«Είσαι καλά; Σε αγαπάνε;»

Φεβρουαρίου 11, 2013



-Θεία, να ’ρθω; της έλεγα στο τηλέφωνο, τόσο δα πιτσιρίκι θα ’μουνα, θα μου φτιάξεις τυροπιτάκια; «Και βέβαια», μου ’λεγε εκείνη, «σε περιμένω. Η πόρτα θα ’ναι ανοιχτή».












Η πόρτα ήταν πάντα μισάνοιχτη, όταν έφτανα. Όλα τα υλικά παρατεταγμένα στο τραπέζι. 

Και κείνη με περίμενε. 

Πάντα με περίμενε. Ό, τι ώρα και να ’ταν, όποια μέρα, όταν της τηλεφωνούσα ή περνούσα τυχαία από το σπίτι της, πάντα την έβρισκα πρόθυμη να αφήσει ότι κι αν έκανε και να καταπιαστεί μ’ αυτό που της ζητούσα. 

Να βάλει τις μαγικές κουταλιές του αλευριού στο τηγάνι, να μοσχομυρίσει ο τόπος, να γεμίσει το στόμα μου από το σάλιο της γευστικής προσμονής, να βάλει τα δημιουργήματά της προσεκτικά στην καλή πιατέλα της προίκας της και να τα πασπαλίσει με το τριμμένο της τυρί (τριών ειδών τυριά κι άστους να νομίζουν ότι είναι μόνο ένα, «μυστικό» μου λεγε, κλείνοντάς μου το μάτι). 

Καθόμουνα, αλλά πριν φάω έπρεπε να ξαλαφρώσω την ψυχούλα μου. Αυτό ήταν το άλλο γκουρμέ μυστικό της θείας μου. 

Της έλεγα, μου λεγε και πάντα κατέληγε: «Αλλά μπορείς να ’ρχεσαι πάντα εδώ...»  

Πάντα μπορούσα να πηγαίνω εκεί. Η θεία μου πάντα θα με περίμενε. 

Περνούσαν τα χρόνια, πήγα στο Πανεπιστήμιο κι όταν γύριζα στο νησί, ήταν σαν η θεία μου να μην το ’χε κουνήσει ποτέ από την κουζίνα της. Δεν άκουγε πια τόσο καλά και το τηλέφωνο έπρεπε να χτυπάει κάμποσες φορές, αλλά πάντα το σήκωνε. «Έλα». Και πήγαινα. 

Κι αργότερα, όταν εγώ είχα μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ κι εκείνη είχε γεράσει ακόμα περισσότερο, τα τυροπιτάκια τα ’χε πια έτοιμα όταν πήγαινα. 

Έπασχε από κάτι που λέγεται «τρόμος», τα χεράκια της δεν μπορούσαν να μείνουν σταθερά περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα, έτρεμε από το καλοχτενισμένο, ακόμα, κεφαλάκι της μέχρι τα πόδια της. 

Ποιος ξέρει πόση ώρα έκανε να μου ετοιμάσει τα τυροπιτάκια μου ίσως κι ολόκληρη τη μέρα που με περίμενε. Δεν έβλεπε πια και καλά κι όλα τα ’κανε δραματικά αργά. 


Αλλά πάντα όποια ώρα ή μέρα της τηλεφωνούσα... «Έλα», μου ’λεγε. 

Μπήκε στο γηροκομείο, στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων αρρώστων και κάθε που πήγαινα, μ έπαιρνε από το χέρι –πάντα εκείνη μ’ έπαιρνε από το χέρι– και βγαίναμε στο προαύλιο. 

Τις περισσότερες φορές ήταν χαμένη στον κόσμο της. Όταν μας έκανε τη χάρη να επισκεφτεί τον δικό μας με κοίταγε με την ίδια έγνοια: «Είσαι καλά; Σ' αγαπάνε;» σαν να φοβόταν το κενό που θ` άφηνε τώρα που θα ’φευγε. Και μετά χαμογέλαγε... «Κρίμα που δε μπορώ να σου φτιάξω πια τα τυροπιτάκια σου»

-Δε πειράζει θεία, της απαντούσα. Μου φτάνεις εσύ. Μια μέρα θα σου φτιάξω και θα σου φέρω εγώ. Με κοίταζε γλυκά. Απόκοσμα γλυκά... 
«Αλήθεια;» 
-Αλήθεια. 

Δεν κράτησα το λόγο μου. 

Προχθές, Κυριακή πρωί ξύπνησα σ ένα φιλικό, φιλόξενο σπίτι περιτριγυρισμένη από πιτσιρίκια που φώναζαν εν χορώ: «Πεινάμε»! 

«Ελάτε», τους είπα «θα σας φτιάξω τυροπιτάκια». 

Και τότε, ψάχνοντας τα υλικά, ανακάλυψα και το τελευταίο κρυμμένο μυστικό της: το κελαρρυστό γέλιο του παιδιού που υπήρξα κάποτε.... 

*Η Αγγελική Πλουμά είναι Σύμβουλος Προσωπικής- Επαγγελματικής Ανάπτυξης

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook