Ξένια Παπασταύρου: Το σπίτι του «Μπορούμε»

Φεβρουαρίου 28, 2013


Η ιστορία της χαράς και της ικανοποίησης για την Ξένια Παπασταύρου δεν είναι ότι μαγειρεύει ή προσφέρει η ίδια κάτι, εξάλλου δηλώνει πως υπάρχουν άλλοι που το κάνουν πάρα πολύ καλά. Μια γέφυρα που ενώνει ανθρώπους και ανάγκες κι ένας αισιόδοξος στίχος έλειπαν. Με αυτά τα υλικά χτίστηκε το «Σπίτι του Μπορούμε».

Γράφει η Αιμιλία Πανταζή


Ολοφώτεινος και ζεστός ο χώρος του «Μπορούμε». Η εγκάρδια ματιά της Ξένιας, ο ενθουσιασμός του Αλέξανδρου για τη βοήθεια από το εξωτερικό, η ζωή που άλλαξε της ευγενικής Αλέξιας, που πάντα έψαχνε τον τρόπο να βοηθήσει, η κοπέλα που μιλά στο τηλέφωνο προσπαθώντας να συντονίσει, η ώριμη κυρία που μπήκε με την φίλη της για να ρωτήσει πως να προσφέρει. «Φως, Θέλω, Μπορώ», λέξεις που συνόδευαν την πρωινή κουβέντα μου με τη Χρύσα Παπασταύρου.



-Τι κάνετε στο Σπίτι του Μπορούμε;

«Δημιουργούμε ένα δίκτυο ανθρώπων και εταιρειών που επιθυμούν να βοηθούν κοινωφελή ιδρύματα, κοινωνικές υπηρεσίες δήμων, συσσίτια, σχολεία και ιδιώτες. Αισθανόμουν ότι δεν υπάρχει τρόπος "συνάντησης" αυτών των δυο πλευρών, αλλά και προσωπικά το έβλεπα, να ήθελα να βοηθήσω και να μην γνώριζα ποιος έχει ανάγκη, τον τρόπο και το που».

-Πως ξεκίνησαν όλα;

«Η αφορμή δόθηκε μέσα από την εθελοντική πολύχρονη εργασία που είχα στην τράπεζα τροφίμων του Γεράσιμου Βασιλόπουλου, όπου έβλεπα πως από τη μια οι ανάγκες συνεχώς αυξάνονταν και από την άλλη οι δωρεές να μην έρχονταν πάντα από τις μεγάλες εταιρείες. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα υπάρχει ένας τρόπος όπου θα μπορούσαν να βρεθούν τα αναξιοποίητα, όσα δηλαδή καταλήγουν στα σκουπίδια ενώ είναι σε άριστη κατάσταση, και να δοθούν εκεί που τα έχουν ανάγκη. Να αξιοποιηθούν τα ψωμιά που μένουν στα ράφια ενός φούρνου στο τέλος της ημέρας, οι τούρτες που δεν πουλήθηκαν στο ζαχαροπλαστείο, οι μερίδες εστιατορίου που δεν δόθηκαν και ούτω καθεξής. Είναι λογικό από την μια να υπάρχει αυτή η σπατάλη κι από την άλλη να αυξάνονται οι ανάγκες και να μην μπορεί κανείς να κάνει κάτι; Κατάλαβα πως έλειπε η σύνδεση κι αναλογίστηκα τι μπορώ να κάνω. Εντάξει, έχω μια δουλειά, δύο μικρά παιδιά, χρήματα να δημιουργήσω τράπεζα τροφίμων δεν έχω, πως μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει κάτι μέσα σε αυτό το χάος; Σκέφτηκα ένα δυνατό και αισιόδοξο όνομα όπως το Μπορούμε και το Μάιο του 2011 στο πάρτυ γενεθλίων του γιού μου υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως σήμερα θα ξεκινήσω κάτι νέο. Χωρίς να ξέρω που θα οδηγήσει αυτό, δίχως να έχω υπόψη μου μαγαζιά που θα μπορούν να βοηθήσουν. Τι θα κάνω; θα βγω έξω να ζητάω; πως θα γίνει; αγωνίες και σκέψεις μου που τελικά με οδήγησαν να κάνω την αρχή αναρτώντας σε ένα απλό site στο internet τι θέλω να κάνω κι ένα μαγαζί στην Ηλιούπολη που ήταν ο πρώτος μας σύνδεσμος. Μεγάλη δημοσιότητα δόθηκε τον Οκτώβριο στην Καθημερινή όπου γύρισε πραγματικά ο διακόπτης. Από κείνη την ημέρα δεν έχει σταματήσει να χτυπάει το τηλέφωνο.
Σήμερα, η βάση δεδομένων μας αριθμεί 600 ιδρύματα και συσσίτια».


-Για ποιους λόγους χτυπάει το τηλέφωνο;

«Ένας ιδιώτης που έχει πρόβλημα σίτισης, κάποιος που αναζητεί φαγητό για τον γείτονά του, ένα συσσίτιο, ίδρυμα, σχολείο που έχει ανάγκη στήριξης, μια κοινωνική υπηρεσία ενός δήμου ή κάποιος που θέλει να βοηθήσει και δεν ξέρει τον τρόπο, ή ένα παιδί, όπως η Στεφανία, 14 ετών που ήρθε εδώ και δήλωσε την επιθυμία της να προσφέρει σε παιδιά. Την φέραμε σε επαφή με το ίδρυμα της Αγίας Άννας στην Νέα Ερυθραία, πήγε με την μαμά της και μαζί με τις φίλες της φτιάξανε μπάρες δημητριακών και τις δώρισαν.Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάθε φορά που έχει γενέθλια ένα παιδί αναλαμβάνουν να ετοιμάζουν την τούρτα γενεθλίων του».

-Τα έξοδα πως καλύπτονται;

«Στην αρχή δούλευα από το σπίτι με το τηλέφωνό μου, ενώ αργότερα μου παραχώρησε γραφείο και σταθερό τηλέφωνο στο γραφείο της η μητέρα μου. Οι ανάγκες όμως αυξήθηκαν κι εγώ δεν μπορούσα να να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Έτσι, τον Ιανουάριο του 2012 αυτή η εθελοντική πρωτοβουλία πήρε μορφή ως μια μη αστική κερδοσκοπική εταιρεία και εν συνεχεία χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Νιάρχου. Επίσης, ένα ζευγάρι Ελβετών που είχε ακούσει για μας κι ήθελε να βοηθήσει ήρθε στην Ελλάδα και αντί για να ταξιδέψει στα νησιά της χώρας μας, θέλησε μαζί να επισκεπτούμε το σύλλογο Φροντίδα στην Πεντέλη και άλλους τέτοιους χώρους, ενώ στο τέλος ρωτώντας μας τι θα χρειαζόμασταν, τους απαντήσαμε ένα χώρο μόνιμο. Μας πρόσφεραν το ποσό του ενοικίου μας για την στέγαση του Μπορούμε».

-Πόσα άτομα απασχολούνται;

«Σε εβδομαδιαία βάση περίπου είκοσι και πολλοί προσφέρουν από μακριά, π.χ. ο Γιώργος, ο οποίος είναι προγραμματιστής και μας βοηθά με το διαδίκτυο, η Άρτεμις που είναι γραφίστρια...
Εξακόσιοι άνθρωποι έχουν κάνει αίτηση για εθελοντική εργασία. Ακόμη και πρόωρα συνταξιούχοι με τεράστια επαγγελματική εμπειρία που αντί να κάτσουν σπίτι τους έρχονται εδώ και προσφέρουν».

-Πως έχεις μεγαλώσει; Είχες μια εύκολη ζωή;

«Εζησα κάποια παιδικά μου χρόνια στην Νότια Αφρική, ενώ δεν έχω αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου πείνα. Έτυχε να έχω δυο γονείς που να με φροντίζουν, μια αδελφή, φίλους, μια ζωή άνετη, θα έλεγα».

