι εμείς την ανάβουμε ξανά, και ξανά, και ξανά. Όσο αντέχουμε. Το να καταφέρνεις να σηκώνεσαι μετά από ένα πέσιμο, σου δίνει μια γνώση που δεν είχες πριν. Νιώθεις πως δεν φοβάσαι και πολλά, αφού ξεπέρασα και αυτό…»



-Ζούμε την εποχή που οι άνθρωποι αρχίζουν να αναθεωρούν κάποια πράγματα;

«Μα εάν δεν το κάνουμε αυτό, θα χαθούμε. Ερχόμενος σε επαφή με ανθρώπους με κατάθλιψη, με μια πεσιμιστική διάθεση, προσπαθώ να τους κάνω να δουν αυτό που βλέπω στα όνειρά μου. Το φως μέσα στο σκοτάδι. Ζεις, περπατάς, τα πράγματα γύρω σου εξελίσσονται. Δεν τελείωσαν όλα επειδή στο λέει μια τηλεόραση, ή νιώθεις λίγο την τσέπη σου πιο άδεια. 
Στηριζόμαστε πολύ στο οικονομικό. Εμένα δεν θα μου απαγορεύσει κανείς να μην ζωγραφίζω ακόμη κι αν ζω σε μια καλύβα. Εάν σταματήσω να ζωγραφίζω γιατί δεν έχω το πινέλο των 50 ευρώ, τότε είναι λάθος δικό μου. 
Είναι η εποχή της υπέρβασης. Ή ξεκαθαρίζεις τα πράγματα τώρα, αυτά που έχουν αξία για σένα ή τα κουβαλάς όλα και κάποια στιγμή πόσα να αντέξει μια πλάτη και δυο πόδια;
Άλλο να κάνεις όνειρα και να θες να πας μπροστά. Αλλά τις περισσότερες φορές τα όνειρα δεν στοιχίζουν. Και όνειρο δεν είναι να έχω δέκα παλτά..»

-Τι είναι τότε;

«Οτιδήποτε μπορεί να φτάσει κανείς με το μυαλό του και να είναι εκεί μέσα καλά».





You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook