Άννα Στεργίου: «Εγώ βλέπω πράγματα που ο άλλος μπορεί να θεωρεί σκουπίδια»

Δεκεμβρίου 13, 2012

Η Άννα Στεργίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Είτε ερευνά ένα ρεπορτάζ ή γράφει ένα βιβλίο «βουτά» στα βαθιά…



Γράφει η Γεωργία Λινάρδου



Το πρώτο βιβλίο που έγραψε η Άννα Στεργίου δεν εκδόθηκε ποτέ… 


«Πολλά πράγματα μπορεί να γράψει κανείς, το τι θα εκδοθεί, όμως, είναι και θέμα συγκυριών. Το πρώτο βιβλίο που έγραψα αλλά δεν το τελείωσα ποτέ ήταν για τη γιαγιά μου, μία γυναίκα η οποία γεννήθηκε σε άσχημες συνθήκες και παρ’ όλα αυτά μέσα από τον τρόπο ζωής της, κατόρθωσε να αφήσει ηθική κληρονομιά. Είναι ένας άνθρωπος που έχει φύγει τόσα χρόνια και ακόμη και σήμερα καθορίζει το πώς θα σκεπτόταν εκείνη κάτι. Δεν το τελείωσα ποτέ επειδή κάποιοι θεώρησαν ότι μπλέκομαι σε οικογενειακές ιστορίες. Δεν είχα καμία πρόθεση να το κάνω αυτό. Για μένα οι άνθρωποι δεν είναι ούτε άσπροι, ούτε μαύροι. Έχουν και γκρίζες ζώνες και μελανά σημεία, και κόκκινα… έχουν μια θεϊκότητα μέσα τους. Ένας άνθρωπος που τον βλέπεις ξαφνικά και είναι ο 'τελευταίος' μέσα στην κοινωνία από άποψη εισοδηματική και μπορεί να κάνει κάτι το οποίο μπορεί να τον ανεβάσει εκατό χιλιάδες σκάλες… η ψυχή του ανθρώπου είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από αυτό που η κοινωνία θέτει ως όρο για να είναι καλό». 





Το επόμενο βιβλίο «Tα μάτια του φόβου», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη. Της χάρισε και την ανακήρυξή της το 2005 σε γυναίκα της χρονιάς για τη Θεσπρωτία. Αναφέρεται στην ιστορία του ψυχιατρείου της Λέρου. 






Έρευνα ή μυθοπλασία;


«Είναι μυθοπλασία, απλώς βασίζεται σε ιστορίες που άκουσα όταν πήγα στο ψυχιατρείο της Λέρου. Με είχε στείλει η Ελευθεροτυπία για ρεπορτάζ σε ένα καινοτόμο πρόγραμμα που το έκαναν άνθρωποι από τη Λέρο. Τότε ήταν στο φουλ της μεταρρύθμισης το ψυχιατρείο και υπήρχε ένα ενθουσιασμός. Οι άνθρωποι ασχολούνταν με τα εργαστήρια με τον χορό τους, έβγαιναν έξω. Θεωρώ τους κατοίκους της Λέρου ήρωες, έχοντας όλο αυτό το πράγμα». 

Ίσως είναι μία από τις λίγες κοινωνίες που τους αποδέχθηκε. Κι αυτό συνέβη πριν πολλά χρόνια. Ακόμη και τώρα υπάρχουν κοινωνίες που αντιδρούν… 

«Στη Λέρο φτάσανε τα λεγόμενα καράβια των τρελών  Όσοι ήταν για δύο χρόνια στα αζήτητα από τα νοσοκομεία όλης της Ελλάδας, τους πήγαν στη Λέρο. Αυτό, λοιπόν, σήμαινε ότι σε όλη την Ελλάδα υπήρχε πρόβλημα, αλλά το πήγαν στη Λέρο για να το κουκουλώσουν. Εκεί υπήρχαν υποδομές από τους Ιταλούς. Βαριά περιστατικά, άνθρωποι που δεν τους αναζητούσαν οι συγγενείς τους». 

«Βουτάς» πολύ στην έρευνα σου. Ανάσα παίρνεις; 

«Η είσαι μέσα ή έξω. Το ίδιο κάνω και στο ρεπορτάζ. Δε μπορώ να μη με νοιάζει. Αν δε σε νοιάζει μην το κάνεις, κάνε κάτι άλλο που να σου αρέσει…» 

Αυτό δε σου κοστίζει ψυχικά; 

«Το δεδομένο είναι πως εγώ αγαπάω τους ανθρώπους και με τα ελαττώματά τους. Έχω φτάσει στο σημείο να απορρίπτω, αλλά η απόρριψη έχει να κάνει με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δε μπορώ τους ανθρώπους που είναι αχάριστοι, με ενοχλούν. Δεν τους θέλω στη ζωή μου. Δε μπορώ τους ανθρώπους που είναι ψεύτες. Τα κατά συνθήκη ψεύδη μπορεί να τα πει ο καθένας, αλλά τους ανθρώπους που ψευτίζουν με την έννοια που σου παρουσιάζουν μία άλλη εικόνα, μετά εμφανίζεται μία άλλη εικόνα. Εγώ δε μπορώ να ψάχνω συνέχεια τη διάθεση έχει ή τι θέλει να καλύψει. Βαριέμαι. Δεν τον κατηγορώ αλλά δεν τον θέλω πια στη ζωή μου». 

Με τον ίδιο τρόπο έχεις «βουτήξει» και στην έρευνα σου για τον Μπάρμπα Τάσο;


«Ναι, βουτάω για τον μπάρμπα Τάσο τον Χαλκιά γιατί είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Ο πατέρας μου είχε τρέλα με τον Μπάρμπα Τάσο, είχαμε μουσική στο σπίτι μας σε μια εποχή που η παραδοσιακή μουσική δεν άρεσε σε κανέναν άλλον, αλλά εγώ δεν πάω με τη μόδα, εγώ την καθορίζω». 

Πόσο καιρό δουλεύεις γι’ αυτό το βιβλίο; 

«Γύρω στον ενάμιση χρόνο εντατικής δουλειάς». 

Το πιο σημαντικό στοιχείο του Μπάρμπα Τάσου; 

«Έζησε σε μία εποχή δύσκολη και πάνω που άρχισε να γίνεται γνωστή η μουσική του, ήταν εκπληκτικός ο τρόπος παιξίματος του, θεωρήθηκε ο βασιλιάς των μοιρολογιών, του κλαρίνου, έτσι τον έλεγαν στην Αμερική, μεσολάβησε ο πόλεμος, ο εμφύλιος. Έχασε την οικογένεια του. Πώς να το αντέξει αυτό; Έχασε τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Παρ’ όλα αυτά ο άνθρωπος αυτός ξανάφτιαξε τη ζωή του από την αρχή. Εμείς σήμερα καλούμαστε να φτιάξουμε τη ζωή μας από την αρχή». 

Με άλλες δυνάμεις… 

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξεκινάς από την αρχή, αλλά όταν έχεις χάσει και την οικογένειά σου, έχασε δύο μωρά, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα. Αυτή την αδυναμία τη μετουσίωσε σε τέχνη. Άλλαξε τον κόσμο του, ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Και στο τέλος, το ελληνικό κράτος δεν του έδωσε ποτέ την τιμητική σύνταξη…». 

Με τι τρόπο προκύπτουν τα θέματα για τα βιβλία σου; Είναι και λίγο θέμα ενστίκτου; 

«Το βιβλίο για τον Μπάρμπα Τάσο μου ζητήθηκε από τον Λάκη Χαλκιά και ήταν μεγάλη μου τιμή. Γενικά όμως οι αφορμές υπάρχουν πάντοτε μπροστά μας από πράγματα που βλέπουμε, που διαβάζουμε. Εγώ βλέπω πράγματα που ο άλλος μπορεί να θεωρεί σκουπίδια. Δεν απορρίπτω κάτι χωρίς να το δω, απλώς ξεδιαλέγω και από τα σκουπίδια.». 

Αν δεν ψάξεις στα «σκουπίδια» μαθαίνονται οι άνθρωποι; 

«Όπως και να’ χει οι άνθρωποι πάντα προκαλούν εκπλήξεις. Κι αυτό είναι το γοητευτικό στοιχείο…» 

Είναι λίγο ειρωνικό αλλά έπρεπε να έρθει μια κρίση για να κάνουμε τον άνθρωπο «μόδα»; 

«Απλώς είδαμε τα χάλια τα υπόλοιπα και στραφήκαμε λίγο στον εαυτό μας… η κρίση έχει να κάνει και με το οικονομικό, αλλά έχει να κάνει και με κρίση εσωτερική. Δεν παράγονται πράγματα γιατί έχει να κάνει με κρίση πολιτισμού, με κρίση ιδεών». 

Πιστεύω πως διανύουμε κρίση παιδείας… 

«Δεν μπορώ να το πω ότι είναι κρίση παιδείας. Είμαστε μια γενιά που είμαστε στο μέσο, δε ζήσαμε το Πολυτεχνείο, είμαστε η γενιά μετά το Πολυτεχνείο. Είδαμε, λοιπόν, και τα θετικά του Πολυτεχνείου, τον ηρωισμό κάποιων ανθρώπων που παλέψανε απέναντι σε τανκς, πάλεψαν το ανέφικτο. Ήταν μια μειοψηφία δεν ήταν όλος ο κόσμος και μη μας κάνει εντύπωση η Χρυσή Αυγή και οτιδήποτε. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι που δεν ήταν προσκυνημένοι. Ήταν πάρα πολλοί προσκυνημένοι, απλά κάποια στιγμή τέθηκαν στο περιθώριο και οι ίδιοι γιατί δεν τους έπαιρνε να το κάνουν αυτό. Έχω σπουδάσει κοινωνιολογία, για μένα όλα αυτά είναι κοινωνικά φαινόμενα. Δε δημιουργείται τίποτα αν δεν υπάρχει λόγος για να γίνει. Είναι απλά μαθηματικά. Φτιάχνεται κάτι γιατί απλά υπάρχει λόγος για να φτιαχτεί. Τόσα χρόνια υπήρχε διαφθορά γιατί δεν υπήρχε κάποιος πει ε σταματήστε. Πολεμούσαμε για αξιοκρατία κι ακόμη αξιοκρατία δεν υπάρχει» 

Κι εσύ πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να αλλάξει; 

«Το μοναδικό πράγμα που θεωρώ ότι μπορεί να κάνει καλό το μνημόνιο, είναι να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι αρνητικά, και να μας αλλάξει λίγο τον τρόπο σκέψης. Ας μη σκεφτόμαστε το τι θα φάμε, τι θα πιούμε και τι θα αρπάξει… κι αυτό είναι σημαντικό, μ’ αρέσει να γλεντάω και τη μέρα, αλλά δεν υπήρχε κανένα είδος ορθολογισμού σ’ αυτό. Το λέω γιατί κι εγώ το έκανα». 

Άνθρωποι και βιτρίνες; 

«Οι άνθρωποι είναι και η βιτρίνα που θέλουν να περάσουν. Από κάποια ηλικία και μετά αρχίζεις να βάζεις κουρτίνες, να βάζεις όρια στους ανθρώπους για το αν θα μπουν στον κόσμο σου ή δε θα μπουν. Έχεις αρχίσει και αποκτάς στεγανά, κάτι που δεν έχουν τα μικρά παιδιά έτσι; Το πώς βλέπει ένας άνθρωπος τον κόσμο ή την κοινωνία, αυτό δε μπορεί να το πει ένας άνθρωπος γι’ αυτόν». 


Ελευθερία; 


«Εμένα δε μου αρέσουν τα όρια με την έννοια ότι τα όρια σου περιορίζουν την ελευθερία. Όμως, να σκέφτεσαι και κάτι άλλο όταν έχει να κάνει με το θέμα της ελευθερίας, η ελευθερία περιλαμβάνει και έναν οικονομικό παράγοντα. Αυτό το έχουμε αφήσει τελείως απ’ έξω. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ελεύθερος, όταν χρωστάει το ρεύμα του το νοίκι του…» 

Ελευθερία ίσον μη χρέος… 

«Δε μπορεί να είσαι ελεύθερος όταν ξέρεις ότι αν πεις μια κουβέντα παραπάνω, ο άλλος θα σε απολύσει». 

Ποια είναι η Άννα Στεργίου; 

«Δύσκολο, δεν ξέρω, απρόβλεπτη…» 

Φιλοσοφία; 

«Θεωρώ τον έρωτα τη μεγαλύτερη επαναστατική δύναμη της ιστορίας»…

You Might Also Like

0 σχόλια

Like us on Facebook