-Και πως μπήκες στη διαδικασία να σκεφτείς όσους πεινάν, όσους έχουν προβλήματα επιβίωσης;

«Το έχω σκεφτεί αυτό που λες, και ειδικά σε σχέση με τα παιδιά μου. Πως δηλαδή να μεταδώσω σε δυο παιδιά, πέντε και επτά ετών την αγάπη για την αλληλεγγύη.
Πήγα σε ιδιωτικό σχολείο, με το οποίο επισκεπτόμασταν τακτικά πολλά ιδρύματα. Παίζαμε μουσική στο γηροκομείο, στο Παίδων, θυμάμαι είχαμε πάει στο Λαύριο, είχαμε μιλήσει με τον δήμαρχο και είχαμε προσπαθήσει να μαζέψουμε τρόφιμα και πράγματα για τις οικογένειες. Ζούσα σε ένα τέτοιο κλίμα. Είχα δυο γιαγιάδες της προσφοράς. Στη γειτονιά η γιαγιά μου ήταν εκείνη που έτρεχε για όλους. Μάλλον κάπου εκεί μπήκε ο σπόρος».

-Στην ερώτηση τι κάνει η μαμά, τι απαντούν τα παιδιά σου;

«Η μαμά δίνει φαγητό. Και το λένε με χαμόγελο, δεν αισθάνονται πως είναι όλο αυτό δύσκολο ή στενάχωρο. Έχουμε πάει μαζί σε ιδρύματα και σε συσσίτια και προσπαθώ να τους εξηγήσω πως λειτουργούν.
Ο μικρός Ορφέας μια μέρα πήγε σε ένα συρτάρι, πήρε λίγα χρήματα, μου τα έφερε και μου είπε πως αυτά είναι για να πάρεις γάλα στα παιδιά που δεν έχουν. Γενικά έχουν καταλάβει πως μπορείς κάτι να κάνεις.  Πως γίνεται να βοηθήσεις μια ολόκληρη χώρα, με ρώτησε σήμερα το πρωί ο μεγάλος μέσα στο αυτοκίνητο και του απάντησα πως δε ξεκινάς έτσι αλλά με το τι θα κάνεις εσύ. Θα πεις θα βοηθήσεις έναν άνθρωπο και θα ξεκινήσεις κι αν σκεφτείς κάτι που θα βοηθήσει πολλούς, τότε ακόμη καλύτερα».



-Ο μαραθώνιος πως προέκυψε;

«Απ' το σχολειό μου άρεσε. Αργότερα λόγο χρόνου δεν συνέχισα, ώσπου θέλοντας να βελτιώσω την φυσική μου κατάσταση, πήρα ένα βιβλίο με οδηγίες πως να ξεκινήσει κανείς σταδιακά να αθλείται και μπήκε ο στόχος να τρέξω έναν μαραθώνιο με σκοπό να μαζευτούν χρήματα για την τράπεζα τροφίμων. Με τη βοήθεια της Μαρίας Πολύζου, πρωταθλήτριας Ελλάδος στον μαραθώνιο δρόμο, στις 31 Οκτωβρίου 2011 έγινε τελικά και αυτό».

-Πριν κοιμηθείς το βράδυ τι σκέφτεσαι;

«Αν έκανα αυτά που θα μπορούσα να κάνω ενώ συνεχώς έχω πολύ έντονη την αγωνία των παιδιών όπως νομίζω κάθε μάνα».


-Ένας ολόκληρος τοίχος είναι γραμμένος με στίχους του Νικηφόρου Βρεττάκου...

«Ψάχνοντας να βρω ένα ενθαρρυντικό μήνυμα να στείλω σε μια φίλη, βρήκα τον στίχο του Νικηφόρου Βρεττάκου: "Νόμιζα ότι δεν είχα τίποτα και είχα χιλιάδες στρέμματα καρδιά". Από τότε ακολούθησε μια αναζήτηση που καθόρισε εμένα αλλά και το Σπίτι του Μπορούμε. Επειδή πολλές φορές χειριζόμαστε και πολύ δύσκολες καταστάσεις, η αισιόδοξη ματιά του ποιητή μας συνεφέρει όλους. Εχει πολύ Νικηφόρο εδώ μέσα...».

-Στη ζωή ό,τι δίνεις παίρνεις;

«Όχι, στη ζωή όταν δίνεις παίρνεις πολλά περισσότερα αρκεί να θέλεις να δώσεις. Αυτό το εισπράττουμε εδώ καθημερινά».

-Γιατί ξαφνικά όλοι μας έχουμε νιώσει την ανάγκη να βοηθήσουμε;

«Μια κοινωνία δημιουργείται, έλεγε ο Πλάτωνας, όταν οι άνθρωποι δεν νιώθουν αυτάρκεις. Άρα γιατί ξαφνικά έχουν ξεκινήσει όλοι και βοηθάνε αυτή τη δύσκολη στιγμή;
Γιατί και τα ιδρύματα δεν είναι αυτάρκη, χωρίς αρκετή χρηματοδότηση και δωρεές, αλλά και οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν την οικογένειά τους, τον εαυτό τους κι αυτό έχει δημιουργήσει μια εξωστρέφεια. Δημιουργούνται μικρές κοινότητες ανθρώπων».

-Το αδύνατο σου σημείο;

«Το αίσθημα της ανεπάρκειας που μερικές φορές δεν σε αφήνει να χαρείς αρκετά ή και λόγω των πολλαπλών ρόλων, να μην σου επιτρέπει να παραδεχτείς πως εντάξει, ας ξεκουραστείς τώρα, έκανες αρκετά».

-Το δυνατό σου;

«Αυτό θα έπρεπε να το πει κάποιος άλλος, αλλά αυτό που προσπαθώ είναι να μπω στη θέση του άλλου για να μπορέσω να βοηθήσω περισσότερο. Αν κάτι μπορεί να μάθει κανείς στη ζωή του είναι η ενσυναίσθηση».

-Το αύριο;

«Εχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας. Στην Ελλάδα ακόμη πολλές επιχειρήσεις πετούν φαγητό, αγροτικά προϊόντα μένουν αδιάθετα στα χωράφια και δεν έχει να κάνει με την κρίση μόνο. Γιατί να πετάς πράγματα που είναι σε άριστη κατάσταση; το άσυλο ανιάτων έχει ανάγκη από 5000 πάνες τον μήνα, από σεντόνια, ενώ από την άλλη ένα μεγάλο ξενοδοχείο μπορεί λόγω ανακαίνισης να αλλάξει 3000 σεντόνια τον χρόνο. Εμείς έχουμε μια συνεργασία με την Ένωση Ξενοδόχων Αθηνών και με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων. Ένα συγκινητικό περιστατικό, όταν τηλεφώνησε μια κυρία που ήθελε να δωρίσει ένα πιάνο, ενώ από την προηγούμενη ημέρα μας είχαν πει από το σύλλογο ανιάτων πως χρειαζόντουσαν ένα πιάνο. Όταν λοιπόν τους ενημερώσαμε πως βρέθηκε, δεν μας πίστευαν.
Έχουμε δικτυώσει εκπαιδευτικούς που θέλουν να προσφέρουν μαθήματα σε σχολεία, μουσικούς να παίξουν μουσική σε ιδρύματα. πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Εμείς εστιάζουμε στο τι θέλει ο καθένας τελικά να κάνει. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι θα  ευχαριστήσει τον εθελοντή και αυτό να του προτείνουμε. Από τον άλλον θα απελευθερωθεί ενέργεια κι όχι από μας, άρα σε αυτή πρέπει να επενδύσεις για να υπάρχει και αποτέλεσμα. Φτιάχνεις τις γέφυρες μεταξύ των ανθρώπων και μετά αυτές οι σχέσεις μένουν, και η γειτονιά αλλάζει. Όπως στο ειδικό σχολείο στο Μενίδι. Μια φορά τους στείλαμε πράγματα αλλά τώρα επιχειρήσεις που βρίσκονται στην πόλη, όποτε περισσεύουν φρούτα, τα δίνουν απευθείας στο σχολείο».

Σ.σ.: Για περαιτέρω πληροφορίες, www.boroume.gr




You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook